Του Μελέτη Ρεντούμη
Οι πρόσφατες αποφάσεις της Moody’s και της Scope, αποτελούν ένα ακόμη σημαντικό βήμα στην προσπάθεια της Ελλάδας να αφήσει οριστικά πίσω της την εικόνα της οικονομίας υψηλού κινδύνου.
Πιο συγκεκριμένα, η Scope αναβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας από BBB σε BBB+, με σταθερές προοπτικές, ενώ η Moody’s διατήρησε την αξιολόγηση στο Baa3, αλλά αναβάθμισε τις προοπτικές από σταθερές σε θετικές. Η δεύτερη απόφαση δείχνει ότι, εφόσον συνεχιστεί η σημερινή πορεία, είναι πιθανή μια νέα αναβάθμιση μέσα στο επόμενο διάστημα.
Γενικά, οι οίκοι αξιολόγησης αναγνωρίζουν κυρίως την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης και την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Σύμφωνα με τη Scope, το δημόσιο χρέος αναμένεται να υποχωρήσει περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, ενώ μπορεί να προσεγγίσει το 110% έως το 2031. Παράλληλα, η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά μέσο όρο με ρυθμό 2,1% την περίοδο 2023 έως 2025, έναντι περίπου 1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σε πρακτικό επίπεδο, η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας μπορεί να μειώσει σταδιακά το κόστος δανεισμού του Δημοσίου. Όταν οι αγορές θεωρούν ότι ο κίνδυνος μιας χώρας περιορίζεται, απαιτούν μικρότερη απόδοση για να αγοράσουν τα ομόλογά της. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα επιτόκια θα υποχωρήσουν αυτόματα, καθώς επηρεάζονται και από τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τις διεθνείς συνθήκες. Ωστόσο, δημιουργείται ένα ευνοϊκότερο πλαίσιο για τη χρηματοδότηση της οικονομίας.
Επιπρόσθετα, το όφελος μπορεί να περάσει στις τράπεζες και στις μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες συνήθως αξιολογούνται σε συνάρτηση με τον κίνδυνο της χώρας όπου δραστηριοποιούνται. Έτσι, μπορούν να αποκτήσουν ευκολότερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, να αντλήσουν κεφάλαια με καλύτερους όρους και να χρηματοδοτήσουν περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις, ενώ με την πάροδο του χρόνου, αυτή η εξέλιξη μπορεί να ενισχύσει και τη δυνατότητα χρηματοδότησης μικρότερων επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Παράλληλα, οι αναβαθμίσεις λειτουργούν ως μήνυμα αξιοπιστίας προς τους ξένους επενδυτές. Η Ελλάδα εμφανίζεται πλέον ως οικονομία με μεγαλύτερη δημοσιονομική σταθερότητα, ισχυρότερες τράπεζες και καλύτερη θεσμική ανθεκτικότητα. Αυτό μπορεί με την σειρά του να προσελκύσει κεφάλαια όχι μόνο σε ακίνητα και τουρισμό, αλλά και σε ενέργεια, τεχνολογία, logistics, φαρμακοβιομηχανία και εξαγωγική παραγωγή.
Σε κάθε περίπτωση, η πιστοληπτική αναβάθμιση, όμως, δεν βελτιώνει από μόνη της την ανταγωνιστικότητα. Για να μετατραπεί σε υψηλότερη παραγωγικότητα, καλύτερους μισθούς και περισσότερες ποιοτικές θέσεις εργασίας, χρειάζονται ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, σταθερό φορολογικό περιβάλλον, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, επενδύσεις στις δεξιότητες και αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση. Διαφορετικά, το όφελος κινδυνεύει να παραμείνει κυρίως στους χρηματοοικονομικούς δείκτες.
Συμπερασματικά, οι αποφάσεις της Moody’s και της Scope δεν αποτελούν το τέλος της διαδρομής, αλλά μια σημαντική επιβεβαίωση ότι η χώρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, ενώ η πραγματική επιτυχία θα κριθεί από το αν η αυξημένη αξιοπιστία μετατραπεί σε παραγωγικές επενδύσεις, ισχυρότερες επιχειρήσεις και ουσιαστική βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

