
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Υπάρχει ένα μικρό νησί στο Αρχιπέλαγος της Ζανζιβάρης, στις ακτές της Τανζανίας, που ονομάζεται Mafia. Και μόνο η ανάγνωση του ονόματός του αρκεί για να γεννήσει συνειρμούς. Όχι, όμως, επειδή υπήρξε ποτέ άντρο εγκληματικών οργανώσεων. Αντιθέτως, το όνομά του πιθανότατα προέρχεται είτε από την αραβική λέξη morfiyeh, που σημαίνει «ομάδα» ή «αρχιπέλαγος», είτε από τη σουαχίλι φράση mahali pa afya, δηλαδή «υγιής τόπος διαμονής». Πρόκειται για έναν ήρεμο τροπικό παράδεισο απέναντι από τις ακτές της Τανζανίας, γνωστό για τους κοραλλιογενείς υφάλους και τα γαλαζοπράσινα νερά του.
Η ειρωνεία, όμως, αρχίζει τη στιγμή που το όνομα αυτού του εξωτικού τόπου διασταυρώνεται με την ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Αν ένας κάτοικος του νησιού παρακολουθούσε τα τελευταία χρόνια τις ειδήσεις από την Ελλάδα, πιθανότατα θα πίστευε ότι η πατρίδα του έχει μετατραπεί, άθελά της, σε μόνιμη μεταφορά για μια δημόσια συζήτηση που περιστρέφεται γύρω από υποκλοπές, παρακολουθήσεις, κρατικούς μηχανισμούς, θεσμούς υπό πίεση και μια διαρκή διαμάχη για τα όρια της εξουσίας. Εκεί όπου το δικό του Mafia σημαίνει απλώς ένας τόπος γαλήνης, στην ελληνική δημόσια ζωή η ίδια λέξη γεννά εντελώς διαφορετικούς συνειρμούς.
Η σύμπτωση του ονόματος είναι, φυσικά, μόνο μια αφορμή. Το πραγματικό ζήτημα δεν βρίσκεται στον Ινδικό Ωκεανό αλλά στην Αθήνα. Εκεί όπου η λέξη «μαφία» χρησιμοποιείται συχνά ως πολιτική μεταφορά και όπου η υπόθεση των υποκλοπών άνοιξε μια από τις πιο έντονες δημόσιες συζητήσεις των τελευταίων ετών για τα όρια της κρατικής εξουσίας, τη λογοδοσία και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Αφορμή για αυτές τις σκέψεις στάθηκε η πρόσφατη εκτενής συνέντευξη του Γρηγόρη Δημητριάδη στον Θανάση Λάλα. Ο άλλοτε γενικός γραμματέας του Πρωθυπουργού επιχείρησε να παρουσιάσει τη δική του οπτική για την εξουσία, την πολιτική ευθύνη που ανέλαβε, τη δημόσια στοχοποίησή του και τη ζωή μετά την αποχώρησή του από το Μέγαρο Μαξίμου. Δεν επρόκειτο για μια συνέντευξη που έφερε νέα πραγματολογικά στοιχεία για την υπόθεση των υποκλοπών, αλλά για μια προσπάθεια προσωπικής αποτίμησης μιας περιόδου που εξακολουθεί να βαραίνει τη δημόσια ζωή. Και αυτό ακριβώς επαναφέρει το ουσιαστικό ερώτημα: όχι μόνο τι συνέβη τότε, αλλά γιατί η υπόθεση εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς στη συζήτηση για τη λειτουργία των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Δεν χρειάζεται υπερβολή για να διαπιστώσει κανείς ότι η δημόσια ζωή στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει σημαδευτεί από υποθέσεις που άφησαν βαθύ πολιτικό αποτύπωμα και προκάλεσαν έντονες αντιπαραθέσεις. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρέθηκε αντιμέτωπη με σφοδρή πολιτική και θεσμική κριτική για την υπόθεση των παρακολουθήσεων, ενώ σειρά άλλων υποθέσεων αναζωπύρωσε τη δημόσια συζήτηση για τη λειτουργία των θεσμών και την ανάγκη μεγαλύτερης διαφάνειας. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι η εύκολη καταγγελία. Είναι αν κάθε τέτοια υπόθεση οδηγεί σε ουσιαστική λογοδοσία ή αν τελικά χάνεται μέσα στον καθημερινό θόρυβο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η υπόθεση των υποκλοπών αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας. Δεν αποτέλεσε απλώς ακόμη μία αφορμή για κομματική αντιπαράθεση. Ήταν μια υπόθεση που έθεσε στο επίκεντρο θεμελιώδη ερωτήματα για τη λειτουργία του κράτους δικαίου, τη λογοδοσία των υπηρεσιών ασφαλείας και τα όρια της κρατικής εξουσίας. Η κυβέρνηση δέχθηκε έντονη κριτική από την αντιπολίτευση, από θεσμικούς φορείς και από μέρος του διεθνούς Τύπου για τους χειρισμούς της υπόθεσης, ενώ η ίδια υποστήριξε ότι προχώρησε σε αλλαγές και θεσμικές παρεμβάσεις για να ενισχυθούν οι δικλείδες ασφαλείας. Η πολιτική διαφωνία παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα, γεγονός που δείχνει ότι το ζήτημα δεν έχει πάψει να απασχολεί τη δημόσια ζωή.
Οι υποκλοπές δεν προκάλεσαν τόσο μεγάλη αναστάτωση μόνο λόγω του αντικειμένου τους, αλλά επειδή άγγιξαν την ίδια την καρδιά της σχέσης κράτους και πολίτη. Όταν τίθενται ερωτήματα για το ποιος παρακολουθεί ποιον, με ποιες εγγυήσεις και υπό ποιον έλεγχο, η συζήτηση ξεπερνά τα όρια της καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης και μετατρέπεται σε ζήτημα δημοκρατικής λογοδοσίας.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο η ίδια η υπόθεση των υποκλοπών. Είναι η αίσθηση που αφήνει πίσω της για τη λειτουργία των θεσμών. Όταν μια κοινωνία αρχίζει να αντιμετωπίζει κάθε νέα αποκάλυψη με κυνισμό αντί με έκπληξη, τότε η δυσπιστία παύει να είναι συγκυριακή και μετατρέπεται σε μόνιμο χαρακτηριστικό της δημόσιας ζωής.
Δεν είναι αδιάφορο ότι οι δύο Ανεξάρτητες Αρχές που βρέθηκαν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης για το απόρρητο των επικοινωνιών και την προστασία των προσωπικών δεδομένων λειτουργούν σήμερα με προσωρινή άσκηση καθηκόντων στην κορυφή της διοίκησής τους. Μπορεί θεσμικά να συνεχίζουν να επιτελούν το έργο τους, όμως η παρατεταμένη εκκρεμότητα στην πλήρωση των θέσεων των προέδρων τους δύσκολα συμβάλλει στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς που είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο της κρατικής εξουσίας.
Η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από το αν διαθέτει θεσμούς, αλλά και από το κατά πόσο αυτοί εμπνέουν εμπιστοσύνη ότι μπορούν να λειτουργούν με πλήρη ανεξαρτησία, συνέχεια και αποτελεσματικότητα. Όταν ακόμη και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί μετατρέπονται σε αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης, η συζήτηση παύει να αφορά μόνο μια κυβέρνηση ή μια αντιπολίτευση· αφορά την ποιότητα του ίδιου του κράτους δικαίου.
Ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι τα ίδια τα σκάνδαλα αλλά η εξοικείωση με αυτά. Όταν η κοινωνία θεωρεί φυσιολογικό να ακούει συνεχώς για έρευνες, εξεταστικές επιτροπές, διαρροές εγγράφων και πολιτικές συγκρούσεις χωρίς να βλέπει γρήγορες και πειστικές απαντήσεις, τότε ενισχύεται η πεποίθηση ότι τίποτε δεν αλλάζει πραγματικά. Και όταν κυριαρχεί αυτή η πεποίθηση, αποδυναμώνεται η συμμετοχή των πολιτών και ενισχύεται ο κυνισμός απέναντι στη δημοκρατική διαδικασία.
Το παράδοξο είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει ισχυρό επιστημονικό δυναμικό, ανεξάρτητους δικαστές, ικανούς δημοσιογράφους και ενεργούς πολίτες. Οι θεσμοί υπάρχουν. Η πρόκληση είναι να λειτουργούν με τρόπο που να πείθει την κοινωνία ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου και ότι κάθε σοβαρή υπόθεση διερευνάται με πληρότητα και χωρίς παρεμβάσεις.
Αν ο φανταστικός κάτοικος του νησιού Mafia συνέχιζε να παρακολουθεί την ελληνική επικαιρότητα, πιθανότατα θα κατέληγε σε ένα απλό συμπέρασμα: ότι οι δημοκρατίες δεν κρίνονται από το αν αντιμετωπίζουν κρίσεις, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο τις διαχειρίζονται. Οι κρίσεις είναι αναπόφευκτες. Η αδιαφάνεια, όμως, δεν πρέπει να είναι.
Το πραγματικό ζητούμενο για την Ελλάδα δεν είναι να κερδίσει ακόμη μία πολιτική μάχη μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Είναι να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Γιατί χωρίς εμπιστοσύνη, ακόμη και οι σωστές αποφάσεις αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Και χωρίς λογοδοσία, ακόμη και οι πιο ισχυρές δημοκρατίες αρχίζουν να εμφανίζουν ρωγμές.
Το μικρό νησί Mafia θα συνεχίσει να λούζεται από τα νερά του Ινδικού Ωκεανού, αδιάφορο για τις ελληνικές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Οι κάτοικοί του πιθανότατα δεν θα μάθουν ποτέ ότι το όνομα του τόπου τους χρησιμοποιείται, έστω και νοερά, ως αφορμή για να περιγραφεί μια κρίση εμπιστοσύνης χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Στην Ελλάδα, όμως, το ζητούμενο δεν είναι οι συνειρμοί που προκαλεί μια λέξη. Είναι αν οι θεσμοί μπορούν να πείσουν ότι λειτουργούν με διαφάνεια, λογοδοσία και ίσους κανόνες για όλους. Γιατί οι δημοκρατίες δεν φθείρονται μόνο από τα σκάνδαλα· φθείρονται όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι η αλήθεια μπορεί να αποκαλυφθεί.
Η συνέντευξη του Γρηγόρη Δημητριάδη επιχείρησε να κλείσει έναν προσωπικό κύκλο. Η δημόσια συζήτηση, όμως, εξακολουθεί να αφήνει ανοιχτό έναν πολύ μεγαλύτερο: εκείνον της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.
Η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται με δηλώσεις ή με επικοινωνιακές διαχειρίσεις. Χτίζεται αργά, μέσα από τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, την ανεξαρτησία των θεσμών και την πεποίθηση ότι οι ίδιοι κανόνες ισχύουν για όλους, ανεξαρτήτως αξιώματος ή πολιτικής ισχύος. Μόνο τότε οι πολίτες μπορούν να αισθανθούν ότι το κράτος δικαίου δεν αποτελεί μια θεωρητική αρχή, αλλά μια καθημερινή πραγματικότητα.
Αυτό είναι, τελικά, το πραγματικό αποτύπωμα της υπόθεσης των υποκλοπών. Δεν αφορά μόνο όσα αποκαλύφθηκαν ή όσα παρέμειναν αμφισβητούμενα. Αφορά το γεγονός ότι έθεσε σε δοκιμασία τη σχέση κράτους και πολίτη, ανέδειξε τα όρια της θεσμικής λογοδοσίας και υπενθύμισε πως η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από την εκλογική της νομιμοποίηση, αλλά από την καθημερινή της ικανότητα να ελέγχει την εξουσία, να προστατεύει τα δικαιώματα και να κερδίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών της.

