
Του Μελέτη Ρεντούμη
Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια κρίσιμη φάση ισορροπίας, καθώς το οικονομικό επιτελείο καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα μια θετική δημοσιονομική επίδοση και ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον. Η οριστικοποίηση του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου για το 2026 δημιουργεί προσδοκίες για νέα μέτρα στήριξης, ωστόσο η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο το ύψος των παρεμβάσεων αλλά η στόχευση και η αντοχή τους μέσα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής έντασης.
Πιο συγκεκριμένα, τα στοιχεία δείχνουν ότι το 2025 έκλεισε με πρωτογενές πλεόνασμα που ενδέχεται να αγγίξει το 5% του ΑΕΠ, δηλαδή σημαντικά υψηλότερο από τις αρχικές προβλέψεις.
Αυτό δημιουργεί έναν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, ο οποίος όμως δεν είναι απεριόριστος. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα περιορισμένο περιθώριο που πρέπει να αξιοποιηθεί με ακρίβεια, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά τη δημοσιονομική πειθαρχία των κρατών μελών.
Την ίδια στιγμή, η σκιά των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή επηρεάζει άμεσα τις οικονομικές εκτιμήσεις. Η αύξηση του πληθωρισμού κοντά στο 3,5% και η ελαφρώς χαμηλότερη ανάπτυξη δείχνουν ότι η οικονομία παραμένει ευάλωτη σε εξωγενείς κραδασμούς, κυρίως μέσω των τιμών ενέργειας και της αβεβαιότητας στις αγορές.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα νέα μέτρα στήριξης δεν μπορούν να έχουν τον οριζόντιο χαρακτήρα του παρελθόντος, αλλά θα πρέπει να είναι πιο στοχευμένα, ενισχύοντας κυρίως τα ευάλωτα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που πλήττονται άμεσα από τις αυξήσεις κόστους.
Η αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη χρονική τους εφαρμογή και τη δομή τους. Αν τα μέτρα περιοριστούν σε επιδοματικές λογικές χωρίς να ενισχύουν την παραγωγικότητα ή την ανταγωνιστικότητα, τότε η επίδρασή τους θα είναι βραχυπρόθεσμη και ενδεχομένως ανεπαρκής.
Αντιθέτως, παρεμβάσεις που συνδέονται με τη μείωση του ενεργειακού κόστους, τη φορολογική ελάφρυνση σε κρίσιμους τομείς και την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων μπορούν να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά για την οικονομία.
Παράλληλα, η θετική εξέλιξη της αναλογίας χρέους προς ΑΕΠ, η οποία αναμένεται να βελτιωθεί ακόμη περισσότερο λόγω του πληθωρισμού και της αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, προσφέρει ένα σημαντικό μαξιλάρι αξιοπιστίας για τη χώρα.
Ωστόσο, αυτή η βελτίωση δεν πρέπει να δημιουργήσει ψευδαισθήσεις μόνιμου δημοσιονομικού χώρου, καθώς βασίζεται εν μέρει σε συγκυριακούς παράγοντες που μπορεί να αντιστραφούν.
Στο επίπεδο της καθημερινότητας, τα νοικοκυριά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα, κυρίως λόγω της ακρίβειας, ενώ οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένο κόστος λειτουργίας και αβεβαιότητα στις επενδυτικές αποφάσεις.
Επομένως, τα μέτρα που θα ανακοινωθούν θα κριθούν όχι μόνο από το ύψος τους αλλά από το κατά πόσο μπορούν να απορροφήσουν αυτές τις πιέσεις χωρίς να διαταράξουν τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Συμπερασματικά θα λέγαμε πως η κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε μια λεπτή ισορροπία μεταξύ στήριξης της κοινωνίας και διατήρησης της οικονομικής αξιοπιστίας.
Τα πρόσθετα μέτρα μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση αν είναι στοχευμένα και συνδεδεμένα με την πραγματική οικονομία, ωστόσο η αβεβαιότητα του διεθνούς περιβάλλοντος περιορίζει τα περιθώρια για γενναιόδωρες παρεμβάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να δοθούν πόροι, αλλά να αξιοποιηθούν με τρόπο που θα ενισχύουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας σε ένα περιβάλλον που παραμένει ασταθές τόσο οικονομικά όσο και γεωπολιτικά.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

