
Πολλοί άνθρωποι που έχουν χάσει ένα ή περισσότερα δόντια, και σκέφτονται να προχωρήσουν σε εμφύτευμα, βρίσκονται ξαφνικά μπροστά σε μια ανησυχητική διάγνωση: «Δεν έχει μείνει αρκετό οστό». Η πρώτη σκέψη που περνά από το μυαλό είναι αν αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να αποκτήσουν ξανά σταθερά, μόνιμα δόντια. Η αλήθεια είναι ότι η απώλεια του οστού, δηλαδή του φυσικού “θεμελίου” που στηρίζει τα δόντια, είναι κάτι συνηθισμένο και αναμενόμενο όταν λείπουν δόντια για καιρό. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει λύση. Στην πραγματικότητα, πολλές περιπτώσεις που στο παρελθόν θεωρούνταν «ακατάλληλες» για εμφυτεύματα, σήμερα αντιμετωπίζονται με ασφάλεια και μακροχρόνια επιτυχία.
Πολλοί άνθρωποι που έχουν χάσει ένα ή περισσότερα δόντια, και σκέφτονται να προχωρήσουν σε εμφύτευμα, βρίσκονται ξαφνικά μπροστά σε μια ανησυχητική διάγνωση: «Δεν έχει μείνει αρκετό οστό». Η πρώτη σκέψη που περνά από το μυαλό είναι αν αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να αποκτήσουν ξανά σταθερά, μόνιμα δόντια. Η αλήθεια είναι ότι η απώλεια του οστού, δηλαδή του φυσικού “θεμελίου” που στηρίζει τα δόντια, είναι κάτι συνηθισμένο και αναμενόμενο όταν λείπουν δόντια για καιρό. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει λύση. Στην πραγματικότητα, πολλές περιπτώσεις που στο παρελθόν θεωρούνταν «ακατάλληλες» για εμφυτεύματα, σήμερα αντιμετωπίζονται με ασφάλεια και μακροχρόνια επιτυχία.
Το οστό της γνάθου, είτε επάνω είτε κάτω, δεν είναι στατικό. Είναι ένας «ζωντανός» ιστός, ο οποίος ενισχύεται από τις πιέσεις που δέχεται όταν μασάμε, όταν μιλάμε, όταν χρησιμοποιούμε το στόμα μας. Όταν ένα δόντι λείπει, αυτό το οστό χάνει τον λόγο ύπαρξής του στην περιοχή εκείνη. Σιγά-σιγά απορροφάται, μειώνεται σε όγκο και πυκνότητα, σαν να μαραίνεται. Έτσι, όσο περισσότερο παραμένει μια περιοχή χωρίς δόντι, τόσο πιο δύσκολη γίνεται αργότερα η αποκατάστασή της.
Ωστόσο, η πρόοδος της γναθοχειρουργικής και της επιστήμης των εμφυτευμάτων έχει αλλάξει εντελώς τα δεδομένα. Πλέον υπάρχουν λύσεις για κάθε σχεδόν τύπο απώλειας οστού — από μικρές υψομετρικές διαφορές μέχρι πιο εκτεταμένες ελλείψεις, όπου έχει χαθεί σημαντικό μέρος του οστού και η περιοχή δείχνει «τραβηγμένη» προς τα μέσα ή έχει καταρρεύσει και αισθητικά.
Η πιο συνηθισμένη τεχνική που εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η ανάπλαση ή η ανάκτηση του οστού. Πρόκειται ουσιαστικά για μια διαδικασία με την οποία ενισχύεται η περιοχή, ώστε να «χτιστεί» εκ νέου το θεμέλιο στο οποίο θα στηριχτεί το εμφύτευμα. Αυτή η διαδικασία γίνεται είτε ταυτόχρονα με την τοποθέτηση του εμφυτεύματος είτε σε στάδιο που προηγείται. Ανάλογα με την περίπτωση, χρειάζεται λίγος χρόνος για να δέσει καλά το οστό και να προετοιμαστεί η περιοχή για το επόμενο βήμα.
Αυτό που αξίζει να τονιστεί είναι ότι η διαδικασία αυτή δεν είναι επώδυνη, ούτε τόσο τρομακτική όσο φαντάζεται κανείς. Με τη σωστή καθοδήγηση, τις κατάλληλες απεικονιστικές εξετάσεις και έναν σαφή σχεδιασμό, όλα γίνονται με απόλυτο έλεγχο, σεβασμό στον οργανισμό και κυρίως με στόχο τη μακροχρόνια επιτυχία.
Η αλήθεια είναι πως, ναι, το να υπάρχει σοβαρή οστική απώλεια κάνει την αποκατάσταση πιο απαιτητική. Δεν σημαίνει όμως πως είναι αδύνατη. Στις μέρες μας, με την τεχνογνωσία που υπάρχει, το σωστό πρωτόκολλο και την εμπειρία του ειδικού, είναι σχεδόν βέβαιο πως μπορεί να αποκατασταθεί το πρόβλημα με σταθερά, λειτουργικά και αισθητικά αποτελέσματα.
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι η στάση του ίδιου του ανθρώπου απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα. Το να μη βιαστεί να αποδεχτεί ότι «δεν γίνεται», αλλά να αναζητήσει την ολοκληρωμένη γνώμη, την εναλλακτική λύση, τον σωστό σχεδιασμό. Διότι, ακόμα κι όταν λείπει το οστό, υπάρχει τρόπος να ξαναχτιστεί. Και μαζί του, να χτιστεί ξανά η εμπιστοσύνη στο χαμόγελο και τη λειτουργία του στόματος.
Πώς χτίζεται ξανά το οστό και τι ακριβώς σημαίνει “ανάπλαση”
Όταν μιλάμε για ανάπλαση οστού, ουσιαστικά αναφερόμαστε σε μια διαδικασία που επιτρέπει στον οργανισμό να δημιουργήσει νέο οστό εκεί που έχει χαθεί. Αυτό γίνεται με ήπιο, ελεγχόμενο τρόπο και πάντα με την καθοδήγηση του ειδικού, ώστε η περιοχή να αποκτήσει ξανά τον απαραίτητο όγκο και την πυκνότητα που χρειάζεται για να μπορέσει να τοποθετηθεί με επιτυχία το εμφύτευμα.
Η βασική ιδέα είναι να δώσουμε στον οργανισμό το «κίνητρο» να αναγεννήσει οστό. Αυτό μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, ανάλογα με την περίπτωση. Κάποιες φορές χρησιμοποιούνται ειδικά υλικά που λειτουργούν σαν «σκαλωσιές», δηλαδή σαν στήριγμα πάνω στο οποίο αρχίζει το σώμα να παράγει δικό του νέο οστικό ιστό. Αυτά τα υλικά τοποθετούνται πολύ προσεκτικά στην περιοχή που έχει χαθεί το οστό, και στη συνέχεια καλύπτονται με μεμβράνες ώστε να μείνουν σταθερά και να προστατευθούν καθώς το οστό αναπτύσσεται.
Ο χρόνος που χρειάζεται για να ολοκληρωθεί η ανάπλαση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Κάποιες φορές πρόκειται για μερικούς μήνες, άλλες φορές μπορεί να χρειαστεί λίγο περισσότερο. Το σημαντικό είναι ότι το σώμα ανταποκρίνεται. Η γνάθος είναι μια περιοχή με πλούσια αιμάτωση, και όταν της δώσεις το σωστό ερέθισμα, είναι σε θέση να δημιουργήσει καινούριο ιστό που μπορεί να στηρίξει τα εμφυτεύματα για πάρα πολλά χρόνια.
Μερικοί άνθρωποι νιώθουν άγχος στη σκέψη ότι θα χρειαστεί «επιπλέον χειρουργείο». Στην πραγματικότητα, η ανάπλαση του οστού είναι μια διαδικασία πολύ πιο ήπια από όσο ακούγεται. Πολλές φορές γίνεται ταυτόχρονα με την τοποθέτηση του εμφυτεύματος και δεν παρατείνει σημαντικά τον συνολικό χρόνο της αποκατάστασης. Όταν χρειάζεται να γίνει σε ξεχωριστό στάδιο, γίνεται με τοπική αναισθησία, δεν διαρκεί πολύ και οι περισσότεροι ασθενείς επιστρέφουν στις δραστηριότητές τους μέσα σε μία-δύο ημέρες, χωρίς ιδιαίτερη ταλαιπωρία.
Και αξίζει τον κόπο. Διότι, χωρίς επαρκές οστό, το εμφύτευμα μπορεί να μη στερεωθεί σωστά ή να μην αντέξει στο βάθος του χρόνου. Η σταθερότητα του εμφυτεύματος δεν είναι θέμα «τύχης» αλλά καλού σχεδιασμού και σωστής βάσης. Όπως ένα σπίτι χτίζεται πάνω σε γερά θεμέλια, έτσι και τα εμφυτευματα δοντιων χρειάζονται στιβαρό έδαφος για να ενσωματωθούν πλήρως και να λειτουργήσουν χωρίς προβλήματα.
Πολλοί ασθενείς ρωτούν: «Μα, αν δεν είχα οστό για τόσο καιρό, γιατί να δημιουργηθεί τώρα;» Η απάντηση είναι απλή: γιατί τώρα δίνουμε στον οργανισμό το ερέθισμα που χρειάζεται. Όταν δεν υπάρχει δόντι για καιρό, το οστό απορροφάται σιωπηλά. Όταν όμως παρέμβουμε με τις κατάλληλες τεχνικές, το σώμα ενεργοποιεί ξανά τις φυσικές του ικανότητες επούλωσης και ανάπλασης.
Η ιατρική δεν λειτουργεί αυτόματα. Δεν υπάρχουν κουμπιά. Υπάρχει σχέδιο, παρακολούθηση και προσαρμογή στις ανάγκες του κάθε ανθρώπου. Κάθε στόμα είναι διαφορετικό, κάθε περίπτωση είναι μοναδική. Και αυτή είναι η ομορφιά της προσέγγισης: βλέπεις τον άνθρωπο συνολικά, όχι μόνο την ακτινογραφία του ή την έλλειψη στο στόμα του.
Από την ανάπλαση στην αποκατάσταση: το ταξίδι προς τα μόνιμα δόντια
Αφού ολοκληρωθεί η ανάπλαση του οστού, και η περιοχή έχει πλέον ανακτήσει την απαιτούμενη στήριξη, μπορούμε να προχωρήσουμε με το επόμενο, καθοριστικό βήμα: την τοποθέτηση των εμφυτευμάτων. Σε αυτό το σημείο, ο στόχος είναι η τοποθέτηση τεχνητών ριζών, οι οποίες θα αντικαταστήσουν τα φυσικά δόντια που έχουν χαθεί και θα παραμείνουν εκεί για πολλά χρόνια, παρέχοντας στήριξη για στεφάνες, γέφυρες ή ακόμα και ολόκληρες οδοντοστοιχίες.
Η διαδικασία της τοποθέτησης εμφυτευμάτων είναι απόλυτα ελεγχόμενη. Πριν γίνει οποιαδήποτε ενέργεια, έχει προηγηθεί προσεκτικός σχεδιασμός με ειδικές ακτινογραφίες ή τρισδιάστατες απεικονίσεις, που μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε με ακρίβεια πού ακριβώς βρίσκεται το νέο οστό, ποια είναι η πυκνότητά του και ποιο μέγεθος εμφυτεύματος είναι κατάλληλο. Με αυτόν τον τρόπο, η επέμβαση δεν αφήνει περιθώρια αβεβαιότητας.
Η ίδια η τοποθέτηση γίνεται με τοπική αναισθησία και συνήθως διαρκεί λιγότερο από όσο περιμένει κανείς. Οι περισσότεροι ασθενείς εκπλήσσονται ευχάριστα όταν συνειδητοποιούν ότι η διαδικασία δεν είναι καθόλου επώδυνη. Υπάρχει φυσικά μια περίοδος επούλωσης μετά, αλλά αυτή είναι απολύτως διαχειρίσιμη με απλές οδηγίες και ελάχιστα φαρμακευτικά μέσα.
Σημαντικό είναι να γνωρίζει κάποιος ότι μετά την τοποθέτηση των εμφυτευμάτων, δεν μπαίνει αμέσως το τελικό δόντι. Χρειάζεται χρόνος ώστε το εμφύτευμα να ενσωματωθεί στο οστό, δηλαδή να δέσει οργανικά, όπως ακριβώς θα έκανε και μια φυσική ρίζα. Αυτή η διαδικασία λέγεται «οστεοενσωμάτωση» και είναι απολύτως φυσική. Ο οργανισμός «αγκαλιάζει» το εμφύτευμα, το σταθεροποιεί μέσα στο οστό, και όταν αυτό ολοκληρωθεί, τότε μπορεί να τοποθετηθεί το τελικό προσθετικό μέρος — το δόντι δηλαδή που θα φαίνεται στο στόμα και θα επιτελεί τις λειτουργίες της μάσησης και της αισθητικής.
Σε περιπτώσεις όπου το αισθητικό κομμάτι είναι σημαντικό —για παράδειγμα όταν λείπει μπροστινό δόντι— υπάρχει η δυνατότητα να τοποθετηθεί προσωρινό δόντι, έτσι ώστε ο ασθενής να μην αισθάνεται άβολα στην καθημερινότητά του. Αυτή η λύση είναι προσωρινή, αλλά αρκετά λειτουργική μέχρι να ολοκληρωθεί η πλήρης αποκατάσταση.
Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις όπου η απώλεια οστού είναι τόσο εκτεταμένη, που δεν επαρκεί ούτε για ανάπλαση με τα συνηθισμένα μέσα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχει η δυνατότητα για πιο εξειδικευμένες λύσεις, όπως είναι η χρήση διαφορετικών θέσεων εμφυτευμάτων (π.χ. σε πιο πίσω περιοχές της γνάθου), η αξιοποίηση της τεχνολογίας για κεκλιμένα εμφυτεύματα, ή άλλες προσθετικές επιλογές. Αυτά όμως είναι σενάρια που εξετάζονται από κοινού με τον ασθενή και σχεδιάζονται με βάση τις ατομικές ανάγκες του καθενός.
Το βασικό είναι πως τίποτα δεν γίνεται βιαστικά. Κάθε βήμα έχει τον χρόνο του και την αξία του. Όλα γίνονται με στόχο το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, όχι μόνο για σήμερα, αλλά για τα επόμενα δέκα ή και περισσότερα χρόνια. Και αυτό είναι που ξεχωρίζει μια σωστά σχεδιασμένη θεραπεία από μια πρόχειρη λύση.
Η καθημερινότητα με τα νέα δόντια: τι αλλάζει και τι χρειάζεται προσοχή
Αφού ολοκληρωθεί η τοποθέτηση των τεχνητών δοντιών πάνω στα εμφυτεύματα, και η αποκατάσταση έχει ενσωματωθεί πλήρως, αρχίζει ένα νέο κεφάλαιο στην καθημερινότητα του ανθρώπου. Πρόκειται ουσιαστικά για την επιστροφή σε μια κανονικότητα που, για πολλούς, είχε χαθεί εδώ και καιρό. Είναι η στιγμή που μπορεί κανείς να φάει ξανά χωρίς σκέψη, να χαμογελάσει χωρίς δισταγμό και να νιώσει ότι έχει ανακτήσει κάτι πολύ παραπάνω από τη λειτουργία του στόματός του — έχει ανακτήσει την αυτοπεποίθησή του.
Η πρώτη και πιο άμεση αλλαγή που αντιλαμβάνεται κανείς είναι η άνεση στο φαγητό. Με τα σταθερά δόντια στη θέση τους, η μάσηση γίνεται φυσικά, χωρίς να υπάρχει αβεβαιότητα ή φόβος ότι κάτι θα φύγει, θα μετακινηθεί ή θα προκαλέσει ενόχληση. Η πίεση που μεταφέρεται στο οστό μέσα από τα εμφυτεύματα συμβάλλει στο να διατηρείται υγιές και ενεργό, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της γνάθου.
Παράλληλα, αλλάζει και ο τρόπος που ο άνθρωπος μιλά. Μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις, ειδικά όταν έχουν τοποθετηθεί δόντια σε περιοχές που επηρεάζουν την άρθρωση, να χρειαστεί μικρό διάστημα προσαρμογής. Πολύ γρήγορα όμως, ο λόγος επανέρχεται στο φυσικό του ρυθμό, χωρίς παραμορφώσεις, χωρίς αλλοιώσεις στην προφορά, και το άτομο ξαναβρίσκει την άνεση να μιλήσει, να γελάσει, να εκφραστεί.
Πέρα όμως από το πρακτικό, υπάρχει και το συναισθηματικό σκέλος. Πολλοί άνθρωποι που ζουν για χρόνια με κενά στο στόμα τους ή με κινητές οδοντοστοιχίες, συχνά περιορίζουν τον εαυτό τους. Αποφεύγουν κοινωνικές συναναστροφές, φωτογραφίες, ακόμα και χαμόγελα. Η αποκατάσταση αυτών των λειτουργιών δεν είναι απλώς θέμα υγείας, είναι βαθιά προσωπική υπόθεση. Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που, μετά την ολοκλήρωση μιας θεραπείας με εμφυτεύματα δοντιών, περιγράφουν την εμπειρία ως «επανεκκίνηση». Όχι μόνο για το στόμα τους, αλλά και για την ποιότητα της ζωής τους συνολικά.
Ωστόσο, όπως με κάθε τι ζωντανό και ενεργό, η επιτυχία των εμφυτευμάτων εξαρτάται από τη φροντίδα που θα τους δοθεί. Δεν πρόκειται για «βάλε και ξέχνα» λύση. Η στοματική υγιεινή πρέπει να είναι σταθερή και επιμελής. Το καθημερινό βούρτσισμα, το νήμα ή τα μεσοδόντια βουρτσάκια όπου χρειάζεται, και φυσικά ο τακτικός έλεγχος από τον οδοντίατρο ή τον ειδικό, είναι απαραίτητα.
Η συντήρηση των εμφυτευμάτων δεν διαφέρει ιδιαίτερα από εκείνη των φυσικών δοντιών. Το κρίσιμο είναι να διατηρείται καθαρό το όριο ανάμεσα στο ούλο και το εμφύτευμα, ώστε να αποφευχθούν φλεγμονές. Όπως ακριβώς μπορεί να δημιουργηθεί ουλίτιδα γύρω από ένα φυσικό δόντι, έτσι και γύρω από ένα εμφύτευμα μπορεί να εμφανιστεί μια φλεγμονή, γνωστή ως περιεμφυτευματίτιδα, που αν δεν αντιμετωπιστεί μπορεί να επηρεάσει τη σταθερότητα του εμφυτεύματος. Ευτυχώς, με σωστή πρόληψη και τακτική παρακολούθηση, τέτοια προβλήματα είναι εξαιρετικά σπάνια.
Είναι σημαντικό επίσης να τονιστεί ότι τα εμφυτεύματα, από τη φύση τους, δεν επηρεάζονται από τερηδόνα όπως τα φυσικά δόντια. Δεν χαλάνε, δεν πονάνε από μέσα τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι άτρωτα. Το γύρω οστό και τα ούλα πρέπει να παραμένουν υγιή για να διατηρηθεί η στήριξή τους. Έτσι, η φροντίδα του στόματος είναι υπόθεση που δεν σταματά στην τοποθέτηση του εμφυτεύματος. Συνεχίζεται, σταθερά και απλά, μέσα από την καθημερινή ρουτίνα του καθενός.
Η αξία της εμπιστοσύνης, η δύναμη της αποκατάστασης και η επόμενη μέρα
Κάθε αποκατάσταση με εμφυτεύματα δοντιών δεν είναι απλώς μια σειρά από ιατρικές πράξεις. Είναι ένα ταξίδι — και σε αυτό το ταξίδι, το πιο σημαντικό ίσως δεν είναι μόνο η τελική εικόνα στο στόμα, αλλά και όλα όσα συμβαίνουν εσωτερικά, στον ίδιο τον άνθρωπο. Γιατί η αποκατάσταση της στοματικής υγείας φέρνει μαζί της και κάτι πιο ουσιαστικό: την αποκατάσταση της αίσθησης πληρότητας, του ελέγχου, της αυτοπεποίθησης.
Όταν ένας άνθρωπος χάνει ένα ή περισσότερα δόντια, δεν χάνει μόνο τη δυνατότητα να φάει κάτι τραγανό ή να χαμογελάσει ανέμελα. Πολλές φορές χάνει ένα κομμάτι από τον εαυτό του. Αρχίζει να προσέχει πώς μιλά, πώς γελά, πώς στέκεται απέναντι στους άλλους. Συχνά νιώθει άβολα ακόμη και με τους δικούς του ανθρώπους. Κι αν αυτό κρατήσει για μήνες ή χρόνια, γίνεται μέρος της καθημερινότητάς του — μια συνήθεια που δεν του αξίζει.
Η επιστροφή από αυτή την εσωτερική απόσταση, από αυτή την απομόνωση, δεν είναι απλώς ένα ιατρικό επίτευγμα. Είναι πράξη φροντίδας προς τον εαυτό. Και αυτή η πράξη ξεκινά από τη στιγμή που κάποιος αποφασίζει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Από τη στιγμή που λέει «ήρθε η ώρα να κάνω κάτι για μένα».
Εκεί έρχεται και ο ρόλος του γιατρού — και όχι απλώς του τεχνίτη που θα κάνει τη δουλειά του, αλλά του ανθρώπου που θα ακούσει, θα καθοδηγήσει, θα εξηγήσει. Που θα μιλήσει απλά και καθαρά, χωρίς υπερβολές, χωρίς εκφοβισμούς, χωρίς τεχνολογικούς εντυπωσιασμούς. Ένας γναθοχειρουργός, για παράδειγμα, δεν έχει στόχο απλώς να τοποθετήσει ένα εμφύτευμα. Έχει στόχο να φέρει έναν άνθρωπο πίσω στην καθημερινότητά του, πιο δυναμικό, πιο άνετο, πιο σίγουρο για τον εαυτό του.
Η εμπιστοσύνη που χτίζεται ανάμεσα σε γιατρό και ασθενή είναι το θεμέλιο για να κυλήσουν όλα ομαλά. Όσο πιο ξεκάθαρα είναι τα βήματα, όσο πιο τίμια εξηγούνται οι δυσκολίες, οι χρόνοι, οι πιθανότητες, τόσο πιο ήρεμα και συνεργατικά προχωράει η διαδικασία. Δεν υπάρχει λόγος να υποσχεθεί κανείς θαύματα. Υπάρχει μόνο η δέσμευση για συνέπεια, ακρίβεια και σεβασμό. Και αυτή η δέσμευση είναι που φέρνει τελικά το αποτέλεσμα.
Σε πολλές περιπτώσεις, η αποκατάσταση με εμφυτεύματα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ειδικά όταν υπάρχουν προβλήματα στο οστό, όταν έχει προηγηθεί μεγάλη φθορά ή μακροχρόνια απώλεια, η λύση απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό. Εκεί αποδεικνύεται και η σημασία της εμπειρίας, όχι για να εντυπωσιάσει κάποιος τον ασθενή, αλλά για να του προσφέρει μια λύση που είναι ασφαλής, προβλέψιμη και μακροπρόθεσμη. Κάτι που δεν θα χρειαστεί να ξαναγίνει σε λίγα χρόνια.
Το σημαντικό είναι ότι σήμερα, ακόμα και τα πιο δύσκολα περιστατικά, μπορούν να αντιμετωπιστούν με επιτυχία. Η πρόοδος στην ιατρική, η καλύτερη κατανόηση της βιολογίας των οστών και των ιστών, η ακρίβεια στον σχεδιασμό, όλα αυτά επιτρέπουν στους επαγγελματίες του χώρου να προσφέρουν αποτελέσματα που παλιότερα θεωρούνταν απρόσιτα. Και το καλύτερο είναι ότι αυτά τα αποτελέσματα έχουν διάρκεια.
Το πιο συγκινητικό σημείο σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι όταν βλέπει κανείς τον άνθρωπο να αλλάζει. Όχι μόνο γιατί ξανατρώει φυσιολογικά ή γιατί χαμογελά ελεύθερα, αλλά γιατί επανέρχεται στην ίδια του την εικόνα. Δεν νιώθει πια λιγότερο, δεν προσπαθεί να κρύψει. Και αυτό είναι κάτι που δεν αποτυπώνεται σε ακτινογραφίες ή μετρήσεις. Φαίνεται στο βλέμμα, στη στάση του σώματος, στον τρόπο που ξαναστέκεται μέσα στον χώρο.
Το ταξίδι των εμφυτευμάτων δεν είναι μια απλή ιατρική πράξη. Είναι ένα προσωπικό βήμα προς την πληρότητα. Και αν γίνεται με σύνεση, ειλικρίνεια και σωστή καθοδήγηση, έχει τη δύναμη να αλλάξει πολύ περισσότερα από ένα χαμόγελο.
