
Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος
Ο Νίκος Ανδρουλάκης, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αντί να διαμαρτύρεται μπορεί να φέρει το θέμα στη Βουλή και να ζητήσει έρευνα για την εφαρμογή του νόμου.
Ο αγγελιοφόρος που φέρνει άσχημα νέα δεν γίνεται ευχάριστα δεκτός. «Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει, καλύτερα να μην μας πει κανένα», τραγουδούσε ο Σαββόπουλος. Φταίει, όμως, ο αγγελιαφόρος, ή το μήνυμα; Από το ΠΑΣΟΚ η απάντηση αυτές τις μέρες είναι: Και οι δύο. Και καταγγέλλει «εξόφθαλμη προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής γνώμης» – σε βάρος του.
Η οργιώδης δημοσκοπική παραγωγή στη χώρα προβληματίζει. Οι εταιρίες που κοινοποιούν πολιτικές έρευνες πλησιάζουν τις… είκοσι. Και δεν παρουσιάζουν μόνο ευρήματα. Τα «επεξεργάζονται» και παράγουν ένα δεύτερο προϊόν, που προτιμούν τα ΜΜΕ.
Σε πρόσφατη επιστολή του προς τη στήλη ο «πρύτανης των δημοσκόπων» Δημήτρης Μαύρος ισχυρίσθηκε ότι, γι αυτό δεν ευθύνονται οι εταιρίες.
Η «εκτίμηση και αναγωγή ψήφου γίνεται σε όλες τις χώρες του κόσμου» ισχυρίζεται ο Στράτος Φαναράς– που επί Σημίτη είχε θεωρηθεί «δημοσκόπος του ΠΑΣΟΚ» και σήμερα το καταγγέλλει, απειλώντας με μηνύσεις. Όπως και μια άλλη εταιρία την οποία η Χαριλάου Τρικούπη χρεώνει στον …Τσίπρα.
Ασφαλώς. Αλλά η εγχώρια δημοσκοπία αστόχησε στη συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές και της ΝΔ στις ευρωεκλογές -και η δικαιολογία «το βρίσκαμε αλλά δεν το πιστεύαμε» δεν ακούσθηκε πειστική.
Άλλωστε το διαχρονικό πρόβλημα είναι η αδιαφάνεια. Οι εταιρείες ελέγχονται – υποτίθεται – από δικό τους φορέα.
Από τη φύση του το προϊόν τους, κοινοποιούμενο τοποθετείται στον πυρήνα του δημοσίου ενδιαφέροντος. Αλλά ποτέ δεν αντιμετωπίσθηκε από την Πολιτεία με κριτήρια δημοσίου συμφέροντος.
Ούτε τα κόμματα, ούτε η αρμόδια επιτροπή Διαφάνειας της Βουλής και το ΕΣΡ, εξετάζουν αν εφαρμόζεται ο νόμος Ρουσοπούλου. Αφήνουν να πλανώνται ερωτήματα- χωρίς απαντήσεις από την πλευρά τους.
Το πρώτο είναι οι σχέσεις των ιδιωτικών επιχειρήσεων που διενεργούν τις -πολιτικές- έρευνες κοινής γνώμης, με το κράτος και τις κυβερνήσεις.
Εάν υπάρχουν οικονομικές συναλλαγές – νόμιμες, σε ελεύθερη οικονομία ζούμε- η αμεροληψία πάσχει. Όσο και γυναίκα του Καίσαρα…
Το δεύτερο ερώτημα αφορά την αξιοπιστία της έρευνας. Όχι ως προς την επιστημονική της μέθοδο – αυτό το κρίνει ο πελάτης – αλλά ως προς το αποτέλεσμα που φτάνει ως τον «καταναλωτή».
Ποιος – αρμόδιος φορέας – βεβαιώνει ότι τα ερωτηματολόγια που ισχυρίζεται ότι συμπλήρωσε η εταιρία είναι όσα αναφέρει ; Πώς επικυρώνεται ότι από την επεξεργασία τους προκύπτουν τα αποτελέσματα που κοινοποιεί;
Το τρίτο ερώτημα σχετίζεται με το κόστος μιας έρευνας, είτε παράγεται από την εταιρία προς διανομή στους συνδρομητές της, είτε διενεργείται με παραγγελία.
Ο Δημ. Μαύρος είχε αναφέρει στο iEidiseis.gr : «Μία τηλεφωνική δημοσκόπηση 1.000 ατόμων κοστίζει στον πελάτη μεταξύ 3.500 – 6.000 ευρώ… Άλλες έρευνες που διερευνούν σοβαρότερα και σε βάθος concepts, μπορεί να κοστίζουν πολύ παραπάνω». Πόσο παραπάνω και ποιος πληρώνει;
Κρίσιμο θέμα είναι η σχέση των δημοσκοπικών επιχειρήσεων, ή στελεχών τους, με τα κόμματα. Δεν μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο φερεγγυότητας, αν τη μια μέρα είναι ερευνητές, και την άλλη σύμβουλοι κόμματος, αμειβόμενοι ή όχι…
Ο Νίκος Ανδρουλάκης, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αντί να διαμαρτύρεται μπορεί να φέρει το θέμα στη Βουλή και να ζητήσει έρευνα για την εφαρμογή του νόμου. Ή να προτείνει νέα νομοθεσία.
Θα προσφέρει υπηρεσία ανοίγοντας διάλογο με καθαρά ζητούμενα. Επηρεάζονται οι εταιρίες στη διαχείριση των ερευνών τους ; Απεικονίζουν τις διαθέσεις της κοινής γνώμης ή επιχειρούν να τις διαμορφώσουν;
Είναι κάτι πιο κρίσιμο από το αυγό του Κολόμβου: αφορά την ποιότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης και ενδεχομένως το εκλογικό αποτέλεσμα…
ΑΠΟ ΤΟ IEIDISEIS.GR

