
Του Μελέτη Ρεντούμη
Η Ελλάδα κέρδισε μια μάχη που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε σχεδόν αδύνατη. Επανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, παράγει δημοσιονομικά πλεονάσματα και μειώνει με ταχύτητα τον λόγο του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ. Αυτή η επιτυχία απομάκρυνε τον κίνδυνο της χρηματοδοτικής ασφυξίας και αποκατέστησε την αξιοπιστία της χώρας. Δεν απαντά, όμως, στο δυσκολότερο ερώτημα: μπορεί η οικονομία να παράγει σταθερά περισσότερη αξία, καλύτερους μισθούς και πιο ανταγωνιστικά προϊόντα;
Πιο συγκεκριμένα, αα επιβεβαιωμένα στοιχεία εξηγούν γιατί η συζήτηση μετακινείται από το χρέος στην παραγωγικότητα. Μελέτη του ΙΟΒΕ για τον ΣΕΒ υπολογίζει ότι η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο βρίσκεται μόλις στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ανά ώρα εργασίας στο 43%. Σε πραγματικούς όρους, η επίδοση του 2024 παρέμενε περίπου στα επίπεδα του 2000. Η αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά την ίδια περίοδο προήλθε κυρίως από την άνοδο της απασχόλησης και όχι από ένα ισχυρό άλμα στην αξία που δημιουργεί κάθε εργαζόμενος.
Παρόλα αυτά, αυτό το μοντέλο πλησιάζει στα όριά του. Η ανεργία έχει υποχωρήσει αισθητά, η δημογραφική πίεση περιορίζει την προσφορά εργασίας και οι ελλείψεις δεξιοτήτων εμφανίζονται ήδη σε κρίσιμους κλάδους. Συνεπώς, η επόμενη φάση ανάπτυξης δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην προσθήκη περισσότερων θέσεων εργασίας. Χρειάζεται τεχνολογία, καλύτερη διοίκηση, μεγαλύτερες και εξωστρεφείς επιχειρήσεις, ταχύτερη δικαιοσύνη και ουσιαστική σύνδεση εκπαίδευσης και παραγωγής. Η μετάβαση αυτή θα κρίνει αν η ανάπτυξη μπορεί να διατηρηθεί όταν η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση γίνει λιγότερο γενναιόδωρη.
Το κρίσιμο ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσες επενδύσεις γίνονται, αλλά τι ακριβώς αφήνουν πίσω τους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα το 2026 χάρη στους ευρωπαϊκούς πόρους, αλλά προειδοποιεί ότι η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί καθώς ολοκληρώνεται το Ταμείο Ανάκαμψης. Παράλληλα, η υψηλή εξάρτηση των επενδύσεων από εισαγόμενο εξοπλισμό επιβαρύνει το εξωτερικό ισοζύγιο. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος συνδέει τη μόνιμη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών με περισσότερη παραγωγικότητα, εξαγωγικό προσανατολισμό και σταδιακή υποκατάσταση εισαγωγών από εγχώρια προϊόντα.
Υπάρχουν, πάντως, ενθαρρυντικές ενδείξεις. Έως τις 24 Ιουλίου είχαν υποβληθεί 270 νέα επενδυτικά σχέδια στον Αναπτυξιακό Νόμο, από τα οποία 170 αφορούν μεταποίηση και εφοδιαστική αλυσίδα. Στον προηγούμενο κύκλο εγκρίθηκαν 125 σχέδια άνω των 870 εκατ. ευρώ, με πρόβλεψη για περίπου 2.200 θέσεις εργασίας. Οι αριθμοί είναι σημαντικοί, αρκεί οι εγκρίσεις να μετατραπούν γρήγορα σε παραγωγικές μονάδες, ψηφιακό εκσυγχρονισμό, έρευνα και νέες εξαγωγές, αντί να χαθούν σε γραφειοκρατικές καθυστερήσεις ή επενδύσεις χαμηλής προστιθέμενης αξίας.
Συμπερασματικά, η αποκλιμάκωση του χρέους αγόρασε χρόνο και αξιοπιστία, όχι αυτόματα ευημερία. Η πραγματική αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας θα φανεί όταν η παραγωγικότητα αρχίσει να συγκλίνει σταθερά με την Ευρώπη, επιτρέποντας στους μισθούς να αυξάνονται χωρίς να διαβρώνεται η ανταγωνιστικότητα.
Σε κάθε περίπτωση αν οι σημερινές επενδύσεις διευρύνουν την παραγωγική βάση και τις εξαγωγές, η χώρα θα περάσει από την ανάκαμψη στη σύγκλιση. Αν όχι, θα παραμείνει ευάλωτη στην κατανάλωση, στον τουρισμό και στις εισαγωγές, ακόμη και με μικρότερο δημόσιο χρέος.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

