Του Κώστα Παπαθεοδώρου
Η βίαιη αντικατάσταση θεσμικών εννοιών από τεχνοκρατικά ακρωνύμια αποτελεί συνειδητή πράξη πολιτικής καθυπόταξης. Στο όνομα του (τάχα) εκσυγχρονισμού, η αποδόμηση της γλώσσας αποξενώνει τον πολίτη, μετατρέποντάς τον από κυρίαρχο μέλος της κοινότητας σε απρόσωπο χρήστη.
Ο μυθικός Ανταίος αντλούσε τη ρώμη του κρατώντας τα πέλματά του στο χώμα. Οι έννοιες αποτελούν τη δική μας ιερή γη, το έδαφος όπου πατάμε για να μείνουμε όρθιοι. Κάθε όνομα θεσμού υπήρξε σπόρος βαθιά χωμένος στο γένος, μια ρίζα που τρεφόταν από το αίμα των προγόνων και το ανέβαζε σαν χυμό στα χείλη μας.
Όταν το έδαφος υποχωρεί, η εθνική μνήμη σβήνει. Η γλώσσα όμως παραμένει το τελευταίο οχυρό και η διατήρηση των λέξεων κρατά ζωντανή την ελπίδα της επιστροφής.
Κάθε λέξη που χάνεται είναι κι ένας τόπος που ξεθωριάζει. Μια πατρίδα που μικραίνει. Κάθε ψυχρό ακρωνύμιο που μας φορτώνουν είναι ένας τάφος για το συλλογικό υποσυνείδητο, σκαμμένος με τα πιο παγωμένα γράμματα της γραφειοκρατίας.
«Ο Νομός» δεν ήταν απλώς μια γραμμή στον χάρτη. Αποτελούσε τη συνέχεια της ιστορικής διαδρομής. Ήταν «Η Ελληνική Νομαρχία», ο κάμπος και το βουνό, το ποτάμι και η θάλασσα, η κοινότητα και η συγγένεια των ανθρώπων.
Η «Περιφερειακή Ενότητα» είναι ένα άνυδρο, τεχνοκρατικό κουτί. Μια νεκρή ζώνη, όπου δεν χωρά η ψυχή και το αίμα που γέννησαν αυτή τη χώρα. Η αλλοίωση της γλώσσας ποτέ δεν είναι τυχαία.
Είναι ένα προμελετημένο έγκλημα, εκτελεσμένο με φωνή σταθερή, γεμάτη κυνισμό. Έφτασε σφραγισμένη στα πακέτα των μνημονίων, γραμμένη σε αγγλόφωνα non-papers και μεταφρασμένη βιαστικά, πρόχειρα, σε ελληνικά ακρωνύμια-καρικατούρες. Λες και η Ελλάδα ήταν ένα χρεοκοπημένο κατάστημα προς ανακαίνιση.
Θυμάμαι τη γιαγιά μου, να στέκεται στην αυλόπορτα με τα χέρια σταυρωμένα, κοιτάζοντας τον χωματόδρομο. Περίμενε τον ταχυδρόμο για τη σύνταξη του ΟΓΑ. Και αυτός ο δρόμος, πέρα από τη σκόνη του, ήταν η ίδια η ζωντανή παρουσία του κράτους.
Θυμάμαι και τον Αλέκο, που δούλευε στα κλωστήρια της Πρέβεζας, να ξεφυλλίζει τα ένσημα του ΙΚΑ σαν να μετράει τα χρόνια της ζωής του. Θυμάμαι το μαύρο τηλέφωνο με το καντράν, τοποθετημένο στο σαλόνι σαν εικόνισμα. Ιερό σύμβολο μιας γραμμής του ΟΤΕ που κέρδισε η ελληνική οικογένεια ύστερα από δεκαετίες αναμονής και στερήσεων.
Αυτά τα ονόματα — ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΕΛΤΑ — δεν ήταν στεγνές ταμπέλες. Ήταν έννοιες ποτισμένες με ιδρώτα και προσδοκία. Με την ελπίδα των ακριτικών χωριών που είδαν το πρώτο ηλεκτρικό φως και ένιωσαν, επιτέλους, πως ανήκουν κάπου.
Και ξαφνικά, μέσα στη νύχτα των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων, η ζωή μας μεταφράστηκε σε “black holes” και “structural inefficiencies”. Λέξεις-αγχόνες, κρύες σαν τσιμέντο, γεννημένες από την AI και αποτυπωμένες σε υπολογιστικά φύλλα από τεχνοκράτες που έβλεπαν μόνο αριθμούς εκεί όπου εμείς αντικρίζαμε πρόσωπα, δάκρυα και πεπρωμένα.
Η μετονομασία δεν είναι μια αθώα διοικητική πράξη. Είναι πολιτική επιλογή επιβολής. Όποιος κόβει το νήμα που συνδέει τον πολίτη με το όνομα ενός θεσμού, του κλέβει μαζί και τη δύναμη, το δικαίωμα, την ίδια την ανάσα να τον διεκδικήσει.
Το «e-ΕΦΚΑ» αντηχεί σαν μια ουδέτερη ψηφιακή πλατφόρμα, σχεδόν ανώδυνη. Πίσω από την οθόνη, όμως, κρύβεται το μαχαίρι μιας περικομμένης σύνταξης, ντυμένο με τον μανδύα της «αλγοριθμικής προσαρμογής».
Η «ΔΥΠΑ» ακούγεται σαν απρόσωπη εταιρεία real estate. Κάποτε, όταν λεγόταν ΟΑΕΔ, ήταν το τελευταίο καταφύγιο του ανέργου. Μια μικρή γωνιά όπου ο απελπισμένος άνθρωπος έβρισκε μια χαραμάδα ελπίδας για δουλειά.
Πόσο κυρίαρχος μπορεί να είναι ένας λαός που ξεχνά τα ονόματα των δικών του κοινωνικών οχυρών; Ένας θεσμός παύει να ανήκει στην κοινωνία τη στιγμή που το όνομά του παραδίδεται σε εκφυλισμένες μεταφράσεις ξενόγλωσσων εκθέσεων, τις οποίες κανένας δεν διάβασε και κανένας δεν πόνεσε.
Τι και αν κρατήσαμε τη σημαία ψηλά στα κυβερνητικά κτίρια. Η γλώσσα μέσα σε αυτά γράφτηκε με το μελάνι των δανειστών. Πίσω από κάθε νέο ακρωνύμιο κρύβεται μια ύπουλη ανωνυμία.
Ο πολίτης υποβιβάστηκε, ξεγυμνώθηκε, έγινε απλός «χρήστης». Ένας κωδικός στο Taxisnet, ένα ψηφίο σε μια βάση δεδομένων, θαμμένος μέσα σε κεφαλαία γράμματα που ποτέ δεν τα κατάλαβε…
Η παλιά ουρά στο γκισέ του ΙΚΑ, όσο μαρτυρική κι αν ήταν, είχε τουλάχιστον έναν άνθρωπο απέναντι. Είχε μάτια, είχε ανάσα, είχε μια κοινή μοίρα.
Σήμερα η αναμονή μεταφέρθηκε στην απόλυτη μοναξιά. Πίσω από ένα νεκρό τηλέφωνο, μπροστά σε μια παγωμένη οθόνη, απέναντι σε ένα router που αναβοσβήνει νευρικά στο σκοτάδι.
Και ο πολίτης, ολομόναχος, αναρωτιέται αν το «σφάλμα συστήματος» της ΗΔΙΚΑ είναι δικό του λάθος ή η παταγώδης αποτυχία ενός κράτους-φαντάσματος. Καμιά πόρτα για να χτυπήσεις, καμιά ανθρώπινη φωνή για να ακούσεις. Μόνο μια ψηφιακή φόρμα επικοινωνίας που χάνεται στο κενό και ένα αυτοματοποιημένο email που σε απορρίπτει ψυχρά.
Όμως η μνήμη είναι σπόρος. Όσο βαθιά κι αν τη θάψουν, βρίσκει ρωγμή. Σπρώχνει το βλαστάρι της στο φως. Κάθε φορά που λέει κάποιος «ΙΚΑ» αντί για «e-ΕΦΚΑ», κάθε φορά που ένας παππούς στο χωριό επιμένει να μιλάει για τον «Νομό» αντί για την «Περιφερειακή Ενότητα», βλασταίνει ένα κλωνάρι αντίστασης. Μικρό. Τρυφερό. Πεισματάρικο.
Η γλώσσα είναι το τελευταίο μας χωράφι. Κανένας στρατός δεν το κατέλαβε ποτέ. Ρίζωσε στο στόμα του λαού σαν αίμα ζεστό. Στις κουβέντες των καφενείων. Στα τραγούδια των πανηγυριών. Σε κάθε μέσο ενημέρωσης που ανοίγει παράθυρο στην αληθινή ζωή και αφήνει τον ήλιο να φωτίσει.
Τα έθνη που κρατούν σφιχτά τις λέξεις τους, διατηρούν ζωντανή την ελπίδα να ξανανθίσουν. Με το κεφάλι ψηλά σαν στάχυ, να διεκδικήσουν όσα τους έκλεψαν. Αυτή τη μάχη τη δίνουν οι Έλληνες από τον Κοραή. Από τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Παλαμά. Γενιά τη γενιά, λέξη τη λέξη.
Και τώρα είναι η σειρά μας. Μια μάχη για τη ρίζα και την ταυτότητά μας. Για την αξιοπρέπειά μας. Αυτή τη γλώσσα που κράτησε όρθιο το γένος, οφείλει να τη διαφυλάξει κάθε λαός που θέλει να στέκεται αγέρωχος στις ριπές της ιστορίας.

