Η Γαλλία ως ρωγμή της ευρωζώνης

Του Σωκράτη Αργύρη 

Η πρόσφατη επίσκεψη του Emmanuel Macron στην Αθήνα, σε μια στιγμή αυξημένης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας στην ευρωζώνη, λειτούργησε ως υπενθύμιση ότι η γαλλική κρίση δεν εξελίσσεται σε κενό. Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρέθηκε η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας και η στρατηγική αυτονομία. Πίσω όμως από αυτή τη ρητορική της γεωπολιτικής ανθεκτικότητας αναδύεται μια πιο θεμελιώδης πραγματικότητα: η ίδια η δημοσιονομική αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται υπό πίεση. Καθώς η Γαλλία αντιμετωπίζει αυξανόμενα επίπεδα χρέους και πολιτικής αστάθειας, οι συζητήσεις για τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό αποκτούν χαρακτήρα έμμεσης διαχείρισης ενός ευρύτερου συστημικού ρίσκου που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα.

Ο Emmanuel Macron είχε υποσχεθεί να λειτουργήσει ως ένας πραγματιστής εκσυγχρονιστής, ικανός να γεφυρώσει το παραδοσιακό χάσμα ανάμεσα στη γαλλική αριστερά και δεξιά. Σήμερα, όμως, η αποτυχία του μακρονισμού δεν συνιστά απλώς μια προσωπική πολιτική ήττα· ενέχει τον κίνδυνο να εξελιχθεί σε παράγοντα αποσταθεροποίησης τόσο για τη Γαλλία όσο και για την Ευρώπη συνολικά.

Η Γαλλία δεν είναι μια περιθωριακή οικονομία στα όρια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής. Είναι η έβδομη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως, διαθέτει την τέταρτη μεγαλύτερη αγορά κρατικού χρέους και φιλοξενεί ένα από τα ισχυρότερα τραπεζικά συστήματα διεθνώς. Το μέγεθός της λειτούργησε επί δεκαετίες ως άτυπη ασπίδα απέναντι στις αυστηρές δημοσιονομικές προσαρμογές που επιβλήθηκαν σε μικρότερα κράτη της ευρωζώνης. Αυτή η ασπίδα, ωστόσο, υποχωρεί. Ο συνδυασμός διαρθρωτικού χρέους, πολιτικού κατακερματισμού και της κατάρρευσης του αυτοπροσδιοριζόμενου «ριζοσπαστικού κέντρου» έχει καταστήσει τη χώρα πιο ευάλωτη από οποιαδήποτε στιγμή μετά τη δημιουργία του ευρώ.

Οι δείκτες χρέους είναι αποκαλυπτικοί. Το δημόσιο χρέος ανέρχεται περίπου στα 3,46 τρισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή πάνω από το 116% του ΑΕΠ έως το 2025, ενώ το συνολικό χρέος της οικονομίας —δημόσιο και ιδιωτικό— πλησιάζει το 319% του ΑΕΠ, ή περίπου 7,7 τρισεκατομμύρια δολάρια. Μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, μόνο η Ιαπωνία εμφανίζει υψηλότερη αναλογία. Όμως η σύγκριση είναι παραπλανητική: στην Ιαπωνία το χρέος κατέχεται κυρίως εγχώρια, ενώ στη Γαλλία περίπου το 54% των κρατικών ομολόγων βρίσκεται σε ξένα χέρια, εκθέτοντας το κράτος σε μεταβολές διεθνούς εμπιστοσύνης που δεν μπορεί να ελέγξει.

Για χρόνια, οι αγορές ανέχονταν αυτή την έκθεση, στηριζόμενες σε μια σιωπηρή πολιτική υπόθεση: ότι η Γαλλία, ως πυρήνας της ευρωζώνης, θα προστατευόταν πάντοτε από το ευρωπαϊκό θεσμικό οικοδόμημα. Όμως αυτή η υπόθεση δεν ήταν ποτέ αμιγώς οικονομική. Στηριζόταν σε πολιτικές ισορροπίες, οι οποίες σήμερα εμφανίζουν εμφανή ρωγμή.

Ιστορικά, τα υπερχρεωμένα κράτη διέθεταν μια διέξοδο: τη νομισματική κυριαρχία. Ο πληθωρισμός, μέσω της δημιουργίας χρήματος, επιτρέπει τη σταδιακή απομείωση της πραγματικής αξίας του χρέους και μεταφέρει το βάρος από τους οφειλέτες στους πιστωτές. Πρόκειται για μια στρατηγική που έχει επαναληφθεί πολλές φορές στην ιστορία των κρατικών χρεών.

Η Γαλλία, ωστόσο, δεν διαθέτει πλέον αυτό το εργαλείο. Η συμμετοχή στην ευρωζώνη προσφέρει σταθερότητα σε κανονικές συνθήκες — χαμηλότερο κόστος δανεισμού, μειωμένο συναλλαγματικό κίνδυνο και πρόσβαση σε βαθιές κεφαλαιαγορές — αλλά ταυτόχρονα αφαιρεί τη δυνατότητα νομισματικής χρηματοδότησης σε περιόδους κρίσης. Το ευρώ λειτουργεί έτσι ως ταυτόχρονα ασπίδα και περιορισμός.

Η εμπειρία της κρίσης της ευρωζώνης κατέδειξε αυτόν τον διπλό χαρακτήρα με δραματικό τρόπο. Χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία οδηγήθηκαν σε απότομες δημοσιονομικές προσαρμογές, καθώς δεν μπορούσαν να προσφύγουν σε νομισματική επέκταση. Στηρίχθηκαν στην παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, υπό όρους λιτότητας και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Η Γαλλία όμως δεν είναι Ελλάδα ή Ιρλανδία. Το μέγεθος της οικονομίας της και το πολιτικό της βάρος σημαίνουν ότι μια ενδεχόμενη κρίση της θα ήταν συστημική για ολόκληρη την ευρωζώνη. Έτσι αναδύεται ένα θεμελιώδες, αλλά πολιτικά δυσάρεστο ερώτημα: αποτελεί η Γαλλία «πολύ μεγάλη για να αποτύχει» ή έχει γίνει πλέον «πολύ μεγάλη για να διασωθεί»;

Η χώρα εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης δημοσιονομικής και πολιτικής ευαλωτότητας. Το έλλειμμα υπερβαίνει το 5% του ΑΕΠ — σημαντικά πάνω από το ευρωπαϊκό όριο του 3% — ενώ οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων έχουν αυξηθεί αισθητά, σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνώντας ακόμη και εκείνες της Ιταλίας και της Ελλάδας — γεγονός που μεταφράζει την πολιτική αβεβαιότητα σε άμεσο χρηματοοικονομικό κόστος. Η μεταβολή αυτή αντανακλά μια σταδιακή αλλά σαφή υποχώρηση της εμπιστοσύνης των αγορών.

Την ίδια στιγμή, η αγορά έχει ουσιαστικά προεξοφλήσει ότι δεν θα υπάρξει ουσιαστική δημοσιονομική προσαρμογή πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027. Ωστόσο, η ανάγκη προσαρμογής δεν εξαφανίζεται· απλώς μετατίθεται, καθιστώντας την μελλοντική διόρθωση ακόμη πιο επώδυνη.

Από την ανάληψη της εξουσίας, ο Μακρόν έχει οδηγήσει μια εντυπωσιακή επέκταση του γαλλικού κράτους. Οι δημόσιες δαπάνες ξεπέρασαν το 57% του ΑΕΠ το 2024, το υψηλότερο ποσοστό στον ΟΟΣΑ. Ταυτόχρονα, η απόκλιση από τους ευρωπαίους εταίρους διευρύνθηκε: το δημόσιο χρέος της Γαλλίας από περίπου 11 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης το 2017 έφτασε περίπου τις 25 μονάδες το 2024. Η Κομισιόν εκτιμά ότι το χρέος ανήλθε στο 116% του ΑΕΠ το 2025, ενώ το έλλειμμα παραμένει περίπου διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Τεχνικά, η ΕΚΤ διαθέτει την ικανότητα να παρέμβει απεριόριστα στις αγορές ομολόγων. Όμως η ικανότητα δεν ταυτίζεται με τη βούληση. Οι παρεμβάσεις της μέχρι σήμερα νομιμοποιήθηκαν ως έκτακτες, συνδεδεμένες με όρους συμμόρφωσης και θεσμικής πειθαρχίας. Μια ανοιχτή, χωρίς όρους στήριξη προς τη Γαλλία —ιδίως υπό μια κυβέρνηση που θα αμφισβητούσε ευθέως τους ευρωπαϊκούς κανόνες— θα έθετε υπό δοκιμασία την ίδια τη θεσμική συνοχή της ευρωζώνης.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, ιδιαίτερα αν ενισχύονταν πολιτικές δυνάμεις όπως αυτές που εκπροσωπεί ο Jordan Bardella, η ΕΚΤ θα βρισκόταν αντιμέτωπη με ένα θεμελιώδες δίλημμα: τη σύγκρουση ανάμεσα στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη θεσμική αξιοπιστία του ευρώ.

Η οικονομική αυτή ευθραυστότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική κρίση. Μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια, η Γαλλία γνώρισε διαδοχικές κυβερνήσεις και πρωτοφανή αστάθεια για τα δεδομένα της Πέμπτης Δημοκρατίας. Η αδυναμία συγκρότησης σταθερών πλειοψηφιών αποτυπώνει την αποδόμηση της βασικής υπόσχεσης του μακρονισμού: ότι ένα τεχνοκρατικό, μετα-ιδεολογικό κέντρο θα μπορούσε να υπερβεί τον παραδοσιακό άξονα αριστεράς–δεξιάς.

Η αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων δεν συνοδεύτηκε από τη δημιουργία ενός νέου σταθερού πολιτικού συστήματος. Το πολιτικό εγχείρημα του Μακρόν λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό ως προσωπικό όχημα εξουσίας. Καθώς η πολιτική του επιρροή υποχώρησε, η θεσμική συνοχή που το στήριζε αποδυναμώθηκε. Παράλληλα, οι πολιτικές του επιλογές αποξένωσαν διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, εντείνοντας τη δυσπιστία προς τους θεσμούς.

Σε αυτό το ήδη εύθραυστο πλαίσιο, η Γαλλία συναντά μια ευρύτερη ευρωπαϊκή ένταση. Η Κομισιόν έχει προτείνει έναν προϋπολογισμό περίπου δύο τρισεκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2028–2034, ο οποίος καλύπτει από αγροτικές επιδοτήσεις και ερευνητικά προγράμματα έως την αποπληρωμή του κοινού χρέους της πανδημίας. Οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται υπό πίεση, με στόχο συμφωνία έως το τέλος του 2026, αλλά οι αντιθέσεις είναι βαθιές.

Οι λεγόμενες «φειδωλές» χώρες απορρίπτουν μια σημαντική αύξηση του προϋπολογισμού. Ο καγκελάριος Friedrich Merz αντιτίθεται στην αύξηση του κοινού χρέους και ζητά ανακατανομή προτεραιοτήτων, ενώ ο πρωθυπουργός Rob Jetten θεωρεί ότι το προτεινόμενο επίπεδο δαπανών είναι υπερβολικό και ότι η συνεισφορά των κρατών του θα αυξηθεί δυσανάλογα.

Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη συγκρούονται για τον τρόπο διαχείρισης του χρέους της πανδημίας, με προτάσεις είτε για αναβολή αποπληρωμών είτε για επιβολή νέων ευρωπαϊκών φόρων, ιδίως στον τεχνολογικό τομέα. Η πρόεδρος του Κοινοβουλίου Roberta Metsola υπογραμμίζει την ανάγκη νέων ίδιων πόρων, ενώ η Ursula von der Leyen προειδοποιεί ότι χωρίς αυτούς η Ένωση θα αναγκαστεί να επιλέξει μεταξύ υψηλότερων εθνικών εισφορών ή περιορισμού της δημοσιονομικής της ικανότητας.

Ο Ιρλανδός Πρωθυπουργός Micheál Martin, καθώς η Ιρλανδία αναλαμβάνει την εκ περιτροπής προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ τον Ιούλιο, αναμένεται να διαχειριστεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο διαπραγματευτικό περιβάλλον, ενώ ο António Costa επισημαίνει την πίεση του χρόνου για επίτευξη συμφωνίας.

Η χρονική συγκυρία είναι κρίσιμη: η Ένωση επιδιώκει να ολοκληρώσει τη συμφωνία πριν από τις γαλλικές εκλογές του 2027, φοβούμενη ότι μια πιθανή πολιτική ανατροπή θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Έτσι, η γαλλική κρίση, υπό αυτές τις συνθήκες, παύει να αποτελεί απομονωμένο φαινόμενο αλλά διασταυρώνεται με τις θεμελιώδεις αντιφάσεις της ευρωζώνης: ένα νομισματικό σύστημα χωρίς πλήρη πολιτική ένωση και ένα μεγάλο κράτος-μέλος χωρίς νομισματική κυριαρχία. Για χρόνια, η Ευρώπη λειτουργούσε με την υπόθεση ότι η Γαλλία θα παρέμενε ακλόνητος πυλώνας σταθερότητας. Αυτή η υπόθεση πλέον δεν είναι δεδομένη. Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει στιγμή λογαριασμού, αλλά με ποιον τρόπο θα εκδηλωθεί — και αν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι πραγματικά προετοιμασμένοι να τη διαχειριστούν.