Μικροοικονομικές υποσχέσεις, μακροοικονομικά αδιέξοδα

Του Ανδρέα Θεοδωρακόπουλου

Οι πολιτικοί μιλούν μικροοικονομικά, αλλά η χώρα χρειάζεται μακροοικονομικό σχέδιο.

facebook sharing button
twitter sharing button

Να μη λυπάσαι που πέφτουν

Τα φύλλα το φθινόπωρο.

Η δική σου τρυφερότητα θαν τα φέρει

Και πάλι στα δένδρα.

Δάκρυα μη χαλνάς· όλοι ανήκουμε

Στην ανάσταση.

Νίκος Καρούζος «Θρίαμβος χρόνου»

Κάθε φορά που τα πολιτικά κόμματα παρουσιάζουν το οικονομικό τους πρόγραμμα, η δημόσια συζήτηση εστιάζει σε έναν κατάλογο άμεσων παροχών: αυξήσεις στις συντάξεις, επιδόματα στους φοιτητές και στις οικογένειες, έκτακτες ενισχύσεις στους χαμηλοσυνταξιούχους, επιδοτήσεις στο ηλεκτρικό ρεύμα και στα καύσιμα, στεγαστικά βοηθήματα, μειώσεις σε επιμέρους φόρους, κουπόνια για διακοπές ή αγορές, επιδότηση ενοικίου, διευκολύνσεις για τους νέους και ειδικές ρυθμίσεις χρεών. Πολλά από αυτά τα μέτρα είναι αναγκαία. Σε μια κοινωνία με ανισότητες, ακρίβεια και ευάλωτες ομάδες, το κράτος έχει υποχρέωση να προστατεύει όσους δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η κοινωνική πολιτική παύει να αποτελεί μέρος μιας συνολικής οικονομικής στρατηγικής και μετατρέπεται στην ίδια την οικονομική στρατηγική. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι τα κόμματα απαντούν μόνο στο ερώτημα «ποιος θα πάρει πόσα το επόμενο χρονικό διάστημα» και αποφεύγουν τα δυσκολότερα: «πώς θα παράγει η χώρα περισσότερο πλούτο την επόμενη δεκαετία; Και πως αυτός ο πλούτος θα κατανεμηθεί και θα γίνει η αναδιανομή του».

Μικροοικονομία και μακροοικονομία: η αναγκαία διάκριση

Η μικροοικονομία εξετάζει τη συμπεριφορά των επιμέρους μονάδων της οικονομίας: των νοικοκυριών, των καταναλωτών, των εργαζομένων και των επιχειρήσεων. Μελετά, για παράδειγμα, πώς διαμορφώνονται οι τιμές, πώς αποφασίζει μια επιχείρηση να επενδύσει ή να προσλάβει προσωπικό, πώς αντιδρά ένας καταναλωτής σε μια αύξηση του εισοδήματος και πώς λειτουργεί ο ανταγωνισμός σε μια αγορά.

Η μακροοικονομία κοιτάζει τη μεγάλη εικόνα: τον ρυθμό ανάπτυξης, την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, την απασχόληση, τον πληθωρισμό, το δημόσιο χρέος, τα δημοσιονομικά ελλείμματα, το εμπορικό ισοζύγιο και τη θέση της χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Ρωτά όχι μόνο πώς θα μοιραστεί το εισόδημα, αλλά κυρίως πώς θα αυξηθεί διατηρήσιμα. Χρειάζεται, πάντως, μια επιστημονική ακρίβεια: η αύξηση μιας σύνταξης ή η χορήγηση ενός επιδόματος δεν αποτελεί από μόνη της «μικροοικονομική πολιτική». Είναι δημοσιονομική και κοινωνική παρέμβαση, η οποία μπορεί να επηρεάσει τη συνολική ζήτηση, την κατανάλωση, το έλλειμμα και άρα ολόκληρη την οικονομία. Εκείνο που χαρακτηρίζει τη σημερινή πολιτική συζήτηση δεν είναι τόσο η μικροοικονομική σκέψη όσο η αποσπασματική παροχολογία: η εστίαση στο άμεσο και ορατό όφελος μιας ομάδας, χωρίς επαρκή σύνδεση με την παραγωγική βάση που θα το χρηματοδοτεί αύριο.

Η γοητεία της άμεσης παροχής

Η παροχολογία είναι επικοινωνιακά ελκυστική. Ένα επίδομα έχει δικαιούχους, ποσό και ημερομηνία πληρωμής. Χωρά σε έναν τίτλο και μεταφράζεται εύκολα σε προεκλογική υπόσχεση. Αντίθετα, η αύξηση της παραγωγικότητας, η αναβάθμιση της βιομηχανίας, η μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης ή η σύνδεση των πανεπιστημίων με την παραγωγή χρειάζονται χρόνο, συνέχεια και θεσμική σοβαρότητα. Δεν αποδίδουν πάντοτε μέσα σε μία κυβερνητική θητεία.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Οι πολιτικοί προσφέρουν άμεσα μέτρα επειδή θεωρούν ότι αυτά ζητούν οι πολίτες και οι πολίτες μαθαίνουν να αξιολογούν την πολιτική με βάση την επόμενη πληρωμή. Η οικονομική συζήτηση κατακερματίζεται σε κατηγορίες δικαιούχων. Δεν αναζητείται κοινό εθνικό σχέδιο, αλλά η θέση κάθε ομάδας στον κατάλογο των ενισχύσεων.

Η Ελλάδα, όμως, δεν μπορεί να αρκεστεί σε μια οικονομία διανομής. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας παραμένει αισθητά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο ο τρόπος με τον οποίο μοιράζεται ο πλούτος, αλλά και το περιορισμένο μέγεθος του πλούτου που παράγεται. Η αναδιανομή είναι απαραίτητη για τη δικαιοσύνη· δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει την παραγωγή.

«Ο Αναμένων». Έργο του Σπύρου Μαντζαβίνου. Παραχωρήθηκε ευγενώς από τον καλλιτέχνη.

Τι σημαίνει πραγματικά ένα μακροοικονομικό πρόγραμμα

Το μακροοικονομικό πρόγραμμα δεν είναι μια γενικόλογη επίκληση της «ανάπτυξης». Οφείλει να απαντά με σαφήνεια σε συγκεκριμένα ερωτήματα:

Ποιο θα είναι το νέο παραγωγικό πρότυπο της χώρας; Πώς θα μειωθεί η υπερβολική εξάρτηση από την κατανάλωση, τον τουρισμό και την οικοδομή, χωρίς να υποτιμηθεί η σημασία τους; Πώς θα αυξηθούν οι παραγωγικές επενδύσεις, οι εξαγωγές και η εγχώρια προστιθέμενη αξία; Πώς θα ενισχυθούν η μεταποίηση, η αγροδιατροφή, η ενέργεια, η τεχνολογία, η έρευνα και οι δημιουργικές βιομηχανίες; Πώς θα μεγαλώσουν οι μικρές επιχειρήσεις ώστε να γίνουν πιο παραγωγικές και εξωστρεφείς;

Χρειάζεται επίσης απάντηση για το ανθρώπινο κεφάλαιο: καλύτερη εκπαίδευση, σύγχρονη επαγγελματική κατάρτιση, σύνδεση δεξιοτήτων και αγοράς εργασίας, επιστροφή επιστημόνων που έφυγαν στο εξωτερικό. Απαιτείται σταθερό φορολογικό πλαίσιο, ταχύτερη Δικαιοσύνη, λειτουργική δημόσια διοίκηση, πραγματικός ανταγωνισμός και περιορισμός των ολιγοπωλιακών πρακτικών. Απαιτούνται φθηνότερη και ασφαλέστερη ενέργεια, αξιόπιστες υποδομές, περιφερειακή ανάπτυξη και αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων σε επενδύσεις που θα αποδίδουν όταν οι επιδοτήσεις θα έχουν τελειώσει.

Η παραγωγικότητα βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της προσπάθειας. Μακροχρόνια, οι πραγματικοί μισθοί δεν μπορούν να αυξάνονται διατηρήσιμα πολύ ταχύτερα από την αξία που παράγει κάθε εργαζόμενος. Η ανάπτυξη, επομένως, δεν είναι ένας ψυχρός λογιστικός δείκτης. Είναι η προϋπόθεση για καλύτερες αμοιβές, περισσότερες και ποιοτικότερες θέσεις εργασίας, ισχυρότερα ασφαλιστικά ταμεία και επαρκή χρηματοδότηση της υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής προστασίας.

Γιατί οι πολιτικοί οφείλουν να αλλάξουν γλώσσα ή καλύτερα να μάθουν οικονομικά

Πρώτον, επειδή οι παροχές χωρίς σταθερά έσοδα έχουν ημερομηνία λήξης ή μετατρέπονται σε φόρους και χρέος για την επόμενη γενιά.

Δεύτερον, επειδή η επιλεκτική ενίσχυση ομάδων συχνά αφήνει εκτός ανθρώπους με παρόμοιες ανάγκες και καλλιεργεί αίσθημα αδικίας.

Τρίτον, επειδή ένα κράτος που επεμβαίνει συνεχώς για να αντισταθμίσει χαμηλούς μισθούς, ακριβή στέγη ή ακριβή ενέργεια θεραπεύει τα συμπτώματα χωρίς να αντιμετωπίζει τις αιτίες.

Τέταρτον, επειδή η χώρα διαθέτει μια σπάνια ευκαιρία μετασχηματισμού. Το ελληνικό Σχέδιο Ανάκαμψης περιλαμβάνει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ, 104 επενδυτικά σκέλη και 77 μεταρρυθμίσεις, με σημαντικό μέρος των πόρων να κατευθύνεται στην πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση. Το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα δεν είναι απλώς πόσα χρήματα θα απορροφηθούν, αλλά ποια παραγωγική ικανότητα θα μείνει όταν ολοκληρωθεί η χρηματοδότηση.

Μια μεγάλη αναγκαία αλλαγή: οι πολίτες πρέπει να σκέφτονται μακροοικονομικά

Η αλλαγή, όμως, δεν αφορά μόνο τους πολιτικούς. Αφορά και τους πολίτες. Η δημοκρατία γίνεται καλύτερη όταν ο ψηφοφόρος δεν ρωτά αποκλειστικά «τι θα πάρω εγώ;», αλλά και «από πού θα προκύψουν οι πόροι;», «είναι μόνιμο το μέτρο;», «ποιος θα το πληρώσει;», «αυξάνει την παραγωγικότητα;», «δημιουργεί ευκαιρίες για περισσότερους;».

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πολίτης πρέπει να αρνηθεί ένα επίδομα που χρειάζεται ούτε ότι η οικονομική ανάπτυξη μοιράζεται αυτομάτως δίκαια. Η ανάπτυξη είναι αναγκαία, όχι ικανή συνθήκη της κοινωνικής ευημερίας. Αν τα οφέλη της συγκεντρώνονται σε λίγους, αν οι μισθοί μένουν στάσιμοι και αν δεν υπάρχουν ισχυροί θεσμοί αναδιανομής, το ΑΕΠ μπορεί να αυξάνεται χωρίς να βελτιώνεται ανάλογα η καθημερινότητα της πλειονότητας. Γι’ αυτό χρειάζονται ταυτόχρονα ανάπτυξη και δικαιοσύνη: παραγωγή μεγαλύτερου πλούτου και δίκαιη συμμετοχή όλων στα οφέλη του.

Ένα επίδομα μερικών εκατοντάδων ευρώ μπορεί να προσφέρει πολύτιμη ανακούφιση σε μερικές χιλιάδες ανθρώπους. Δεν μπορεί όμως να δημιουργήσει από μόνο του διατηρήσιμες θέσεις εργασίας, σύγχρονες επιχειρήσεις, καλύτερα σχολεία και νοσοκομεία ή αξιοπρεπείς συντάξεις για τις επόμενες δεκαετίες. Αυτά προκύπτουν από μια οικονομία που επενδύει, παράγει, εξάγει, καινοτομεί και φορολογεί δίκαια και κυρίως μια οικονομία που πουλάει.

Το ώριμο πολιτικό πρόγραμμα, συνεπώς, δεν καταργεί τα επιδόματα. Τα εντάσσει σε ένα σύστημα στοχευμένης κοινωνικής προστασίας και τα συνδέει με ένα μετρήσιμο σχέδιο ανάπτυξης. Δεν υπόσχεται μόνο καλύτερη μοιρασιά της σημερινής πίτας. Εξηγεί πώς θα μεγαλώσει η πίτα, ποιοι θα συμβάλουν, ποιοι θα ωφεληθούν και με ποιους κανόνες θα εμποδιστεί η ανάπτυξη να γίνει προνόμιο των λίγων.

Η χώρα χρειάζεται λιγότερους καταλόγους παροχών και περισσότερες απαντήσεις για το 2035. Χρειάζεται πολιτικούς που να μιλούν τη γλώσσα της παραγωγής, της επένδυσης, της γνώσης και της θεσμικής αξιοπιστίας, και πολίτες που να απαιτούν όχι μόνο μια πρόσκαιρη ενίσχυση, αλλά μια οικονομία ικανή να τους προσφέρει μόνιμη προοπτική. Η ευημερία δεν χτίζεται με την περιοδική διανομή της ανεπάρκειας. Χτίζεται με βιώσιμη ανάπτυξη, κοινωνική δικαιοσύνη και ένα κράτος που βλέπει πέρα από τον επόμενο εκλογικό κύκλο.

Βιβλιογραφία

  • Blanchard, O. (2021), Macroeconomics, 8th ed., Pearson.
  • European Commission (2025), Greece’s Recovery and Resilience Plan.
  • European Union (2025), Greece – EU country: Trade and economy.
  • Mankiw, N.G. (2021), Principles of Economics, 9th ed., Cengage Learning.
  • OECD (2024), OECD Economic Surveys: Greece 2024, OECD Publishing, Paris.
  • Rodrik, D. (2007), One Economics, Many Recipes: Globalization, Institutions, and Economic Growth, Princeton University Press.
  • Sen, A. (1999), Development as Freedom, Oxford University Press.
  • Stiglitz, J.E., Sen, A. and Fitoussi, J.-P. (2009), Report by the Commission on the Measurement of Economic Performance and Social Progress, Paris.

Όσο έγραφα το άρθρο από το πικαπ ακουγόταν το τραγούδι του Γιάννη Νεγρεπόντη από τον Λουκιανό Κηλαηδόνη: «Οικονομία κάνε»

*Ο Ανδρέας Θεοδωρακόπουλος είναι επικοινωνιολόγος-συγγραφέας

ΑΠΟ ΤΟ DOCUMENTO