Έφη Αχτσιόγλου: Απλά μαθήματα ιδεολογικής προσαρμογής και πολιτικού ρεαλισμού

Του Γ. Λακόπουλου

 

«Ο ΣΥΡΙΖΑ «ήταν και είναι ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς και δεν διεκδικεί να γίνει ένα κόμμα της κεντροαριστεράς ή της σοσιαλδημοκρατίας, παρά το γεγονός ότι η συμπόρευση του ΚΙΝΑΛ με τη ΝΔ αφήνει ένα κενό σε αυτόν τον πολιτικό χώρο…Αυτό που επιζητά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η συμπόρευση με όσες πολιτικές δυνάμεις αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικές για να μπει ένας φραγμός στην άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού στην Ελλάδα και την Ευρώπη».

Έφη Αχτσιόγλου, στο Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων

Κατά γενική πεποίθηση η σημερινή υπουργός κάνει καλά τη δουλειά της και ανήκει στις θετικές εκπλήξεις του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά προτού προβεί σε ιδεολογικές διακηρύξεις για το κόμμα της, θα μπορούσε να μελετήσει τα πολιτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας. Την ιδεολογική ταυτότητα των ψηφοφόρων. Την εκλογική παράδοση και την ιστορία των πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Και πρωτίστως τις εξελίξεις… Για μην παραπλανάται και να μην παραπλανά.

Από τα συμφραζόμενα της ιστορίας και της συγκυρίας προκύπτει ότι η σημερινή Αριστερά δεν έχει επιρροή της τάξης του 35%- χωρίς να συνυπολογίσουμε και το ΚΚΕ.

Τα ποσοστά που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015 – και αυτά που θα πάρει το 2019- δεν απεικονίζουν την πολιτική απήχηση της ελληνικής Αριστεράς, έτσι όπως την ορίζει το καταστατικό του ΣΥΡΙΖΑ και υποδηλώνει η δήλωση της.

Είναι η εκλογική επιλογή των πολιτών που αυτοτοποθετούνται στο χώρο που ορίζει η τομή της ελληνικής Κεντροαριστεράς με την Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία. Και δεν στηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ ακριβώς, αλλά τον Αλέξη Τσίπρα ως τον πιο ενδιαφέροντα πολιτικό της γενιάς του και του δημοκρατικού χώρου. 

Απόδειξη ότι ως κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πολύ περιορισμένο αριθμό μελών και στα συνδικάτα, ή την Αυτοδιοίκηση αντιστοίχως περιορισμένη απήχηση. Ή μήπως όχι;

Όσοι κεντροαριστεροί και γενικά δημοκρατικοί πολίτες στράφηκαν στον Τσίπρα το έκαναν γιατί τους απογοήτευσαν- η αλλιώς: τους πούλησαν- οι ηγεσίες του ΠΑΣΟΚ μετά τον Σημίτη. Αλλιώς δεν είχαν λόγο να μετακινηθούν.

Υπόθεση εργασίας. Αν μετά τον Βενιζέλο που ολοκλήρωσε το χαντάκωμα από τον Γ. Παπανδρέου, το ΠΑΣΟΚ αναδείκνυε ηγεσία της προκοπής – ήτοι: με κύρος, δημόσια παρουσία, ιδεολογική συγκρότηση και πολιτική επάρκεια- πολλοί θα είχαν ήδη επαναπατριστεί.

Μια ακόμη υπόθεση εργασίας: Χωρίς τον Πρωθυπουργό, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει δυνάμεις ούτε για να μπει στη Βουλή. Χωρίς τον Τσίπρα δεν υπάρχει. Και ο Τσίπρας τόσο στην ελληνική κοινωνία όσο και στον ευρωπαϊκό γίνεται δεκτός ως εκφραστής της σύγχρονης ελληνικής Κεντροαριστεράς. Για την ακρίβεια της ριζοσπαστικής Κεντροαριστεράς. Όχι πάντως της Αριστεράς. Αν ήταν έτσι καλός θα αναζητούσαν τον Λαφαζάνη…

Τι δεν καταλαβαίνει η συμπαθέστατη υπουργός και λέει ότι η « συμπόρευση του ΚΙΝΑΛ με τη ΝΔ« αφήνει κενό που δεν ενδιαφέρει τον ΣΥΡΙΖΑ να το καλύψει» -γιατί αυτό λέει. Και ποιος της είπε ότι στην πολιτική υπάρχουν κορόιδα που θα «συμπορευτούν» με τον ΣΥΡΙΖΑ «για να μπει ένας φραγμός στην άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού στην Ελλάδα και την Ευρώπης». Αν αυτό πιστεύει ότι θα κριθεί στις επόμενες κάλπες, καλύτερα να τα μαζεύει από τώρα.

 Όσοι βλέπουν τριτοδιεθνιστικά «μέτωπα» στην Ελλάδα του 2019, έχουν χάσει πολλά επεισόδια. Αν ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ επιμένει ότι είναι αποκλειστικά και μόνο «Αριστερά», γιατί να τον ψηφίσουν οι κεντροαριστεροί; Και αν είναι κολλημένος στον όρο, δεν πρέπει να εξηγήσει τι είδους Αριστερά είναι; Ή μήπως επιμένει ότι ισχύουν όσα αναφέρονται σε παλιότερες διακηρύξεις και καταστατικές αναφορές; Αν είναι έτσι κάποιος αρμόδιος να το πει και μετά να ψάχνει να βρει την ψήφο του.

Προφανώς η νεαρή πολιτικός παραβλέπει ότι για να οριστεί -και πολύ περισσότερο να επικαιροποιηθεί- η ιδεολογική ταυτότητα ενός κόμματος δεν αρκεί μια τρέχουσα φράση του Πρωθυπουργού σε μια κομματική συνεδρίαση, ούτε φυσικά οι εκ του προχείρου προσδιορισμοί υπουργών ή κομματικών παραγόντων που δεν μπορούν να υπερβούν τον εαυτό τους.

Όσοι σκοπεύουν να ψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εκλογές -και είναι περισσότεροι από όσους φαντάζεται ακόμη και ο ΣΥΡΙΖΑ- θεωρούν δεδομένο ότι έγινε μάθημα το πρώτο εξάμηνο του 2015 . Όταν κάποιοι έκαναν επίδειξη αριστερής κενολογίας η και τυχοδιωκτισμού- και σήμερα δεν γυρίζει άνθρωπος να τους κοιτάξει.

Αν η επιδερμική διακήρυξη «είμαστε Αριστερά και δεν θέλουμε να γίνουμε Κεντροαριστερά» σημαίνει κόλλημα στα θεωρητικά σχήματα εκείνης της περιόδου ή παλιότερων, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ καλό είναι να ξεχάσει από τώρα εκλογικές επιδόσεις που τον καθιστούν κυβερνώσα δύναμη.

Και αυτό κάποιος πρέπει να το ξεκαθαρίσει το εσωτερικό του. Για να μην κάνουν όλοι τους θεωρητικούς και προκαλούν σύγχυση στο εκλογικό ακροατήριο για την πολιτική ταυτότητα του Αλέξη Τσίπρα και το μέλλον του κόμματός του.