Τρίτη 27 Ιουνίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Γιάννα Αγγελοπούλου: Ποιος φοβάται την βοήθειά της;

Του Γ. Λακόπουλου

‘»Ενας άθλος δεν μένει ποτέ ατιμώρητος»

Γκορ Βιντάλ, Αμερικάνος συγγραφέας

Η Γιάννα Αγγελοπούλου θα μείνει στην ιστορία ως πρόσωπο που συνδέεται με τις δυο πιο αντιφατικές όψεις της Ελλάδας.  Με το θρίαμβο στον οποίο οδήγησε η ίδια τη χώρα με τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων  του 2004.  Αλλά και με την  τραγωδία να διώχνουν οι κυβερνήσεις της όσους έχουν προσφέρει –και η κυρία βρίσκεται στην κορυφή αυτής της λίστας.

Πριν από μια δεκαετία περίπου η  Γιάννα είχε μιλήσει για το «ελληνικό παράδοξο». Από τη μια δίνουμε δικαιώματα να μας κατηγορούν ως λαό και από την άλλη στρατιές Ελλήνων διαπρέπουν διεθνώς. Από τη μια χάνουμε ευκαιρίες και από την άλλη στην οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων είχαμε “αποτελεσματική συστράτευση μπροστά στο αυστηρά συγκεκριμένο και στο απαιτητικό”.

Αυτό το ελληνικό παράδοξο εκδηλώθηκε στο πρόσωπό της  και την υποχρέωσε να αποποιηθεί την ιδιότητα της πρέσβειρας εκ προσωπικοτήτων που της είχε απονείμει η πολιτεία του  1998. Η τιμή προήλθε από τη συμβολή της στην ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων- ένα μικρό υποπολλαπλάσιο όσων θα ακολουθούσαν.

Βεβαίως την επόμενη η κυβέρνηση της εποχής της γύρισε την πλάτη, σα να ξόφλησε τις υποχρεώσεις της απέναντι σε μια Ελληνίδα που δεν ζήτησε τίποτε. Αλλά η ζωή εκδικήθηκε αμέσως. Δυο χρόνια αργότερα ο τότε Πρωθυπουργός έσπευσε να την παρακαλέσει να αναλάβει την Ολυμπιάδα που κινδύνευε και μαζί της κινδύνευε να τιναχτεί η χώρα στον αέρα.

Έκλεισε το σπίτι της στο Λονδίνο και ανέλαβε το δυσκολότερο εγχείρημα όλων των εποχών. Το αποτέλεσμα άφησε άναυδο τον πλανήτη.  Ποτέ  άλλοτε σε καιρό ειρήνης η Ελλάδα δεν γνώρισε τόση δόξα, αναγνώριση και προσβολή  από  εκείνη το μαγικό βράδυ της 13ης Αυγούστου 2004. Ήταν προσωπικό της έργο.  Ένας άθλος  τον οποίο πρώτα της αναγνώρισαν όλοι και μετά κάποιοι θέλησαν να την …τιμωρήσουν γι’ αυτό.

Η -υπό την Γιάννα Αγγελοπούλου-  οργανωτική επιτροπή “Αθήνα 2004”, υπήρξε ο πιο άρτιος μηχανισμός εργασίας που “στήσαμε” ποτέ στη χώρα. Σεμινάριο για μάνατζμεντ. Η μελέτη του ΙΟΒΕ απέδειξε ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες ωφέλησαν τη χώρα και έκτοτε η  σπέκουλα για “σπατάλη”  σταμάτησε.

Η συνέχεια υπέκυψε στο ελληνικό παράδοξο. Οι κυβερνήσεις που επακολούθησαν  ενδιαφέρθηκαν περισσότερο να μειώσουν την αξία του θριάμβου – φοβούμενες ότι η ίδια θα τον μεταφέρει στον πολιτικό στίβο εναντίον τους- παρά να τον αξιοποιήσουν.

Η χώρα χάρη στη  δουλειά της Γιάννας  κέρδισε τον πρώτο λαχνό και η πολιτική τάξη της δεν πήγε να εισπράξει τα κέρδη. Η επιτυχία των Αγώνων έμεινε αναξιοποίητη-μαζί με τις υποδομές της.

Όπως αναξιοποίητη- αν επιτρέπεται ο όρος– έμεινε και η ίδια. Σε άλλη χώρα θα της έκαναν άγαλμα και θα την επιστράτευσαν για το τρίτο ημίχρονο: την αξιοποίησή Ολυμπιάδας, μετά τη διεκδίκηση  και τη διοργάνωση την Αγώνων.  Ενδεχομένως θα την επιστράτευσα  και για άλλες αποστολές  αντίστοιχης δυσκολίας. «Μπορεί η Ελλάδα να διασωθεί με τη μέθοδο που σώθηκε το 2004 η Ολυμπιάδα;» έγραφε όταν ξέσπασε η κρίση στον Independent  ο δημοσιογράφος Άλαν Χούμπαρτ, που την είχε γνωρίσει στη δράση  .

Αυτό που έκαναν ολιγάρχες, μιντιάρχες  και πολιτικοί ήταν να οργανώσουν επικοινωνιακές επιχειρήσεις εναντίον της. Η παρουσία της για τη χώρα ήταν λυτρωτική, αλλά για τους πολιτικούς  και τους κρατικοδίαιτους ήταν κίνδυνος. Ένα σύμπλεγμα οικονομικών και πολιτικών παραγόντων επιδόθηκε σε παρατεταμένη προπαγάνδα  εναντίον της   απευθυνόμενο ενίοτε στα κατώτατα αισθήματα της κοινωνίας.

Η Αγγελοπούλου ωστόσο  συνέχισε να παραμένει με το όπλο πάρα πόδα, για να προσφέρει σε κάθε ευκαιρία. Για την ακρίβεια δημιούργησε μόνη της την ευκαιρία. Για το  2015 προγραμμάτισε ένα μεγάλο διεθνές γεγονός , ακριβώς την ώρα που το είχε ανάγκη η χώρα: τη διοργάνωση του ετήσιου συνεδρίου του Ιδρύματος Κλίντον στην Αθήνα. Η ατμόσφαιρα που επικράτησε μετά την κυβερνητική αλλαγή του Ιανουαρίου το ματαίωσε.

Απογοητεύτηκε, αλλά φρόντισε να έχει ο νέος Πρωθυπουργός μια ευκαιρία να απευθυνθεί σε πλανητικό ακροατήριο, με τη γνωστή συνομιλία του  με τον  Μπιλ Κλίντον-  αλλά   αυτός τους απογοήτευσε όλους.

Στην ουσία κάπου εκεί τέλειωσαν οι αντοχές της Αγγελοπούλου στην προσπάθεια να θέσει τον εαυτό της στην υπηρεσία της χώρας, ανεξάρτητα από την εκάστοτε  πολιτική κατάσταση.

Περιορίσθηκε στη συνέχεια του προγράμματος υποτροφιών νέων επιστημόνων, που έχει ξεπεράσει πλέον τα εκατό άτομα και σε αφανείς δραστηριότητες υποστήριξης όπου υπάρχει ανάγκη, στα πλαίσια της οικογενειακής κουλτούρας των Αγγελόπουλων που συνεχίζουν την παράδοση των Ελλήνων ευεργετών.

Έχοντας κεφαλαιοποιήσει τη διαδρομή της με το βιβλίο της,-που φέρει το όνομά της και έγινε μπεστ σέλερ, αποσύρθηκε από το προσκήνιο, αδιαφορώντας και για τις προσπάθειες συγκεκριμένης  ομάδας στο μιντιακό χώρο να μειώσει την επιχειρηματική εμβέλεια του Θόδωρου Αγγελοπούλου- προφανώς γιατί δεν ανταποκρίθηκε σε κάποιες πιέσεις.

Δεν υπήρχαν νέα μέχρι την ώρα που έγινε γνωστή η επιστολή της Γιάννας στην κυβέρνηση για την  επιστροφή του τίτλου της πρέσβειρας. Οι λόγοι προκύπτουν από την επιστολή.

Αν πράγματι ο Πρωθυπουργός έχει συναίσθηση των πραγμάτων-  αλλά και αίσθημα ευγνωμοσύνης -θα είχε πάρει κεφάλια. Όταν από το  διπλωματικό οπλοστάσιο της  Ελλάδας χάνεται το όνομα της  γυναίκας που την πέρασε απέναντι, κάποιοι ευθύνονται.

Αν μη τι άλλο στο Τσιπραίικο της  χρωστάνε. Μάλιστα η  Αγγελοπούλου κατηγορήθηκε κάποια στιγμή ότι “αγκάλιασε το τέρας”. Στην πραγματικότητα συνέχισε αυτό που έκανε με όλες τις κυβερνήσεις:  προσφέρθηκε να βοηθήσει. Είπε γι’ αυτό στην Καθημερινή:

«Είναι απλό: είδα μία απόπειρα καινούριων ανθρώπων να δουν τα πράγματα αλλιώς σε μία Ελλάδα κουρασμένη. Οπότε θεώρησα ότι θα τους ήταν χρήσιμο, συνέβαλα στο να γίνουν επαφές με το διεθνές σύστημα».

Είναι προφανές ότι αυτή η ομάδα την απογοήτευε εξ ίσου με τις προηγούμενες, αν κριθεί από την επιστολή της  που κρύβει περισσότερα από  όσα αναφέρει:.

-”Μετά την σειρά ενεργειών και παραλείψεων που αφορούν την ιδιότητά μου ως Πρέσβεως εκ Προσωπικοτήτων που κατέχω από το 1998 και την έκδοση του διπλωματικού διαβατηρίου που παρακολουθεί την ιδιότητα αυτή, είμαι υποχρεωμένη να αποποιηθώ. Την ανάθεση αυτή την εξέλαβα πάντα ως αναγνώριση στο πρόσωπό μου και αντίστοιχα, με όλες μου τις δυνάμεις, όλα αυτά τα χρόνια, προσέφερα στην χώρα μου εν γνώσει όλων των Κυβερνήσεων.

Ποτέ δεν ζήτησα τίποτε από κανέναν. Συνεχίζω, πέραν των εκάστοτε κυβερνητικών συμπεριφορών, να προσφέρω και να υπηρετώ αυτό που κρίνω ως σημαντικό για την χώρα μας”.

Η τελευταία φράση υποδηλώνει ότι ο δεσμός με την Ελλάδα μένει ακατάλυτος. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα. Αντέχει η κυβέρνηση  αυτό που χρεώνεται με την αξιοπρεπή απόσυρση της Αγγελοπούλου;

Αν ξεχωρίζουν για κάτι από τους  άλλους πλούσιους Έλληνες η  Γιάννα και η οικογένεια της, είναι  ότι  κάνουν καλή χρήση του πλούτου και  σε ό,τι αναμείχθηκαν ήταν για να προσφέρουν και όχι για να πάρουν. Ό,τι έκαναν το έκαναν τα  δικά τους  λεφτά. Δεν πήραν ούτε διεκδίκησαν τίποτε από τον κρατικό προϋπολογισμό.  Δεν έβλαψαν κανέναν και δεν μπορεί να τους  προσάψει κανείς οτιδήποτε επιλήψιμο. Συνιστά ένα ακόμη  ελληνικό παράδοξο να τους επιτίθενται οι μιζαδόροι και οι  θαμώνες των ανακριτικών γραφείων…

Η  Γιάννα  είπε σε μια συνέντευξη ότι είναι “απέναντι στο πολιτικό σύστημα”. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν ορατές διαφορές με  τμήματα και  συμπλεγματικά πρόσωπα του συστήματος που είδαν στο πρόσωπό της τον αντίπαλο που έπρεπε πάση θυσία να φύγει.  Γενικότερα μετά το 2004 μια μερίδα επιχειρηματιών που βλέπουν τους Αγγελόπουλους ως ενοχλητικά υποδείγματα, ανταποκρινόμενοι όταν η χώρα τους χρειάσθηκε, έβαλαν τον πήχη ψηλά.

Η πρώην πρόεδρος της  Οργανωτικής Επιτροπής των  ελληνικών  Ολυμπιακών Αγώνων είναι ή η πιο γνωστή Ελληνίδα στον πλανήτη. Με ισχύ, γνωριμίες και διάθεση να στρατευθεί για τη χώρα, χωρίς αντάλλαγμα. Παγκοσμίως οι κυβερνήσεις και  οι διεθνείς οργανισμοί  χαίρονται να έχουν τέτοιους ανθρώπους στη διάθεσή τους.

Οι προηγούμενες  ελληνικές κυβερνήσεις δεν της ζήτησαν ποτέ να αναλάβει διεθνή εκστρατεία εμπέδωσης του ολυμπιακού γοήτρου.  Αλλά η  σημερινή κάνει κάτι χειρότερο: δεν την θέλει καν σε διαθεσιμότητα. Σα να έχει  στις τάξεις τους πολλούς που μπορούν να κινηθούν στο διεθνή χώρο με την άνεση – και την αποτελεσματικότητα- της  Αγγελοπούλου. Ωθώντας στην αποστασιοποίηση   είναι πρωτίστως ανοησία.

Αυτή η υπόθεση μπορεί να έχει συνέχεια  αν και η  Γιάννα  μένει στο ύψος της σ αυτές τις περιπτώσεις.  Ωστόσο εκ των πραγμάτων η  γυναίκα που έκανε την Ελλάδα «ευτυχισμένη χώρα» τον Αύγουστο του 2004 λείπει όλο και περισσότερο. Ευλόγως. Πόσες Γιάννες είχε άραγε η χώρα τα τελευταία χρόνια;