Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Γιατί η κυβέρνηση δεν πρέπει να μιλάει για «καθαρή έξοδο» από το Μνημόνιο

Του Γ. Λακόπουλου

Η ατυχής προσπάθεια του Γιάννη Στουρνάρα να οδηγήσει την κυβέρνηση σε… αυτοπυροβολισμό, με την επιδίωξη προληπτικής πιστωτικής γραμμής μετά την έξοδο από το Μνημόνιο, αφαίρεσε από τη ΝΔ και την τελευταία προσδοκία να περιορίσει το πολιτικό όφελος που θα έχει ο Αλέξης Τσίπρας από τη διεθνή παραδοχή ότι πέτυχε εκεί που απέτυχαν οι άλλοι.

Η πολιτική απόγνωση οδήγησε τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην όχι και πολύ υψηλού επιπέδου επίκριση «δεν ντρέπεστε να σας θεωρούν στην Ευρώπη την πιο συνεργάσιμη κυβέρνηση»; Ο Βορίδης κατέφυγε στην ευτέλεια «ο Τσίπρας είναι pet των Ευρωπαίων». Και ο Άδωνις εκτός από πολιτικός, ιστορικός, δάσκαλος ρητορικής και τηλεπωλητής επιδιώκει και δάφνες οικονομολόγου και αναφαίνεται ότι οι Ευρωπαίοι τον πάνε τον Τσίπρα «επειδή τους κάνει τα χατίρια». Αυτός που θεωρούσε ευλογία το μνημόνιο, αλλά δεν μπορούσε να το υλοποιήσει.

Τώρα ο κύκλος της «απελπισμένης αντιπολίτευσης» κλείνει με μια αναφορά στον επικεφαλής του Euro Working Group Τόμας Βίζερ που είπε ότι «καμιά ελληνική κυβέρνηση δεν ενστερνίσθηκε πραγματικά τα προγράμματα διάσωσης, με εξαίρεση την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ». Από τη ΝΔ προσπαθούν να το προβάλουν ως… μομφή για την κυβέρνηση.

Όσοι κατηγορούσαν τον Τσίπρα γιατί αντιτίθεται στο Μνημόνιο τώρα τον κατηγορούν γιατί σεβάστηκε την υπογραφή του και το υλοποίησε για να κλείσει αυτόν τον κύκλο που άνοιξαν οι προκάτοχοι του. Πρώτα οδηγώντας τη χώρα στη χρεοκοπία, και μετά επιβάλλοντας Μνημόνια που ήταν ανίκανοι να υλοποιήσουν – επιδεινώνοντας έτσι την κατάστασή της. Η βελτίωση όλων των δεικτών προβάλλεται τώρα ως… κακό. Η έξοδος από το Μνημόνιο ως «ένα ακόμη ψέμα του Τσίπρα».

Ο κύκλος της «απελπισμένης αντιπολίτευσης» κλείνει με μια αναφορά στον Βίζερ που είπε ότι «καμιά κυβέρνηση δεν ενστερνίσθηκε πραγματικά τα προγράμματα διάσωσης, με εξαίρεση του ΣΥΡΙΖΑ»

Αυτή τη στιγμή οι πάντες στον πλανήτη – οι πάντες όμως – διαβεβαιώνουν ότι το 2018 θα είναι έτος εξόδου της Ελλάδας από το Μνημόνιο και περαιτέρω βελτίωσης όλων των οικονομικών μεγεθών της. Όλων. Οι μόνοι που δεν το βλέπουν είναι οι Μητσοτάκης, Γεννηματά και Θεοδωράκης. Όπως δεν βλέπουν ότι αυτές οι απόψεις τους συμβάλλουν περισσότερο στο να μην τους δίνει κανείς σημασία στην Ευρώπη.

Ωστόσο η κυβέρνηση στο θέμα της εξόδου κάνει λάθος χρησιμοποιώντας τον όρο «καθαρή». Από μόνος του αυτός ο όρος δεν έχει περιεχόμενο για μια κοινοτική χώρα – πολύ περισσότερο όταν βγαίνει από πρόγραμμα. Είναι μόνο ένα επικοινωνιακό παιχνίδι στο οποίο παρασύρεται η κυβέρνηση – με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τις πρόσφατες δηλώσεις του Ευκλείδη Τσακαλώτου.

Τουλάχιστον ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας πρέπει να αποφεύγει τον όρο «καθαρή έξοδος». Να αφήνει την αντιπολίτευση να καλλιεργεί την εντύπωση της «επιτήρησης». Μεγαλύτερο δώρο στην κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει.

Οι επενδυτές θα βρουν ακόμη πιο ελκυστική την Ελλάδα αν υπάρχει η εντύπωση ότι αποδέχεται ένα ειδής χαλαρής επιτήρησης που θα κάνει πιο ασφαλή την επένδυση τους

Ο λόγος είναι απλός. Η Ελλάδα αυτό που θέλει να κερδίσει τα δύο επόμενα χρόνια -και η κυβέρνηση ως τις εκλογές-, είναι το παιχνίδι των επενδυτών. Αυτό θα εκτινάξει την ανάπτυξη, θα ανοίξει για την κοινωνία τον δρόμο της επιστροφής στην ευημερία και θα εξοπλίσει την κυβέρνηση με πολιτικά εργαλεία.

Οι επενδυτές, λοιπόν, θα βρουν ακόμη πιο ελκυστική την Ελλάδα ως πεδίο τοποθέτησης των κεφαλαίων τους αν υπάρχει η εντύπωση ότι αποδέχεται ένα είδος χαλαρής επιτήρησης που θα κάνει πιο ασφαλή την επένδυσή τους. Συνεπώς η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να αφήσει την ωθούμενη προς το περιθώριο αντιπολίτευση να παίζει με τις λέξεις και να εστιάσει στην ουσία που θα φέρει την επενδυτική άνοιξη.

Όσο ο Μητσοτάκης και το μιντιακό του σύστημα αμφισβητούν την καθαρή έξοδο και προβάλλουν ότι θα υπάρχουν μηχανισμοί παρακολούθησης, τόσο γίνονται διαφημιστές της κυβέρνησης στον διεθνή χώρο και στυλοβάτες της οικονομικής πολιτικής της. Η εσωτερική χρήση από την αντιπολίτευση του ισχυρισμού «μη καθαρής εξόδου» δεν έχει κανένα αντίκρισμα. Απλώς όσο αρνούνται να παραδεχθούν την έξοδο από το Μνημόνιο τόσο δυσχεραίνουν τη θέση τους.