Ευκλείδης Τσακαλώτος: Εξορκισμός

Toυ Γ. Λακόπουλου

Η δημόσια παρουσία του Ευκλείδη Τσακαλώτου είναι ενδιαφέρουσα:  αστός διανοούμενος με αριστερές αντιλήψεις, συγκροτημένη σκέψη,  ελκυστικό γραπτό λόγο και ελληνικά σαν του Γκμοχ.

Στην πολιτική αξιολόγηση συχνά ο ίδιος αδικεί  τον εαυτό  του.  Ίσως γιατί η αγγλοσαξονική κουλτούρα του και ο επιτηδευμένος αντικομφορμισμός του δεν του επιτρέπουν να διαβάσει σωστά τη σχέση ανάμεσα στα τέσσερα πόδια του τραπεζιού της ελληνικής πολιτικής ζωής: την πολιτική τάξη, την μιντιοκρατία, τον παρέμβαση του χρήματος και τον λαϊκό  παράγοντα.   

Μια πρόσφατη αναφορά στο «Ημερολόγιο»- που δημοσιεύει τακτικά στο  TVXS.gr –  για τον Κώστα Σημίτη, τοποθετεί τον πρώην Πρωθυπουργό πολύ εύστοχα  σε ρόλο ενεργούμενου των ελίτ.

» Αν οι ελίτ, που δυστυχώς είναι κάπως επιρρεπείς στην αμαρτία της αχαριστίας, κάποτε εισαγάγουν ένα παρόμοιο τιμητικό βραβείο συνολικής συνεισφοράς στην προαγωγή των συμφερόντων τους, τότε ο Κώστας Σημίτης θα ήταν αδιαμφισβήτητο φαβορί για την πρώτη απονομή».

Δεν διευκρινίζει ποιος είναι αχάριστος σε ποιον. Ούτε αναφέρεται στα λούμπεν χαρακτηριστικά των εγχώριων ελίτ: τα μέλη τους είναι απλώς «πλούσιοι» -με απομύζηση δημοσίου χρήματος συνήθως ή με βρόμικες  δουλειές από την Κατοχή ως τη Χούντα- και όχι «ταγοί».  Ίσως το έχει κάνει σε άλλα κείμενά του.

Στο συγκεκριμένο πάντως, αναφερόμενος στον Σημίτη, προσπαθεί να ξορκίσει κάτι που πλανάται στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα: ότι, τηρουμένων των ιστορικών, πολιτικών και προσωπικών αναλογιών, στο συλλογικό υποσυνείδητο η απόσταση που ο ίδιος έχει από αυτές τις ελίτ να μην είναι μεγαλύτερη από του Σημίτη.

Σε μια αποστροφή του αναφέρει πως αισθάνεται ως «χτύπημα κάτω από τη ζώνη» ότι μετά το περασμένο  θέρος «στη συζήτηση για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ, κάποιοι δημοσιογράφοι έγραψαν ότι ο Τσακαλώτος θέλει να γίνει ο Σημίτης του ΣΥΡΙΖΑ».

Αντιτάσσει -για να το αποκλείσει- ότι  «η κριτική του  στη σοσιαλδημοκρατία» και τον «εκσυγχρονισμό» του Σημίτη,  αλλά και την ευθεία επίθεση του στον ίδιο ως « πολιτικό που θεωρεί τον εαυτό του νόμιμο ιδιοκτήτη της χώρας» και πρόσφατα «έχει προσφέρει στηρίγματα στην κυβέρνηση της ΝΔ»

Το υπονοούμενο είναι: αφού είμαι τόσο απέναντι στον Σημίτη, πώς νοείται να θέλω να του μοιάσω, όπως μου καταλογίζουν;

Καθώς ανάμεσα σ αυτούς που τον συνέδεσαν με το «προηγούμενο Σημίτη» ήταν και το Α.Π. – μάλλον πρώτο από όλους- δικαιούμαστε μια διευκρίνιση: η επιχειρηματολογία του για δείξει πόσο αποτάσσεσαι τον Σατανά στηρίζεται  σε μια μικρή λαθροχειρία: απαντάει σε κάτι που δεν του έχει προσάψει  κανείς: την πρόθεση να γίνει Σημίτης.

Το ΑΠ τουλάχιστον δεν θεωρεί ότι ο Τσακαλώτος  «θέλει» να γίνει  Σημίτης. Δεν ξέρουμε καν τι θέλει. Είναι προφανή όμως δυο άλλα στοιχεία της δημόσιας παρουσίας του:

Πρώτο, ότι μιντιακά και οικονομικά συστήματα, θέλουν να τον κάνουν Σημίτη. Να τον στρατολογήσουν δηλαδή σε ρόλο, αν όχι ανατροπέα, προς το παρόν δελφίνου του Αλέξη Τσίπρα, ώστε να υπονομεύεται η προοπτική επιστροφή του στην κυβέρνηση.

Οι λόγοι είναι γνωστοί: ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν είναι βολικός- όσο μπορεί τουλάχιστον. Ρωτήστε  τη γάτα Ιμαλαΐων.

Αν επιστρέψει χωρίς τα μνημονιακά δεσμά, αλλά και έμπειρος και υποψιασμένος πλέον, δεν θα καλοπεράσουν.

Αναζητούν κάποιον λοιπόν να παίξει στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ το ρόλο που έπαιζε ο Κώστας Σημίτης στο ΠΑΣΟΚ. Με αντάλλαγμα τη μελλοντική  εγκατάστασή του στο ρετιρέ. 

Το δόλωμα είναι εμφανές: η υποστηρικτική προβολή του. Φτάνει μέχρι τον Κυριάκο Μητσοτάκη που υποδύεται στη Βουλή ότι προτιμάει τον «καλό» Τσακαλώτο, από τον «κακό» Τσίπρα.

Δεύτερο: Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Τσακαλώτος βλέπει ακριβώς έτσι το πολιτικό του μέλλον. Δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να τον συνδέει προσωπικά με αυτούς τους κύκλους. Ακόμη και η διαπιστωμένη σχέση με τον Στουρνάρα δεν μπορεί να ενταχθεί σ αυτό. Είναι «οικείος» του, αλλά είναι και… ανταγωνιστής του.  

Αλλά και ο ίδιος ο Τσακαλώτος δεν μπορεί να  ισχυριστεί ότι δεν διακρίνει αντικειμενικά -τα υποκειμενικά επαφίενται στον ίδιο- στοιχεία  αντιγραφής του ρόλου Σημίτη.

 Έχει φιλοδοξίες, συντηρεί μια εσωκομματική φράξια και λειτουργεί εμφανώς ως ομαδάρχης, αντιπαρατίθεται με τον Τσίπρα και δεν δείχνει να ενοχλείται από τον μιντιακό εναγκαλισμό του από τις δυνάμεις  που έχουν εθιστεί-  εξυπηρετώντας τα συμφέροντά τους – να παρεμβαίνουν στην πολιτική ζωή, να χειραγωγούν  πολιτικούς και να επεμβαίνουν στο  εσωτερικό των κομμάτων εξουσίας.

Το θέμα της «σημιτοποίησής» του, λοιπόν, τίθεται εκ των πραγμάτων- έστω και αν τη φιλοτεχνούν οι άλλοι και όχι ο ίδιος.

Με άλλα λόγια ο Ευκλείδης είναι το πιο συγκροτημένο στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ και ο πιο ισχυρός πόλος μετά τον Τσίπρα στο κόμμα. Αλλά απέχει πολύ από την ηγετικότητα που απαιτείται για να είναι κάποιος ηγέτης μιας  κυβερνώσας παράταξης.

Η πολιτική δεν είναι σεμινάριο, αλλά ικανότητα πειθούς, έμπνευσης και  επιρροής στην κοινωνία. Η οποία είναι μέγεθος μεγαλύτερο  από τηλεοπτικό κοινό.

Μπορεί λοιπόν να εξορκίζει τις συγκρίσεις του με τον ιστορικό Σημίτη.   Αλλά δεν πρέπει να του διαφεύγουν δυο πράγματα:

Πρώτο: υπάρχουν και άλλα τρία πόδια του τραπεζιού και έχουν τον τρόπο τους να περικυκλώνουν το πόδι της πολιτικής.

Δεύτερο: στην εγχώρια πολιτική σκηνή Σημίτης μπορεί να γίνει κάποιος και ως αντι-Σημίτης.