Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η αφασία του Τσίπρα, ο κυνισμός του Μητσοτάκη και η λυτρωτική πρόταση Βενιζέλου

Του Γ. Λακόπουλου

Η επικαιροποίηση της θέσης του Κυριάκου Μητσοτάκη για την αξιοποίηση ήλθε από τη Θεσσαλονίκη: «Αν η κυβέρνηση συμφωνήσει σκληρά μέτρα με τους δανειστές πρέπει να τα ψηφίσει μόνη της».

Δηλαδή η ΝΔ δεν βάζει πλάτη στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης και ας είναι θέμα επιβίωσης για τη χώρα. Θέλει την εξουσία εδώ και τώρα – τίποτε λιγότερο.

Η τοποθέτηση περιέχει έναν ιδιότυπο κυνισμό παλαιομητσοτακικού τύπου. Έτσι ήταν και πατέρας του. Όταν πίστευε ότι ο αντίπαλός του  -ο Ανδρέας Παπανδρέου συγκεκριμένα – βρισκόταν στο έδαφος, τον  πατούσε στο λαιμό.  Μόνο που αυτή τη φορά στο έδαφος βρίσκεται η Ελλάδα όχι  κανένας αντίπαλος του Κυριάκου..

Ταυτόχρονα είναι μια τοποθέτηση παραπλανητική. Δεν υπάρχουν  μέτρα που «θα συμφωνήσει η κυβέρνηση» -με τη θέλησή της. Καμία κυβέρνηση δεν θα συμφωνούσε σε τέτοια μέτρα. Ιδίως αν έχει πάρει ήδη αρκετά και δύσκολα, που κόστισαν στην ελληνική κοινωνία και στην ίδια.

Τα μέτρα θα τα επιβάλλουν οι δανειστές για πολλούς λόγους. Ένας ασφαλώς είναι η κυβερνητική υστέρηση στην υλοποίηση συμφωνημένων δράσεων. Οι άλλοι όμως δεν έχουν καν σχέση με την Ελλάδα- πόσο μάλλον με την κυβέρνηση.

Είναι η κλιμάκωση του ανταγωνισμού ανάμεσα το ΔΝΤ και τους Γερμανούς.  Όπως είναι και οι εκλογικές ανάγκες των Γερμανών- και άλλων Ευρωπαίων συντηρητικών.

Η ίδια τοποθέτηση περιέχει επίσης και μια αυταπάτη.  Ο Κυριάκος θεωρεί ότι αν ήταν σήμερα ο ίδιος  στη θέση του Τσίπρα, ή αν αναλάβει τώρα, η κατάσταση θα αλλάξει. Γιατί θα είναι «αξιόπιστος».

Πλανάται. Πιο αξιόπιστος πρωθυπουργός από τον Τσίπρα έναντι των Ευρωπαίων δεν υπήρξε στα χρόνια του Μνημονίου – από τη στιγμή που έκανε τη στροφή, εννοείται. Για δυο λόγους: και γιατί εφάρμοζε το Μνημόνιο και γιατί δεν ήταν απέναντι.  Κανείς άλλος δεν θα κατάφερνε να περάσει από τη Βουλή όσα πέρασε ο ίδιος.

Η αυταπάτη Μητσοτάκη βρίσκεται το εξής: οι λόγοι για τους οποίους πιέζεται η σημερινή κυβέρνηση να πάρει μέτρα θα ισχύουν και για την επόμενη.

Ό,τι αντιμετωπίζει ο Τσίπρας θα αντιμετώπιζε και ο Μητσοτάκης . Αν στο επόμενο διάστημα βρεθεί στη θέση του θα το αντιμετωπίσει ακόμη περισσότερο. Για να αναλάβει πρέπει να γίνουν εκλογές, άρα θα χαθεί χρόνος και δυναμική και συνεπώς ο λογαριασμός θα μεγαλώσει.  Ό,τι έπαθε ο Τσίπρας το 2015.

Ως πρωθυπουργός ο Μητσοτάκης δεν θα κάνει τίποτε για τους λόγους που δεν προσπαθεί να μην κάνει και ο Τσίπρας: γιατί  το πολιτικό κόστος θα είναι βαρύ, χωρίς να βάλει πλάτη και η αντιπολίτευση. Δεν το κάνει, δεν θα μπορεί να το ζητήσει.

Από αυτή την άποψη ο Μητσοτάκης απλώνει το σκοινί με το οποίο θα κρεμαστεί ίδιος. Αν δεν είχε την ασυγκράτητη δίψα της  εξουσίας -η ένταση της οποίας είναι ανάλογη της διαρκούς επικοινωνιακής κορύφωσης που συνοδεύει την παρουσία του τελευταία-  θα συνειδητοποιούσε ότι τον συμφέρει να στηρίξει την κυβέρνηση  στην αξιολόγηση. Πριν από όλα γιατί συμφέρει τη χώρα και την ελληνική οικονομία.

Αλλιώς μπαίνει στο τρενάκι της απώλειας που μπήκε ο Γ. Παπανδρέου, αρνούμενος να βάλει πλάτη στο ασφαλιστικό του Καραμανλή το 2009.  Μπορεί να το καταλάβει στην επικείμενη συνάντησή του με τη Μέρκελ.

Και ο Τσίπρας; Απλώς είναι χαμένος στο διάστημα -για να δανειστούμε το συμβολισμό από τη κυβερνητική δραστηριότητα του -πρώην;-  φίλου του Νίκου Παππά. Δεν μπορεί να κάνει πολλά πλέον. Προσπαθώντας να αποφύγει και τα μέτρα και τις εκλογές, κινδυνεύει να έχει και μέτρα και εκλογές.

Ελπίζει στο θαύμα, αλλά αντιλαμβάνεται ότι οι σκληροί της Ευρώπης θα επιμείνουν -για δικούς τους λόγους περισσότερο. Θα φτάσουν ίσως μέχρι την  απώθηση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Για να έχουν τα χέρια τους λυμένα στα νέα ζητήματα που εγείρει η έξοδος της Βρετανίας και η πολιτική Τραμπ- ιδιαίτερα αν συνδυαστεί με τον Πούτιν.  Αφού δεν μπορούν να λύσουν τον Γόρδιο δεσμό  της Ελλάδας θα τον κόψουν και ας τους προειδοποίει ο Τσίπρας ότι «δεν τους συμφέρει».

Νέα μέτρα δεν σηκώνει η κοινωνία. Αν θα τα πάρει ο σημερινός πρωθυπουργός θα είναι πατριωτική πράξης αυτοθυσίας όχι  «γάντζωμα στην εξουσία».

Εκλογές δεν είναι εύκολο να αποφασίσει.Το χειρότερο: Η   παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα στην οποία στηρίχθηκε σε προγενέστερες φάσες δεν υπάρχει πλέον. Η διοίκηση Τραμπ δεν ενδιαφέρεται να στείλει κανέναν Λιού για να αναζητήσει συμβιβασμούς.

Εμφανώς ο Τσίπρας βρίσκεται σε αφασία. Έχει να σηκώσει και το σταυρό των ελληνοτουρκικών και του Κυπριακού και απλώς προσπαθεί να δείξει ότι υπάρχει. Π.χ. σπεύδει να τονώσει τις διακρατικές σχέσεις με τη… Σερβία -υπό το σαρδόνιο χαμόγελο του  Μητσοτάκη.

Καθώς όλα πάνε στραβά, είτε μείνει ο Τσίπρας είτε έλθει ο Μητσοτάκης, μια λυτρωτική λύση έρχεται από εκεί που συνήθως έρχονται προβλήματα: από τον Βαγγέλη Βενιζέλο.

Στην τελευταία εμφάνισή του, εκτός από τη διολίσθηση σε ακροδεξιά θεώρηση των εξελίξεων του τύπου «άμεσος εθνικός στόχος να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ»- αν είναι δυνατόν να ακούγονται τέτοιες θεωρίες από το κόμμα του Ανδρέα  Παπανδρέου.-  επανέλαβε μια πρόταση που έχει κάνει και προσωπικά στον Μητσοτάκη: άμεσες εκλογές με τη δέσμευση ότι την επόμενη θα υπάρχει κυβέρνηση συνεργασίας με τη συμμετοχή και του ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι μια σολομώντεια λύση. Πρόταση από μόνη της σωτήρια. Η συνένωση δυνάμεων σε εθνική βάση μπορεί να κινήσει τα πράγματα ώστε να αποδεχθεί η χώρα μόνο όσα μέτρα δεν μπορεί να αποφύγει και να κερδίσει χρόνο.

Αλλά είναι και ευφυής. Απομονώνει τους φανατικούς του νεομητσοτακισμού που θέλουν πάση θυσία αυτοδυναμία για να επιβάλλουν το καθεστώς  που ετοιμάζουν-  και στο κράτος και στο κόμμα. Αλλά και να ασκήσουν διώξεις του Συριζαίους προς ικανοποίηση του ακροδεξιού κοινού τους. Τα προπαγανδίζουν ήδη με αλαζονεία οι κεκράκτες τους.

Η ίδια πρόταση απομονώνει και την ενδεχομένη διάθεση του Τσίπρα να μείνει στην αντιπολίτευση και να πετροβολάει. Κατά τον Βενιζέλο, όπως η ΝΔ δεν μπορεί να κυβερνάει αυτοδύναμη γιατί έχει ευθύνη για την κρίση, έτσι και ο Τσίπρας δεν μπορεί να είναι αμέτοχος αντιπολιτευόμενος γιατί έχει ευθύνη που δεν βρέθηκε λύση. Δεν έχει άδικο.

Προφανώς η πρόταση προβάλλεται επιμόνως και σε κάθε ευκαιρία  από τον Βενιζέλο και για ένα πρόσθετο λόγο. Από τη μια αφήνει πίσω την Φώφη -να μελώνει με τον ΓΑΠ- και από την άλλη εξασφαλίζει προφανώς ένα ρόλο και για τον ίδιο. Αλλά εδώ που τα λέμε τίποτε δεν είναι χωρίς ρίσκο….