
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Η περίφημη ατάκα που χρησιμοποίησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή, ρωτώντας ρητορικά «ποιος θέλετε να απαντήσει το τηλέφωνο στις 3 το πρωί αν συμβεί μια κρίση;», είναι πιστή αντιγραφή από το πασίγνωστο σποτ της καμπάνιας της Χίλαρι Κλίντον το 2008 απέναντι στον Μπαράκ Ομπάμα.
Στην προσπάθειά του να φιλοτεχνήσει ένα προφίλ στιβαρού ηγέτη που εγγυάται τη σταθερότητα, ο Έλληνας πρωθυπουργός δανείστηκε ένα αμερικανικό επικοινωνιακό εύρημα.
Η πραγματικότητα όμως τον διέψευσε με τον πιο σκληρό τρόπο: όταν το τηλέφωνο τελικά «χτύπησε», αποδείχθηκε ότι οι μηχανισμοί ασφαλείας είτε εγκλωβίζονταν σε σκοπιμότητες επιβάλλοντας την επικοινωνιακή σιωπή, είτε αποδείχθηκαν απελπιστικά απροετοίμαστοι απέναντι στις σύγχρονες υβριδικές απειλές.
Η υιοθέτηση της ατάκας της Κλίντον αποδεικνύει ότι για το επιτελικό κράτος η εθνική ασφάλεια ξεκινά και τελειώνει στο επίπεδο των εντυπώσεων και του πολιτικού μάρκετινγκ, την ώρα που οι πραγματικές δομές παραμένουν εκτεθειμένες. Αυτή ακριβώς η εμμονή στην επικοινωνιακή βιτρίνα αναδεικνύει το τεράστιο χάσμα που χωρίζει την εγχώρια διαχείριση από τη διεθνή θεσμική πρακτική.
Στη διεθνή πολιτική πρακτική, ο θεσμός του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας αποτελεί το νευραλγικό κέντρο όπου η ακατέργαστη πληροφορία των μυστικών υπηρεσιών συναντά τη στρατηγική σκέψη και μετατρέπεται σε κρατική πολιτική. Από την εποχή που ο Χένρι Κίσινγκερ επαναπροσδιόρισε τον ρόλο στην Ουάσιγκτον, η θέση αυτή απαιτεί απόλυτη στεγανότητα, βαθιά θεσμική μνήμη και, πάνω απ’ όλα, την ικανότητα να προστατεύεται το κράτος από τις ασύμμετρες απειλές της εκάστοτε εποχής. Σε χώρες με ισχυρή παράδοση στην εθνική ασφάλεια, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία ή το Ηνωμένο Βασίλειο, οι δομές αυτές λειτουργούν αυτόνομα από τις εκλογικές σκοπιμότητες. Οι σύμβουλοι ασφάλειας εκεί δεν είναι επικοινωνιακοί διαχειριστές της καθημερινότητας ούτε κυβερνητικοί εκπρόσωποι· είναι οι θεματοφύλακες των ζωτικών συμφερόντων της χώρας, οι οποίοι κινούνται στη σκιά, τηρώντας απαρέγκλιτα αυστηρά, σχεδόν θρησκευτικά, πρωτόκολλα ασφαλείας και επικοινωνίας.
Στην ελληνική πραγματικότητα, ωστόσο, η μεταφύτευση αυτού του θεσμού στο πλαίσιο του λεγόμενου «επιτελικού κράτους» φαίνεται πως προσέκρουσε στις δομικές παθογένειες ενός συστήματος που ιεραρχεί την κομματική κυριαρχία και τη διαχείριση των εντυπώσεων πάνω από τη θεσμική θωράκιση. Ο θεσμός, αντί να λειτουργήσει ως ένα υπερκομματικό παρατηρητήριο στρατηγικής, διολίσθησε γρήγορα σε ένα εργαλείο εξισορρόπησης εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών. Η διαδρομή από την ίδρυση της θέσης μέχρι τις πρόσφατες εξελίξεις αναδεικνύει μια ανησυχητική τάση, όπου η εθνική ασφάλεια αντιμετωπίζεται με όρους πολιτικής επικοινωνίας και η κρατική σοβαρότητα υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη να διατηρηθεί αλώβητο το προφίλ της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Η πρώτη ηχηρή ρωγμή σε αυτό το οικοδόμημα εμφανίστηκε τον Αύγουστο του 2020, με την παραίτηση του πρώτου Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, Αλέξανδρου Διακόπουλου. Σε μια περίοδο εξαιρετικά υψηλής έντασης με την Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο, ο Αντιναύαρχος ε.α. προχώρησε σε μια δημόσια παραδοχή που ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με το κυβερνητικό αφήγημα: επιβεβαίωσε ότι το τουρκικό ερευνητικό σκάφος Oruc Reis είχε πραγματοποιήσει έρευνες, αμφισβητώντας την επίσημη εκδοχή ότι οι θόρυβοι των ελληνικών πλοίων είχαν αποτρέψει τη δραστηριότητά του. Η παραίτηση που ακολούθησε δεν ήταν το αποτέλεσμα ενός επιχειρησιακού λάθους, αλλά η τιμωρία για την παραβίαση της επικοινωνιακής πειθαρχίας. Το «επιτελικό κράτος» δεν μπορούσε να ανεχτεί μια αλήθεια που αποδομούσε την εικόνα της απόλυτης αποτροπής που είχε φιλοτεχνήσει για το εσωτερικό ακροατήριο. Η εθνική ασφάλεια υποτάχθηκε στην ανάγκη για επικοινωνιακή ομοιομορφία, στέλνοντας το μήνυμα ότι η διατήρηση της πολιτικής κυριαρχίας είναι σημαντικότερη από την ειλικρινή αποτίμηση των γεωπολιτικών δεδομένων.
Το μάθημα εκείνης της περιόδου, αντί να οδηγήσει σε θεσμική ωρίμανση και αυστηροποίηση των διαδικασιών, φαίνεται πως οδήγησε σε μια ακόμη μεγαλύτερη χαλάρωση, η οποία εκδηλώθηκε με τον πιο δραματικό και ταυτόχρονα ειρωνικό τρόπο τον Ιούλιο του 2026. Η αποκάλυψη ότι ο νυν Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, Θάνος Ντόκος, έπεσε θύμα των Ρώσων φαρσέρ Vovan και Lexus, οι οποίοι χρησιμοποιώντας τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης (deepfake) προσποιήθηκαν Ουκρανούς αξιωματούχους, ξεπερνά τα όρια ενός απλού διπλωματικού ατοπήματος. Δεν πρόκειται απλώς για μια «γκάφα», αλλά για μια βαθιά θεσμική αποτυχία που εκθέτει τη χώρα διεθνώς. Ο άνθρωπος που είναι επιφορτισμένος με τη στρατηγική ανάλυση των απειλών της χώρας βρέθηκε να συζητά σε μια απλή, μη ασφαλισμένη τηλεδιάσκεψη για ευαίσθητα ζητήματα, όπως οι εκτιμήσεις για τις εσωτερικές εκλογές, η δράση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στο Κίεβο, ακόμη και για ευαίσθητα στρατιωτικά περιστατικά, όπως η πρόσφατη υπόθεση με το ουκρανικό drone ανοιχτά της Λευκάδας.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αυτής της υπόθεσης, ωστόσο, δεν είναι η ίδια η κυβερνοεπίθεση ή η χρήση προηγμένων ψηφιακών εργαλείων από ξένα κέντρα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασε ο κρατικός μηχανισμός. Η απάντηση της κυβέρνησης και του ίδιου του Συμβούλου χαρακτηρίζεται από μια παροιμιώδη χαλαρότητα που σοκάρει τους διεθνείς παρατηρητές. Αντί για την άμεση ανάληψη της πολιτικής ευθύνης και την αποπομπή του αξιωματούχου, όπως θα συνέβαινε σε οποιοδήποτε κράτος που σέβεται τα πρωτόκολλα ασφαλείας του, επιστρατεύτηκε μια σειρά από δικαιολογίες που υποτιμούν τη σοβαρότητα του γεγονότος. Η επίκληση της «υβριδικής επίθεσης» και της «εξελιγμένης τεχνολογίας AI» χρησιμοποιήθηκε όχι ως διάγνωση ενός προβλήματος, αλλά ως άλλοθι για την έλλειψη βασικών προληπτικών ελέγχων. Η δήλωση ότι «δεν διέρρευσαν απόρρητα έγγραφα» επιχειρεί να υποβαθμίσει το γεγονός ότι ένας κορυφαίος κρατικός λειτουργός μοιραζόταν πολιτικές και στρατηγικές εκτιμήσεις με αγνώστους, αποδεικνύοντας ότι η κουλτούρα της ασφάλειας των επικοινωνιών στην κορυφή της πυραμίδας είναι ανύπαρκτη.
Αυτή η χαλαρότητα στην αντίδραση αποκαλύπτει τη βαθύτερη φιλοσοφία της εξουσίας: η διατήρηση των προσώπων στις θέσεις τους και η αποφυγή της πολιτικής φθοράς που θα επέφερε μια καρατόμηση θεωρούνται σημαντικότερες από την αποκατάσταση της τρωθείσας αξιοπιστίας του θεσμού. Όταν η αντιπολίτευση ζητά επιτακτικά την παραίτηση, η κυβερνητική απάντηση εστιάζει στην άμυνα του «συστήματος» και όχι στην αναγνώριση του κενού ασφαλείας. Η επιλογή να παραμείνει ο κ. Ντόκος στη θέση του, με το επιχείρημα ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ένα πρόγραμμα αναβάθμισης των πρωτοκόλλων, αποτελεί μνημείο πολιτικού κυνισμού. Στην πραγματικότητα, ομολογείται ότι ο θεσμός λειτουργούσε χωρίς τα απαραίτητα φίλτρα, αλλά κανείς δεν καλείται να πληρώσει το τίμημα αυτής της αμέλειας.
Όταν συγκρίνει κανείς αυτή την πρακτική με τη λειτουργία ανάλογων συμβουλίων στο εξωτερικό, η απόσταση είναι χαοτική. Στο Παρίσι ή στο Λονδίνο, η παραμικρή υποψία ότι ένας σύμβουλος ασφάλειας συνομίλησε εκτός ασφαλών δικτύων με μη διαπιστευμένους συνομιλητές θα οδηγούσε στην άμεση αποπομπή του μέσα σε λίγες ώρες, όχι για λόγους εκδίκησης, αλλά για τη διαφύλαξη του κύρους του κράτους και της εμπιστοσύνης των συμμάχων. Στην Ελλάδα, η πολιτική επιβίωση του στελέχους ταυτίζεται με την επιβίωση της κυβέρνησης, και η παραίτηση αντιμετωπίζεται ως ένδειξη αδυναμίας απέναντι στους πολιτικούς αντιπάλους, και όχι ως πράξη ευθύνης απέναντι στο έθνος.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από αυτή την ιστορική διαδρομή, από το Oruc Reis του 2020 μέχρι τις ρωσικές φάρσες του 2026, είναι δυσοίωνο. Οι υπεύθυνοι εθνικής ασφάλειας στην Ελλάδα φαίνεται να εγκλωβίζονται σε έναν ρόλο που εξυπηρετεί περισσότερο την κομματική κυριαρχία και λιγότερο τη γεωστρατηγική θωράκιση. Όταν οι κρίσεις αντιμετωπίζονται με όρους επικοινωνιακής διαχείρισης και οι σοβαρές παραβιάσεις των πρωτοκόλλων προσπερνιούνται με μια απλή shrug, με μια χαλαρή αναφορά στην «τεχνολογία που μας ξεγέλασε», τότε το κράτος παύει να εκπέμπει σοβαρότητα. Γίνεται ευάλωτο όχι μόνο στους εξωτερικούς εχθρούς και τις υβριδικές απειλές, αλλά και στην ίδια του την εσωτερική χαλαρότητα, η οποία, σε τελική ανάλυση, αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την εθνική του ασφάλεια.

