Κυριακή 23 Ιουλίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η ωμή και καθαρή φωνή ενός ανθρώπου που τα έζησε όλα

Η διακυβέρνηση Παπανδρέου δεν ήταν αγγελική. Και σκάνδαλα υπήρξαν και κακοδιαχείριση και κομματισμός, ως απάντηση στον διαρκή κομματισμό της μετεμφυλιακής Δεξιάς. Αλλά αυτό που κρίθηκε δια του Μητσοτάκη δεν ήταν η απονομή Δικαιοσύνης και η καλή λειτουργία του κράτους. Ήταν η εκχώρηση δικαιώματος συγκυβέρνησης σε επιχειρηματίες.Κανείς άλλος πρωθυπουργός ως τότε - δηλαδή ο Κ. Καραμανλής, ο Γ. Ράλλης και ο Α. Παπανδρέου - δεν συζητούσε κατ’ ιδίαν με οικονομικούς παράγοντες την άσκηση διακυβέρνησης, πόσο μάλλον αλλά θέματα.Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήταν η Κερκόπορτα που επέτρεψε στην οικονομική εξουσία να θέσει υπό έλεγχο τον δημόσιο βίο.

Γράφει ο Αλέξης Παπαχελάς*

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης «έφυγε» και σήμανε πραγματικό τέλος εποχής. Ήταν φτιαγμένος από άλλα «υλικά». Μόνο αυτά που έζησε ο ίδιος μπορούν να δημιουργήσουν έναν τόσο μοναδικό άνθρωπο. Από τις ώρες αναμονής σε ένα κελί για την εκτέλεση από τους Γερμανούς και μετά, βίωσε εμπειρίες που οι μετέπειτα γενιές μόνο από βιβλία θα μάθουν.

Ήταν η πιο περίπλοκη, ίσως και η πιο αδικημένη, περίπτωση ηγέτη της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ήταν ένας Ευρωπαίος statesman, που στεκόταν με άνεση και αυτοπεποίθηση δίπλα στους άλλους Ευρωπαίους ηγέτες της γενιάς του. Κατεξοχήν εκπρόσωπος της σχολής του ρεαλισμού στην οικονομία και στην εξωτερική πολιτική, πήρε πολλές φορές προωθημένες θέσεις που του κόστισαν πολιτικά. Δεν τον ένοιαζε, όμως, να «μπαίνει στη φωτιά» με μια υπεραισιόδοξη αυτοπεποίθηση.

Ήταν σκληρός πολιτικός αντίπαλος, αλλά ήξερε το κόστος των μεγάλων διχασμών για τον τόπο. Η ομιλία του στη Βουλή λίγη ώρα μετά τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη είναι ένα μάθημα για όλους μας, ειδικά για την ιστορική φάση που διανύουμε. Ήταν ίσως η κορυφαία στιγμή του.

Κανείς δεν μπορεί, πάντως, να αναλύσει τον Μητσοτάκη χωρίς μία άλλη του διάσταση. Μαζί με τον statesman συνυπήρχε ένας κλασικός τοπάρχης από μιαν άλλη Ελλάδα, και βέβαια την Κρήτη. Φρόντιζε τους οπαδούς του και, όπως συχνά έλεγε, τις λίγες χιλιάδες που τον κράτησαν ζωντανό στην πολιτική και τον έφεραν από την έρημο στο comeback της πρωθυπουργίας του.

Πήρε μαζί του μερικές από τις απαντήσεις που έψαχνα και ψάχναμε για τη δεκαετία του 1960. Το πάθος για την Ιστορία, το δικό του για τη δικαίωσή του πέρα από εφήμερα στερεότυπα, το δικό μου για την έρευνα, μου έδωσαν την ευκαιρία να περάσω πολλές ώρες μαζί του.

Δεν τον ήξερα καλά την περίοδο της πρωθυπουργίας του, αντιθέτως βρέθηκα στο στόχαστρο των παραδοσιακών αυλικών τού εκάστοτε πρωθυπουργού. Και τον στενοχώρησα αρκετές φορές μετά, με έρευνες που έκανα. Μου έκανε εντύπωση πάντα πώς αντέδρασε σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, όπου ήξερα ότι είχε θυμώσει πολύ.

Απέφευγα να τον συναντήσω μέχρι να περάσει η μπόρα. Με είδε όμως σε μια εκδήλωση και ήλθε καταπάνω μου. «Χάθηκες», μου είπε και πρόσθεσε: «Ποτέ μην μπερδεύεις τη δουλειά με τα προσωπικά. Εσύ καλά έκανες τη δουλειά σου, έλα να τα πούμε».

Είχα την ευκαιρία, που τώρα μου μοιάζει πολύτιμη, να τον δω για τελευταία φορά πριν από το περασμένο Πάσχα. Η αγωνία του για το πού πάμε ήταν έκδηλη. Με ρωτούσε τι πιστεύω για τον Ερντογάν και τι θα γίνει με το δημοψήφισμα στην Τουρκία.

Καθώς τελείωναν οι αντοχές του, έκανα το αναμενόμενο σχόλιο: «Πρόεδρε, υποθέτω θέλεις να αντέξεις να δεις τον Κυριάκο πρωθυπουργό». Επειδή ήταν ο Μητσοτάκης, μου έδωσε μια εξίσου αναμενόμενη απάντηση που έδειχνε πόσο ήθελε να είναι ακόμη ενεργός, στα 99 του, χωρίς να βλέπει καλά, χωρίς να μπορεί να σηκωθεί από την καρέκλα μόνος του: «Αυτό που θέλω είναι να έχω τα μυαλά μου για να μπορώ να βοηθήσω να μη γίνουν μεγάλα λάθη τον πρώτο καιρό, να τα προλάβουμε».

Ήξερα ότι δεν θα τον ξανάβλεπα. Και πως θα μας έλειπε αυτή η ωμή, καθαρή φωνή ενός ανθρώπου που τα έζησε όλα, που, είτε διαφωνούσες είτε συμφωνούσες μαζί του, έπρεπε να τον ακούς. Ίσως γι’ αυτό με αποχαιρέτησε με μία φράση που δεν θα ξεχάσω: «Να θυμάσαι, παιδί μου, ένα πράγμα: Αυτή η χώρα όσο εύκολα χαλάει τόσο εύκολα φτιάχνει».

*Πηγή: kathimerini.gr