Κ. Καραμανλής: Ξαναδιαβάζοντας μια δήλωση που λέει περισσότερα από τις 134 λέξεις της

Του Γ. Λακόπουλου


Υπό την πίεση των εξελίξεων η γραπτή παρέμβαση Καραμανλή -δεν έτυχε της προσοχής που απαιτεί το πραγματικό της περιεχόμενο. Πίσω από τις 134 λέξεις της που κατανεμήθηκαν διόλου τυχαία σε εφτά προτάσεις και τρεις παραγράφους ο πρώην Πρωθυπουργός «λέει» κάποια πράγματα.

Έριξε μια πέτρα στη λίμνη με τρόπο που προκάλεσε ακριβώς τους κύκλους που ο ίδιος επιθυμούσε. Αποτελεί άθλο ότι κατάφερε να μην απασχολήσει η δήλωσή του την επικαιρότητα περισσότερο από όσο ήταν αναγκαίο. Αλλά αν τα ξαναδούμε σε συνδυασμό και με τις αντιδράσεις που ακολούθησαν αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Πρώτο: Ήταν μια δήλωση που έβαζε πιπέρι στον Άδωνι Γεωργιάδη και όσους προσπάθησαν, με προβοκατόρικο τρόπο, το τελευταίο διάστημα να υποβάλουν την ιδέα ότι το 2008 στο Βουκουρέστι ο Καραμανλής ως Πρωθυπουργός απλώς μπλοφάριζε με το εθνικό θέμα. Ή ότι υποστήριξε την εθνική γραμμή για συνθέτη ονομασία κλπ, αλλά… δεν την πίστευε.

Αν ληφθούν υπόψη και κάποιες τοποθετήσεις στην -εμβόλιμη τελικά- παρέμβαση Ντόρας Μπακογιάννη στη Βουλή– που υποδήλωσε συνεννόηση μαζί του- αυτό το καλαμπούρι τελειώνει. Το Βουκουρέστι έχει στη σφραγίδα του Καραμανλή και τη διεκδικεί. Άλλωστε θα είχε επιλύσει ο ίδιος το θέμα το 2008, αν δεν απέρριπταν την προταθείσα από την Ελλάδα λύση τα Σκόπια.

Η χώρα όμως πήρε τη δέσμευση του ΝΑΤΟ ότι δεν θα δεχθεί την αίτησή τους, αν δεν λυθεί το ονοματολογικό. Αυτό ακριβώς κάνει η Συμφωνία των Πρεσπών.

Δεύτερο: Δεν προσέφερε την κάλυψη που περίμενε η σημερινή ηγεσία της ΝΔ. Κράτησε αποστάσεις από τη γραμμή Μητσοτάκη έχοντας επίγνωση ότι πρόκειται για γραμμή Σαμαρά. Απέναντι στον οποίο ήταν σαφής με την τοποθέτηση ότι το «ιδιαίτερα αποτελεσματικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα στη χώρα μας, δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε όπως έπρεπε». Προφανώς εννοεί τις κυβερνήσεις που τον διαδέχθηκαν. Αλλά δεν μπορεί να εννοεί τη κυβέρνηση Τσίπρα καθώς… σ’ αυτό το πλεονέκτημα στηρίχθηκε και το κατέθεσε στην Εθνική αντιπροσωπεία επισήμως ο Πρωθυπουργός.

Τρίτο: Ο Καραμανλής μάλλον προέβλεψε τι θα πει στη Βουλή ο Σαμαράς και πήρε τα μέτρα του προκαταβολικά. Με την επανάληψη της αναφοράς στην παλιότερη τοποθέτηση της Ντόρας Μπακογιάννη -που κινείται στον αντίποδα του Σαμαρά σ’αυτό το θέμα και το λέει πάντα- έβγαλε τον εαυτό του από την ομαδοποίηση του με τους Κώστα Μητσοτάκη και Αντ. Σαμαρά, αλλά και τον Α. Παπανδρέου, που επιχείρησε δολίως ο Μητσοτάκης με τη διατύπωση ότι «ο Τσίπρας έδωσε αυτό που αρνήθηκαν έξι πρωθυπουργοί».

Αν συγκλίνει η πολιτική του με κάποιον είναι με την προηγηθείσα κυβέρνηση Σημίτη που διαπραγματεύονταν στην ίδια βάση, αλλά ποτέ δεν έφτασε σε επισημοποίηση της θέσης της. Η αναδρομή στο βιβλίο «Άκρως Άκρως απόρρητο – ειδικού χειρισμού»- Εκδόσεις Λιβάνη- του πρέσβη ε.τ. Χρήστου Ζαχαράκη – ίσως του καλύτερου γνώστη του Μακεδονικού στο διπλωματικό σώμα- είναι διαφωτιστική.

Τέταρτο: Το ύφος της δήλωσης υποδηλώνει ότι δεν υπέκυψε στον πειθαναγκασμό Μητσοτάκη για άνευ επιφυλάξεων τοποθέτηση υπέρ της πολιτικής του- όπως εν μέρει υπέκυψε προφανώς ο Δημ. Αβραμόπουλος σε ανακολουθία με την ψήφο του στη Κομισιόν.

Ο πρώην πρωθυπουργός τοποθετείται νηφάλια έχοντας υπόψη τον εν δυνάμει διπλό διχασμό. Πρώτα στη χώρα που καλλιεργείται από πολλές πλευρές- ιδίως από την ακροδεξιά. Και εν συνεχεία στη ΝΔ στην οποία προφανώς γνωρίζει ότι οι μισοί αν όχι οι περισσότεροι δεν συμφωνούν με τους χειρισμούς Μητσοτάκη και πολλοί θα ψήφιζαν τη συμφωνία των Πρεσπών.

Πέμπτο: Αναφέρθηκε στην «ισχυρή» και «πλήρως τεκμηριωμένη» «κριτική της ΝΔ». Αλλά ως εκεί και μόνο σε ότι αφορά την «κριτική». Η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να εκφραστεί, μάλλον αποτελεσματικότερα, στον κοινοβουλευτικό διάλογο και σε δημόσιες τοποθετήσεις. Με άλλα λόγια ο Καραμανλής δεν καλύπτει τις άλλες δραστηριότητες, όπως είναι η συμμετοχή στα συλλαλητήρια, οι απειλές – και η παρότρυνση της- των ακραίων και οι κραυγές εθνικισμού και μίσους, που ανέχεται η επίσημη ΝΔ- όταν δεν μετέχουν στελέχη της.

Έκτο: Επικρίνει την κυβέρνηση που «όφειλε να σεβαστεί την ευαισθησία και να αφουγκραστεί τις εύλογες ανησυχίες της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών’, να «διαμορφώσει με δική της πρωτοβουλία συνθήκες στοιχειώδους εθνικής συνεννόησης» και διαπραγματεύθηκε «υπό όρους αδικαιολόγητης βιασύνης».

Αλλά από πουθενά δεν αναδύεται η απόρριψη της Συμφωνίας, με την υιοθέτηση της θέσης ότι είναι επιζήμια ως «εθνική ήττα και εθνική υποχώρηση» του Μητσοτάκη και ότι μπορεί να υπάρξει » διαπραγμάτευσης εξ αρχής» που λέει ο …Σαμαράς. Όπως από πουθενά δεν προκύπτει ότι ο Καραμανλής θα ήταν αντίθετος αν ήταν ο Μητσοτάκης ήταν… υπέρ της Συμφωνίας, επικρίνοντας απλώς την κυβέρνηση για τις παραλείψεις της στους χειρισμούς κατά τη διαπραγμάτευση.

Εν τέλει ο Καραμανλής δεν παρενέβη ούτε για στηρίξει τον Μητσοτάκη, ούτε την κυβέρνηση. Σε ό,τι αφορά τη συμφωνία αναφέρεται σε όσα προηγήθηκαν κυρίως. Και πάντως δεν δηλώνει ότι την απορρίπτει- παρότι στη Βουλή θα την καταψηφίσει.

Επιχειρεί απλώς να ενοποιήσει τη συντηρητική παράταξη -που καταπονείται από τον εσωτερικό διχασμό που προκαλεί η σύμπραξη Μητσοτάκη με την ομάδα Σαμαρά και ο προσανατολισμός του επίσημου κόμματος σε ακραίες πολιτικές συμπεριφορές και αντίστοιχη ρητορική.

Ασκεί κριτική στην κυβέρνηση για την τακτική της- ειδικά στο εσωτερικό, αλλά δεν προτρέπει το ακροατήριό του να στραφεί κατά της Συμφωνίας αυτής καθ’ εαυτής. Ή να την αμφισβητήσει στο εξής, όχι για να αλλάξει που δεν γίνεται, αλλά ως αντικυβερνητικό εργαλείο.

Αντίθετα θα μπορούσε να πει κανείς ότι για τον πρώην Πρωθυπουργό η Συμφωνία των Πρεσπών, αποτελεί πλέον ένα εθνικό δεδομένο, αφού ισχύει και για την περίοδο που αρχίζει μετά την κύρωση της η επισήμανση του: «Δεν είναι επιτρεπτό εθνικά θέματα τέτοιας σημασίας να οδηγούν σε οξύτητα που ευνοεί διχαστικό κλίμα».

ΥΓ: Το μόνο που μπορεί να εικάσει κανείς ότι ο ίδιος ο Καραμανλής -ως Μακεδόνας και ως … Καραμανλής- μάλλον είναι ευτυχής που τελικά δεν είναι αυτός που υπογράφει τη Συμφωνία. Αλλά αυτό δεν θα το πει ποτέ. Αν πρόκειται να  να συνυπολογίσει το κόστος που θα έχουν στη χώρα και το δημόσιο όσα θα πει, μάλλον θα αρχίσει από γεγονότα κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του. Κι αυτό πολλοί -και εντός της ΝΔ- δεν θα το ήθελαν…,