Λιγνάδης, Μαυρογιαλούρος και μια υπουργός – σπόνσορας της αντιπολίτευσης

Του Διογένη Λόππα

Σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία για την εσωστρεφή αξιωματική αντιπολίτευση, η κ. Μενδώνη αποτελεί το πιο πολύτιμο Asset. Είναι στοιχειώδες λάθος να ζητάς την αποπομπή ενός τόσο αδιανόητα ανίκανου στελέχους, που κάθε μέρα που περνάει, σου στέλνει χιλιάδες νέους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους. Αν η κ. Μενδώνη δεν υπήρχε, ο προοδευτικός χώρος θα έπρεπε να την εφεύρει. Και δεν είναι η πρώτη φορά που το συγκεκριμένο κυβερνητικό στέλεχος δουλεύει πυρετωδώς για την αντιπολίτευση. Από το ξεκίνημα της καριέρας της παράγει περισσότερη αντιπάθεια από όση μπορεί η κοινή γνώμη να καταναλώσει. Από αύριο λοιπόν, μόνο λουλούδια και γλυκά.

Η γραμμή άμυνας της πανταχόθεν βαλλόμενης κυβέρνησης στο δυσώδες σκάνδαλο Λιγνάδη, βασίζεται σε ένα βαλκανικό κοκτέιλ που εμπεριέχει ολίγον Βενεζουέλα, μία δόση Χαϊκάλη και τρεις τζούρες »και εσείς βασανίζατε τους μαύρους». Λίγο πολύ θέλουν να πείσουν ένα υποψιασμένο κοινό, ήδη χορτασμένο με γερές δόσεις σκοιλ ελικικου, Νίκου Γεωργιάδη, Ικαρίας, Μήδειας και Da Capo, ότι ουδέποτε γνώριζαν το παρελθόν του »γνωστού ηθοποιού – σκηνοθέτη» και ότι αυτός ουδέποτε είχε προσωπική σχέση με την Αγία Οικογένεια.

Πρώτα από όλα, δεν ενδιαφέρει κανέναν από εμάς με ποιους επιθυμεί να συναναστρέφεται στις προσωπικές του στιγμές ο κ. Μητσοτάκης, ούτε ποιοι περνούν το κατώφλι της πρωθυπουργικής κρεβατοκάμαρας. Αυτό είναι αυτονόητο. Αν ο πρωθυπουργός θέλει να τραπεζώνει τον κ. Ν. Γεωργιάδη ή να χαλαρώνει με τον κ. Λιγνάδη είναι προσωπική του επιλογή και κανένας δεν τον ψέγει για αυτό. Αν επίσης επιθυμεί να συμπαραστέκεται στους φίλους τους στις δυσκολίες τους με την ελληνική δικαιοσύνη και να κάνει το ανθρωπίνως δυνατόν για να τους προστατέψει, αυτό είναι απολύτως θεμιτό, δικαιολογημένο, ανθρώπινο, δε θα δίσταζα μάλιστα να το χαρακτηρίσω και έντιμο. Ο καθένας θα έκανε το ίδιο στη θέση του.

Το δυσώδες σκάνδαλο δε συνίσταται ούτε στις σεξουαλικές προτιμήσεις του πρωταγωνιστή του, ούτε στο εάν κάποιες από τις συνευρέσεις του αφορούσαν ανήλικους, άλλωστε αυτό είναι κάτι που θα το κρίνει η δικαιοσύνη, σε εμάς δεν πέφτει κανένας λόγος και σαφώς ο πρώην κυβερνητικός παράγοντας δικαιούται μέχρι τέλους το τεκμήριο της αθωότητας, όπως κάθε πολίτης ενός ευνομούμενου κράτους. Το σκάνδαλο συνίσταται στο ότι η κυβέρνηση (η υπουργός ή το μέγαρο Μαξίμου, μένει να αποδειχθεί αυτό) έδωσαν με το έτσι θέλω (κυριολεκτικά) θέση ευθύνης σε ένα πρόσωπο που δεν πληρούσε τα απαιτούμενα κριτήρια. Και το έκαναν με την επίκληση του »δημοσίου συμφέροντος», συνεπώς, ακυρώνοντας τις αυτονόητες διαδικασίες ενός διαγωνισμού, επέλεξαν να αναλάβουν το ρίσκο της επιλογής τους. Και όταν ήρθε η ώρα να καταβάλουν το ρίσκο της καταστροφικής αυτής επιλογής, παίζουν τους ανήξερους και μεταθέτει ο ένας την ευθύνη στον άλλον.

Η Θεία Κούλα βέβαια, που παρακολουθεί νυχθημερόν Σκάι, ήταν πολύ επιθετική μαζί μου στο καθιερωμένο κυριακάτικο τηλεφώνημα και αφού μου αράδιασε όλη την κυβερνητική παραφιλολογία για τους βασανισμένους μαύρους και τα σχετικά, αναφώνησε με αγανάκτηση: »Ε, και πώς να ήξερε ο Κυριάκος ότι αυτός ήταν επικίνδυνος;»

Background Check

Λοιπόν, βέβαια, όφειλε να γνωρίζει. Ιδιαίτερα η συγκεκριμένη κυβέρνηση που υποτίθεται ότι ήρθε στην εξουσία με τον αέρα του τεχνοκράτη και του σύγχρονου αποτελεσματικού management, όφειλε να γνωρίζει. Και η προσωπική μου άποψη είναι ότι γνώριζε, τόσο η υπουργός, όσο και το πρωθυπουργικό επιτελείο. Γιατί μου είναι αδύνατον να φανταστώ ότι πριν το διορισμό ενός τόσο σημαντικού στελέχους για ένα τόσο σημαντικό πόστο, δεν προχώρησαν ούτε στις πλέον στοιχειώδεις διαδικασίες, με τις οποίες πορεύονται όλες οι εταιρίες, κυβερνήσεις, ινστιτούτα και οργανισμοί σε όλη την Ευρώπη.

Σε όλη την Ευρώπη, όταν και η πιο ασήμαντη εταιρία προχωρεί σε έναν διορισμό ακόμα και junior στελέχους, προαπαιτεί τη διενέργεια μιας σύντομης και απλής διαδικασίας που ονομάζεται background check. Η διαδικασία αυτή εκχωρείται σε εξειδικευμένες εταιρείες, οι οποίες, αφού πρώτα εφοδιαστούν με τις απαραίτητες εξουσιοδοτήσεις από τον ενδιαφερόμενο, διενεργούν μια γρήγορη έρευνα στην οποία επιβεβαιώνουν:

  • Τα στοιχεία τις ταυτότητάς του
  • Το ποινικό του μητρώο
  • Την αυθεντικότητα των τίτλων σπουδών του
  • Την αυθεντικότητα της δηλωθείσας προϋπηρεσίας του
  • Τη διεύθυνση μόνιμης κατοικίας του
  • Το πιστωτικό του αποτύπωμα (Τειρεσίας)

Στον τελευταίο έλεγχο, και αφού πρώτα έχουν επιβεβαιωθεί όλα τα παραπάνω, επικοινωνούν με όλους τους διευθυντές με τους οποίους έχει υπηρετήσει στο παρελθόν και επιβεβαιώνουν ότι δεν έχει διαπράξει κάτι επιλήψιμο, ενώ πάντοτε η τελευταία ερώτηση αφορά τον τρόπο αποχώρησης, εάν δηλαδή ήταν οικειοθελής ή αν προέκυψε έπειτα από κάποια παρεξήγηση. Εάν η θέση που πρόκειται να αναλάβει θεωρείται θέση ευθύνης, δηλαδή εάν ο ερευνόμενος πρόκειται να διαχειριστεί budget και να λαμβάνει αποφάσεις, η έρευνα επεκτείνεται περισσότερο, στο αν δηλαδή έχει απασχολήσει ποτέ τον τύπο, πως συμπεριφέρεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέχρι και τις σχέσεις του με τους γείτονες.

Από όσα μέχρι τώρα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, αντιλαμβάνομαι ότι η εταιρία που αναλαμβάνει τα background checks στο δικό μου χώρο εργασίας (πολύ ευχαρίστως να δώσω τα στοιχεία επικοινωνίας στο επιτελείο του κ. Πρωθυπουργού, για να μην την ξαναπατήσουν στο μέλλον), θα είχε σίγουρα ανακαλύψει ότι στην περίπτωση του διευθυντή του Εθνικού, αυτός αποχώρησε με βαρυσήμαντες καταγγελίες από τουλάχιστον μία θέση εργασίας (Αρσάκειο), ενώ ενδεχομένως κάποιοι συνεργάτες του ή προϊστάμενοί του θα είχαν δώσει αρνητικές συστάσεις για το πρόσωπό του. Αυτό θα ήταν αρκετό για εμάς, ώστε να μην προχωρήσουμε στη σύμβαση εργασίας, παρόλο που κατά τα άλλα τα προσόντα του μπορεί να έδειχναν υπέρ επαρκή και να είχε επιτύχει σε όλος τις υπόλοιπες διαδικασίες πρόσληψης.

Ο λόγος που όλοι στην Ευρώπη δαπανούν όλα αυτά τα χρήματα για τα συγκεκριμένα τεστ δεν είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης ή η ανασφάλεια. Έχουν ήδη κάνει δεκάδες συνεντεύξεις και έχουν καταλήξει επιμελώς σε έναν υποψήφιο, άρα είναι ήδη σίγουροι (και μιλάμε για ομάδα εκλεκτόρων, όχι για έναν μόνο άνθρωπο) για την επάρκεια του υποψήφιου συνεργάτη τους. Ο λόγος λοιπόν είναι ότι, αν στο μέλλον κάτι πάει στραβά, πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι όλα έγιναν νομότυπα και σύμφωνα με τις διαδικασίες, ότι δηλαδή δεν υπήρξε ούτε αμέλεια, ούτε ρουσφέτι στη βάρδια τους.  Γιατί βέβαια είναι ιδιαίτερα αρνητικό για μια εταιρία να αποδειχθεί ότι ένα αξιόλογο στέλεχός της έχει απασχολήσει στο παρελθόν την κοινή γνώμη με οτιδήποτε επιλήψιμο ή ότι είχε ποινικό μητρώο, πλαστό μεταπτυχιακό κ.λπ.

Στην περίπτωση Λιγνάδη, η κυβέρνηση είναι υπόλογη, όχι γιατί (προφανώς) δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πόσα από τα στελέχη της διαπράττουν ασωτίες στην ιδιωτική τους κρεβατοκάμαρα, αλλά γιατί δεν ακολούθησε καμία από τις διαδικασίες που είναι υποχρεωμένη (ως ευνομούμενο κράτος της Ε.Ε.) να ακολουθεί. Έχουμε και λέμε:

  1. Για να προχωρήσει στην (όπως όλα δείχνουν προαποφασισμένη πριν τις εκλογές) επίμαχη πρόσληψη, ακύρωσε τον ήδη δρομολογημένο διαγωνισμό και μάλιστα με την επίκληση του »δημοσίου συμφέροντος»
  2. Δεν υπήρξε ομάδα εκλεκτόρων για να μοιραστεί τεχνογνωσία και ευθύνες, αντίθετα φαίνεται ότι ο εκλεκτός της ΝΔ επελέγη προσωπικά, είτε από την αρμόδια υπουργό, είτε από το περιβάλλον του πρωθυπουργού
  3. Δεν προέβη σε κανένα είδος background check, ως όφειλε καθώς επρόκειτο για θέση ευθύνης και μάλιστα βαρύνουσας σημασίας. Μάλιστα δεν είναι η πρώτη φορά, καθώς στο πολύ πρόσφατο παρελθόν η ίδια κυβέρνηση εκτέθηκε ανεπανόρθωτα από διορισμένα στελέχη του κρατικού μηχανισμού με πλαστούς τίτλους σπουδών
  4. Ουσιαστικά δεν υπήρξε ούτε προκήρυξη διαγωνισμού (εάν υπήρξε ήταν εικονική και αυτό αποδεικνύεται από τους χρόνους), ούτε καμία από τις στοιχειωδώς προβλεπόμενες διαδικασίες, όπως μελέτη βιογραφικών, αξιολόγηση υποψηφίων, επιλογή συνεντεύξεων, ακόμα και οι ίδιες οι συνεντεύξεις!

Αντίθετα, αντί για όλα τα παραπάνω, υπήρξε μια ανόθευτα μαυρογιαλούρικη πρόσληψη, ξεθαμμένη από τις πρακτικές της πιο τοξικής δεξιάς, που τόσο θέλουν να ξεχάσουν ΟΛΟΙ οι Έλληνες πολίτες, προοδευτικοί και συντηρητικοί (εκτός ίσως από τους ελάχιστους νοσταλγούς του »πουλιού»). Υποτίθεται ότι οι Έλληνες έδωσαν εκουσίως την πρωθυπουργική εντολή σε έναν μετριοπαθή πολιτικό, καλοσπουδαγμένο, με Ευρωπαϊκούς τρόπους και τεχνοκρατική αντίληψη. Αντ’ αυτού, έσκασε στη βάρδια του μια βόμβα μεγατόνων, ένα απίστευτο σκάνδαλο άνευ προηγουμένου. Και μέσα σε όλα τα υπόλοιπα, πρώτα από όλα αναδεικνύενται μέσα από την μπόχα, αντί για τον κοσμοπολίτη γόνο, ένας παλαιάς κοπής τριτοκοσμικός πολιτικός , που προσπαθεί μάταια να ρίξει το φταίξιμο στην κακιά ώρα, ενώ ο ίδιος δεν έχει πράξει τίποτα από τα αυτονόητα εκείνα, που η σύγχρονη πολιτική και εταιρική διαχείριση επιβάλλει, και που τελικά θα τον είχαν προστατέψει από το μοιραίο.