Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Μια, δυο, τρεις, πολλές κανονικότητες

Του Νικόλα Σεβαστάκη

Στο λεξικό της κρίσης, η κανονικότητα έκανε την εμφάνισή της σε κείμενα και αναλύσεις που αναμετρήθηκαν με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και τον τρόπο που πολιτεύτηκε από τον Ιανουάριο του 2015 και ειδικά στο πρώτο εξάμηνο.

Ολο αυτό το διάστημα αλλά και από πολύ πριν η αναφορά στην κανονικότητα γεννούσε δριμύτατες επικρίσεις. Από τα αριστερά, πολλοί έβλεπαν στην κανονικότητα το φάντασμα μιας κακιάς νηνεμίας, της ασφάλειας και τάξης, της νέκρωσης των αγώνων. Αν η κρίση, η λιτότητα και οι αναστατώσεις τους είναι σύμφυτες με τον νεοφιλελευθερισμό (πάγια θέση), πώς μπορεί κανείς να μιλάει για κανονικότητα; Αυτή η τελευταία δεν είναι λοιπόν ένα πέπλο που κρύβει την ψεύτικη ειρήνευση και την προπαγάνδα της εξόδου από την κρίση.

Αυτή ήταν η εκδοχή περί κανονικότητας στην Αριστερά και ακόμα και στον κυβερνώντα ΣΥΡΙΖΑ μέχρι πρότινος. Φιλοσοφικά, πάντως, ο όρος είχε κακό όνομα σε όλον τον αριστερό γαλαξία. Σαν να έκρυβε τον πόθο των «νοικοκυραίων» για τη ρουτίνα τους που χάλασε και για τη βολή της ζωής τους που απορρυθμίστηκε από την κρίση. Με άλλα λόγια, όσοι αποζητούσαν ή και διαλαλούσαν την επιστροφή στην κανονικότητα απορρίπτονταν σαν οπαδοί του παλιού κατεστημένου και νοσταλγοί μιας ειρήνης νεκροταφείου: με δυο λόγια, η κανονικότητα ήταν μια αρνητικά χρωματισμένη έννοια. Το γεγονός μάλιστα πως πολλοί (όχι όλοι όμως) στο ευρωπαϊκό μέτωπο του «Ναι» αντιπαρέθεταν στην κυβέρνηση των capital controls την κανονικότητα ενίσχυε τις υποψίες για τη «συστημική» ουσία αυτού του όρου. Και, βέβαια, δεν θέλω να αναφερθώ εδώ σε άλλες επικρίσεις στη ρητορική περί κανονικότητας – αυτές αφορούσαν και αφορούν έναν πολύ μικρό αριθμό διανοουμένων, χωρίς επίδραση στα εκλογικά και πολιτικά ρεύματα (πόσοι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ είχαν διαβάσει Φουκό, πόσοι από τους εκλογείς της Νέας Δημοκρατίας ήξεραν τι γράφουν οι φιλελεύθεροι και συντηρητικοί, παλιοί και νεότεροι;).

Να όμως που ήρθε η ώρα που η κανονικότητα γίνεται κεντρικό σύνθημα και στόχος της κυβέρνησης. Η «κανονική χώρα» γίνεται αίφνης θετική αξία και μάλιστα αντιστρέφεται η προηγούμενη κατάσταση: τώρα πλέον παρουσιάζονται ως πολιτικές ανωμαλίες όσοι αμφισβητούν τις κανονικές προθέσεις της κυβέρνησης. Οτιδήποτε ανταγωνιστικό και αντιπολιτευτικό κακοχαρακτηρίζεται ως υπονόμευση της πορείας προς την ειρήνευση της χώρας. Το παιχνίδι αλλάζει, ο εθνικολαϊκιστής βάλλει κατά του εθνικολαϊκισμού, ο κήρυκας των ανταγωνιστικών μετώπων εκθειάζει τις συναινέσεις.

Συνηθισμένα πράγματα, θα πει κανείς. Ψυχρή διαλεκτική του αντιπολιτεύεσθαι και του κυβερνάν, όπου το πρώτο αγαπάει πάντα την κίνηση και τις αλλαγές και το δεύτερο εύχεται την ηρεμία και τη νηνεμία. Και βέβαια, κάπου εδώ, ορισμένοι παρατηρητές αναπτύσσουν τη θεωρία της σοσιαλδημοκρατικής εξημέρωσης και της λήθης που όλα τα επουλώνει.

Επί της ουσίας τώρα. Δεν θα χρησιμοποιούσα ποτέ την «κανονικότητα» για την άσκηση πολιτική κριτικής. Ούτε για να ερμηνεύσω αυτό που λείπει από τη χώρα. Εχω την εντύπωση πως ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα λάθος όσων στην αντιπολίτευση και ειδικά στον χώρο του πολιτικού Κέντρου πολιτεύτηκαν με τη σημαία αυτού του συνθήματος εναντίον της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Γιατί; Διότι οι εικόνες από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες όπου παραπέμπει ο λόγος περί κανονικότητας δεν αποπνέουν και τόσο κανονικότητα. Παντού ή σχεδόν παντού η αναστάτωση, οι οικονομικές και θεσμικές κρίσεις, τα προβλήματα συνοχής βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Στη Γαλλία, οι «σπάστες» με τις κουκούλες (casseurs) κάνουν αισθητή την παρουσία τους στις καθημερινές διαδηλώσεις. Η διακυβέρνηση αλλά και επιμέρους συστήματα (κοινωνική ασφάλιση, υγεία, μεταναστευτικές πολιτικές κ.λπ.) δείχνουν σημάδια κόπωσης και εξασθένησης. Τα κάθε λογής λαϊκιστικά επεισόδια – και το εξελισσόμενο σοβαρό στην Ιταλία – δεν δείχνουν μια Ευρώπη που υγιαίνει και ζει τη ροδομάγουλη κανονικότητα άλλων περιόδων.

Με άλλα λόγια, όταν μιλάς για την κανονικότητα και βλέπει ο άλλος φασαρίες εδώ, κυβερνητικές κρίσεις εκεί, τρομοκρατία παραπέρα (στις μητροπόλεις της Ευρώπης), δεν πείθεται. Και το μήνυμα, φυσικά, δεν περνάει και ως πολιτική κριτική στην κυβέρνηση, από τη στιγμή μάλιστα που αυτή η κυβέρνηση διεκδικεί και αυτή πια την κανονικότητα, βαφτίζοντας φυσικά τα γεγονότα κατά το συμφέρον της. Οταν ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί αμέριμνα να εκφέρει λόγο κατά του «εθνικολαϊκισμού» (και της ανευθυνότητας), η επιμονή στα περί κανονικότητας είναι μάταιη.

Τώρα, δηλαδή, που όλες οι λέξεις και τα συνθήματα και τα σύμβολα έχουν γίνει ένα στοκ για εύκολη ενοικίαση και ένα παιχνίδι όπου πολλοί παίζουν «επικοινωνιακά», η περίφημη επιστροφή στην κανονικότητα δεν λέει τίποτα. Υπάρχουν άλλωστε πολλά δείγματα μιας κανονικότητας κατώτερης διαλογής, μιας ήπιας και ακύμαντης στασιμοχρεοκοπίας, μιας «σταθεροποίησης» που είναι απλώς μια άλλη εκδοχή της παραίτησης της κοινωνίας και της συμφιλίωσης με τη μετριότητα.

Στις νέες συνθήκες το ζητούμενο θα ήταν όχι η κανονικότητα, αλλά η αληθινή ανασύνταξη. Οχι το εξοργιστικά παραπλανητικό τέλος της λιτότητας και της επιτροπείας, ούτε όμως και μια απατηλή ευρωπαϊκή κανονικότητα, αλλά η συνάντηση με την πραγματική κατάσταση αυτής της χώρας. Χωρίς την κολακεία που της επιφυλάσσει ο εθνικισμός και το ισοπεδωτικό μαστίγωμα κάποιων ελιτίστικων κηρυγμάτων. Αν η «κανονικότητα» που διαφημίζεται τώρα είναι απλώς το συμφέρον μιας εξουσίας να στερεώσει τα καινούργια της δίκτυα, δεν έχει νομίζω κανένα νόημα μια αντίπαλη διαφήμιση κανονικότητας: γιατί σε καιρούς κλονισμών και μετάβασης στο άγνωστο (και τέτοιοι είναι οι καιροί μας) κάθε τέτοια υπόσχεση διαψεύδεται σε ελάχιστο χρόνο. Η παραγωγή απογοητευμένων πολιτών και η εναλλαγή διαψεύσεων συμφέρει μόνο όσους ταυτίζουν τη δικαιοσύνη με τις καταδρομικές αυτοδικίες τους. Συμφέρει τους αδιέξοδους ριζοσπαστισμούς, είτε στο όνομα των αδικημένων είτε στο όνομα του θιγμένου «πατριωτισμού».

Σημασία δεν έχει εν τέλει η κανονικότητα όσο το ποια ποιότητα και ποια αλήθεια θα έχει η ανασύνταξη της χώρας μετά τον κύκλο με τις αυταπάτες. Εδώ θα μετρηθούν και οι πραγματικές πολιτικές αποκρίσεις αλλά και οι προγνώσεις όσων γράφουμε για τα δημόσια πάθη αυτής της εποχής.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ

Ο  Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.