Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Γ. Ξανθόπουλος: «Οι δασικές πυρκαγιές είναι ένα θέμα τόσο σοβαρό, που η λύση του πρέπει να είναι διακομματική»

Της Τόνιας Μανιατέα

«Η πολιτική ηγεσία και το Πυροσβεστικό Σώμα (ΠΣ) αρνούνται να κατανοήσουν τα σφάλματα που έγιναν πολλά χρόνια πριν. Επιμένουν στην άποψη, η οποία κατά καιρούς έχει διατυπωθεί ότι έγινε το καλύτερο δυνατό για την αντιμετώπιση μιας λαίλαπας πυρκαγιών που οφειλόταν ΄΄σε οργανωμένο σχέδιο εμπρηστών σε όλη τη χώρα΄΄. Η ευθύνη της δασοπυρόσβεσης παραμένει στο ΠΣ και δίνεται στους δασικούς υπαλλήλους ένας μικρός ρόλος υποστήριξης.

·   Το ΠΣ επιμένει ότι γνωρίζει τα πάντα για τις δασικές πυρκαγιές και προσπαθεί χωρίς εξωτερική ειδική επιστημονική βοήθεια αλλά μόνο με το επιστημονικό προσωπικό που διαθέτει να κάνει νέους αποτελεσματικότερους σχεδιασμούς και να εκπαιδεύσει το προσωπικό του. Ακολουθείται η τακτική του «δοκιμάζω και μαθαίνω».

·  Ξεκινάει μια προσπάθεια απόκτησης νέων δασοπυροσβεστικών μέσων και αύξησης του μόνιμου προσωπικού του ΠΣ. Το ετήσιο κόστος της δασοπυρόσβεσης περίπου διπλασιάζεται.

·  Η Γενική Γραμματεία Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος διαλύεται, όπως ήδη επικρατεί η σκέψη στην πολιτική ηγεσία. Χωρίς σοβαρό κεντρικό σχεδιασμό, βελτίωση γνώσεων και κεντρική πίεση προς την πολιτική ηγεσία τα κονδύλια που διατίθενται τόσο για τη διαχείριση των δασών γενικά όσο και για την πρόληψη των πυρκαγιών ειδικότερα είναι πενιχρά. Τα δάση παραμένουν ουσιαστικά εκτός διαχείρισης και αυξάνεται η συσσώρευση νεκρής βιομάζας αυξάνοντας και το δυναμικό καταστροφής.

«Πρέπει να παραδεχθούμε ότι, πέρα από την πολιτεία, και ο μέσος Έλληνας είναι σε σύγχυση. Με βάση τις στατιστικές, εσύ που χτίζεις στο πευκοδάσος, θα έχεις τουλάχιστον μία επίσκεψη φωτιάς στην πόρτα του σπιτιού σου και αυτό δεν είναι πιθανότητα, είναι βεβαιότητα. Άρα, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος να  διαχειριστείς αυτή την κατάσταση. Όπως απεδείχθη, και στο Μάτι δεν υπήρχε γνώση».

·  Μετά την παρέλευση δεκαετίας η νέα αυτή αύξηση του κινδύνου οδηγεί σε κάθε χρονιά με αντίξοες καιρικές συνθήκες σε νέες μεγάλες καταστροφές. Οι πολίτες και οι πολιτικοί αναρωτούνται «γιατί» με δεδομένο ότι τα μέσα έχουν αυξηθεί και οι διατιθέμενες πιστώσεις είναι υψηλότατες.

·   Τότε αρχίζει νέος κύκλος ερωτημάτων, αμφιβολιών και προσπαθειών αναδιοργάνωσης».

Θα μπορούσε να είναι κακή προφητεία. Ίσως και απόσπασμα μυθιστορήματος με εσχατολογικό περιεχόμενο. Δυστυχώς, αυτή η απαισιόδοξη ματιά στο μέλλον, είναι τμήμα άρθρου που δημοσιεύτηκε πριν από είκοσι χρόνια (!) σε ειδικό τεύχος του περιοδικού «Επίκεντρα», με αφορμή τις καταστροφικές πυρκαγιές του 1998 στην Ελλάδα και υπογράφεται από τον δρα Γαβριήλ Ξανθόπουλο, δασολόγο με εξειδίκευση στις δασικές πυρκαγιές, που μόλις είχε επιστρέψει από τον τόπο θεωρητικής και πρακτικής εκπαίδευσής του, τη Μοντάνα των ΗΠΑ. Ο ίδιος επανέρχεται δέκα χρόνια μετά, με νεότερο δημοσίευμα:

Πράγματι, η έμφαση δόθηκε στην καταστολή, η Γενική Γραμματεία Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος καταργήθηκε, η Δασική Υπηρεσία διασπάστηκε, υποβαθμίστηκε και υποχρηματοδοτείται, ενώ το ΠΣ απορροφά τη μερίδα του λέοντος από τις πιστώσεις που κατανέμονται για τις δασικές πυρκαγιές. Το κόστος της δασοπυρόσβεσης υπερδιπλασιάστηκε, το δόγμα της μαζικής αεροπυρόσβεσης που εφάρμοσε το Πυροσβεστικό Σώμα απέδειξε τα όριά του, και οι πολίτες αισθάνονται απροστάτευτοι ακόμη και μέσα στις πόλεις.

«Λυπάμαι πολύ» λέει σήμερα στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δρ Ξανθόπουλος. «Από το 1998 έδινα ένα αισιόδοξο και ένα απαισιόδοξο σενάριο για την εικόνα της χώρας στον τομέα διαχείρισης των πυρκαγιών την επόμενη 10ετία. Τόσο το 2007 όσο και την επόμενη δεκαετία «βγήκε το απαισιόδοξο σενάριο». Εξηγεί: «Όπως προβλέφθηκε, όχι ως προφητεία, αλλά με βάση την επιστημονική γνώση, τα χρόνια παρήλθαν και ο κίνδυνος και οι καταστροφές είναι και πάλι εδώ. Οι πολίτες και οι πολιτικοί αναρωτούνται ΄΄γιατί΄΄ με δεδομένο ότι τα μέσα έχουν αυξηθεί και οι διατιθέμενες πιστώσεις είναι υψηλότατες. Ο νέος κύκλος ερωτημάτων, αμφιβολιών και προσπαθειών αναδιοργάνωσης έχει αρχίσει.

Η ανάγκη για ουσιαστικές αλλαγές είναι προφανής. Η συσσώρευση βιομάζας στα δάση λόγω έλλειψης διαχείρισης κάνει αδύνατο τον έλεγχο των πυρκαγιών υπό δύσκολες συνθήκες. Η έλλειψη ουσιαστικών μέτρων και μακροπρόθεσμων πολιτικών πρόληψης οδηγεί σε εκδήλωση πολλών πυρκαγιών κάθε ημέρα με συνθήκες υψηλού κινδύνου. Η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη ζωνών μίξης δασών και οικισμών γίνεται εφιάλτης για τις πυροσβεστικές δυνάμεις και αυξάνει κατακόρυφα το δυναμικό καταστροφής. Συνεχίζοντας μια πολιτική που δεν αναγνωρίζει την πραγματικότητα και τους υπάρχοντες εναλλακτικούς τρόπους οργάνωσης το μέλλον προοιωνίζεται εξαιρετικά δυσοίωνο. Αν η επιλογή είναι και πάλι μονοδιάστατη στην κατεύθυνση της περαιτέρω ενίσχυσης της δασοπυρόσβεσης με μέσα και προσωπικό, χωρίς ουσιαστική ποιοτική αναβάθμιση της συνολικής οργάνωσης ο κύκλος της απαισιόδοξης εκδοχής θα επαναληφθεί για μία ακόμη φορά».

Το μόνο που δεν προέβλεψε (ή δεν ήθελε να συμπεριλάβει στην πρόβλεψή του…) ο καθηγητής είναι η απώλεια ανθρώπινων ζωών. Ίσως επειδή το ζοφερό σενάριο της αναποτελεσματικότητας στην αντιμετώπιση μιας πυρκαγιάς δεν έφτανε στον χειρότερο συνδυασμό, αυτόν που «επιτεύχθηκε» στην περίπτωση της φονικής πυρκαγιάς, στο Μάτι: «Πολύ κακές καιρικές συνθήκες, αντίδραση μηχανισμού αντιμετώπισης, πολίτες».

Ο κ. Ξανθόπουλος τοποθετεί την αρχή μιας οδυνηρής πορείας για τα ελληνικά δάση, στο έτος 1998. Είναι η χρονιά που η ευθύνη για τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών φεύγει από τη Δασική Υπηρεσία και πηγαίνει στην Πυροσβεστική. Εξηγεί: «Η μεταφορά έγινε χωρίς επιστημονική μελέτη για τη σκοπιμότητά της και τις δυσκολίες της, εσπευσμένα και χωρίς επαρκή προετοιμασία. Ακολούθησαν δύο καταστροφικές χρονιές (1998 και 2000) που ανέδειξαν την έλλειψη ετοιμότητας του ΠΣ για τα νέα του καθήκοντα. Η κυβέρνηση παρέμεινε σταθερή στην επιλογή της και ενίσχυσε αμέσως το Σώμα με προσωπικό, μέσα και εξοπλισμό. Ιδιαίτερα μεγάλη ήταν η αύξηση των εναέριων μέσων δασοπυρόσβεσης, τόσο των εθνικών όσο και των ιδιωτικών, που μισθώνονταν κάθε καλοκαίρι. Η ενίσχυση αυτή συνεχίστηκε με την προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα. Παράλληλα, το ΠΣ, καθώς αποκτούσε εμπειρία, προχωρούσε σε πολλές κινήσεις αναδιοργάνωσης, ώστε να αντιμετωπίσει καλύτερα τις ανάγκες της δασοπυρόσβεσης ταυτόχρονα με το υπόλοιπο έργο του.

Αλλά, αν δεν ξαναεμπλακεί η Δασική Υπηρεσία στη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών, δεν θα βρεθεί λύση στο πρόβλημα. Αν δεν επιστρατευθούν δασολόγοι στον αντιπυρικό σχεδιασμό, δεν θα έχουμε αποτέλεσμα.

Πράγματι, από το 2001 έως το 2004 οι καταστροφές από δασικές πυρκαγιές μειώθηκαν εντυπωσιακά. Πολλοί έσπευσαν να θεωρήσουν ότι το πρόβλημα είχε λυθεί παρά τις επισημάνσεις ειδικών ότι κατά τις συγκεκριμένες χρονιές οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές, καθώς υπήρξαν μία ή περισσότερες αξιόλογες βροχοπτώσεις κατά τη διάρκεια του θέρους που διέκοψαν τη συνήθη καλοκαιρινή ξηρασία. Αλλά οι πυρκαγιές που σημειώθηκαν από το 2005 και μετά (Σπέτσες, Ραφήνα, Χαλκιδική, Μάνη), κατέδειξαν ότι το πρόβλημα κάθε άλλο παρά λυμένο ήταν».

Όταν φτάσαμε πια στις φονικές πυρκαγιές του 2007, η παρουσία του προβλήματος έγινε απ΄ όλους αντιληπτή…

«Από το 1998 μέχρι σήμερα υπήρξαν πολλές φωνές, πολλές προειδοποιήσεις, αλλά δεν εισακούσθηκαν. Συχνά όλα αποδίδονταν σε διαμάχη δασικών υπαλλήλων και πυροσβεστών, που προκλήθηκε από τη μεταφορά της ευθύνης της δασοπυρόσβεσης και τον τρόπο με τον οποίο έγινε. Αλλά, αν δεν ξαναεμπλακεί η Δασική Υπηρεσία στη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών, δεν θα βρεθεί λύση στο πρόβλημα. Αν δεν επιστρατευθούν δασολόγοι στον αντιπυρικό σχεδιασμό, δεν θα έχουμε αποτέλεσμα. Η χώρα οφείλει να αξιοποιήσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο το ειδικό προσωπικό που διαθέτει σε θέματα δασικών πυρκαγιών στις Υπηρεσίες της, τα Πανεπιστήμια και τους ερευνητικούς της φορείς. Αν εξακολουθήσουμε να ρίχνουμε χρήματα στην καταστολή και όχι στην πρόληψη, το χάσαμε το παιχνίδι.

Το θέμα, δε, είναι τόσο σοβαρό, που η λύση του πρέπει να βρεθεί διακομματικά» τονίζει ο κ. Ξανθόπουλος και διευκρινίζει πως πρέπει το Δασικό Σώμα, εντός της Δασικής Υπηρεσίας, να λειτουργεί σε οριζόντια δομή με το Δασαρχείο και σε κάθετη με την κεντρική υπηρεσία. Πρέπει να υπάρχουν μικρά οχήματα που να κάνουν στοχευμένη πρόληψη. «Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί μόνο αν εκπονηθεί μια πολύπλευρη και συντονισμένη πολιτική, βασισμένη στις επιστημονικές γνώσεις αλλά και στη συμβολή όλων των εμπλεκόμενων φορέων, η οποία θα αφορά όλα τα συναφή θέματα, από τη χωροταξία των ζωνών μίξης δασών-οικισμών ως την κάλυψη των αναγκών χρήσης γης του πληθυσμού της υπαίθρου, από τη δασοπονία με αειφορική διαχείριση ως τις τουριστικές δραστηριότητες, από την επιλογή, εκπαίδευση και κινητοποίηση των κρατικών στελεχών ως την οργάνωση και αξιοποίηση των εθελοντών και την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού, και από την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών ως την καταστολή και την μεταπυρική αποκατάσταση» επισημαίνει ο κ. Ξανθόπουλος.

Κανένας δεν περισσεύει στο θέμα των πυρκαγιών, τονίζει ο ίδιος και προσθέτει πως για να υπάρξει αποτέλεσμα η έμφαση πρέπει να δοθεί στην πρόληψη με τη μείωση της καύσιμης ύλης στο σύνολό της και την παραγωγή υπεραξίας για τους παραδασόβιους οργανισμούς. Αυτή η διαχείριση μπορεί να έχει αποτέλεσμα μόνο προσωπικό που έχει εκπαιδευτεί στα δάση. «Οι πυρκαγιές είναι φαινόμενο που δεν μπορούμε να εξαλείψουμε, γιατί αποτελούν παράγοντα του οικοσυστήματός μας. Αλλά ,είναι φαινόμενο πολύπλοκο. Έχει περιβαλλοντικές, κοινωνικές, οικονομικές και τεχνικές παραμέτρους. Αν τις διαχειριστούμε σωστά, θα πάψουν να αποτελούν πρόβλημα και αιτία καταστροφής. Η κύρια επένδυση προς αυτήν την κατεύθυνση είναι στο πεδίο της κάλυψης της ανεπάρκειας γνώσεων, εξαιτίας της οποίας καταδείχθηκε ως τώρα η αναποτελεσματικότητα της προσπάθειας διαχείρισης των δασικών πυρκαγιών» λέει.

Αναφερόμενος στην «επόμενη μέρα» της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι και πώς αυτή θα πρέπει να διαμορφωθεί για να μην επαναληφθεί το δραματικό σκηνικό, σημειώνει: «Πρέπει να παραδεχθούμε ότι, πέρα από την πολιτεία, και ο μέσος Έλληνας είναι σε σύγχυση. Με βάση τις στατιστικές, εσύ που χτίζεις στο πευκοδάσος, θα έχεις τουλάχιστον μία επίσκεψη φωτιάς στην πόρτα του σπιτιού σου και αυτό δεν είναι πιθανότητα, είναι βεβαιότητα. Άρα, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος να  διαχειριστείς αυτή την κατάσταση. Όπως απεδείχθη, και στο Μάτι δεν υπήρχε γνώση».

Η γνώση για την οποία κάνει λόγο ο δρ Ξανθόπουλος συνίσταται τόσο στην ανύπαρκτη εκπαίδευση του πολίτη που ζει σε μεικτή περιοχή (οικισμός σε δάσος) σχετικά με τον τρόπο διαφυγής σε περίπτωση ανάγκης, όσο και στον τρόπο με τον οποίο πρέπει κανείς να χτίσει το σπίτι του σε μια επικίνδυνη περιοχή, στα υλικά που πρέπει να χρησιμοποιήσει, στα ήδη φυτών που πρέπει να «φιλοξενήσει» στον κήπο του, αλλά και στο πώς πρέπει να δράσει στην περίπτωση εκδήλωσης μιας πυρκαγιάς σε κοντινή ακτίνα από την εστία του.

Οι ενδεικνυόμενες, για αρχή, επιλογές είναι:

·  (Σε ό,τι αφορά τις πρώτες δράσεις εκ μέρους της πολιτείας) Να αφαιρεθούν τα καμένα, να γίνουν κορμοδέματα όπου χρειάζεται, να δημιουργηθούν μικροφράγματα μέσα στα ρέματα, να μην τοποθετηθούν κλαδοπλέγματα γιατί είναι σκληρά και άκαμπτα και δεν απορροφώνται.

·  Από το φθινόπωρο, όταν θα ξεκινήσει η αναγέννηση, θα πρέπει να φυτευτούν δένδρα. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν πεύκα, αλλά όχι άναρχα και πυκνά. Το πεύκο είναι σημαντικός παράγοντας μιας υγιούς χλωρίδας. Να εμπλουτισθεί η βλάστηση με πουρνάρι, καλύτερη δρυ, πικροδάφνη, κουμαριά και γενικότερα ήδη που είναι λιγότερο εύφλεκτα. Να μη χρησιμοποιηθεί ευκάλυπτος, καθώς δίνει τις χειρότερες κάφτρες. Δεν είναι μόνον εύφλεκτο είδος, αλλά έχει ελαφρύ φλοιό που αποκολλάται εύκολα και με έναν αέρα «τρέχει» σε απόσταση.

·  Να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην απόσταση της βλάστησης από το σπίτι (να μην κολλάει πάνω στο σπίτι).

·  Για τα σπίτια που θα ξαναχτιστούν, να χρησιμοποιηθεί σκεπή από τσιμεντόπλακα ή κεραμίδι, χωρίς πισσόχαρτο (ιδιαίτερα εύφλεκτο υλικό), με διπλά τζάμια και χωρίς τη χρήση βινυλίου, πολλώ δε μάλλον «απροστάτευτου» ξύλου.

·  Να προβλεφθεί η δημιουργία -σε κάθε σπίτι- δεξαμενής νερού χωρητικότητας 3-4 κυβικών μέτρων και τοποθέτηση αντλίας.

Στον ιστότοπο του Ινστιτούτου Μεσογειακών και Δασικών Οικοσυστημάτων (fria.gr) φιλοξενείται «Φόρμα αξιολόγησης κινδύνου κατοικίας, που είναι κοντά σε δασική βλάστηση». Όπως σημειώνει ο κ. Ξανθόπουλος, πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως εύχρηστο και χρήσιμο εργαλείο στη διάθεση του πολίτη, που προγραμματίζει να χτίσει σπίτι κοντά σε δάσος.

Με τη συμπλήρωση -από τον ενδιαφερόμενο- των πληροφοριών σχετικά με τη θέση του οικήματος και τα υλικά, που σκοπεύει να χρησιμοποιήσει, το σύστημα του υποδεικνύει τον κίνδυνο, που μπορεί να διατρέξει σε περίπτωση πυρκαγιάς και τον κατευθύνει στη θέση και χρήση υλικών, που ενδείκνυνται για την εξασφάλιση του χαμηλότερου βαθμού επικινδυνότητας.

ΑΠΕ ΜΠΕ