
Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος
Για κάποιο λόγο ορισμένα μέσα ενημέρωσης αποφάσισαν να υπενθυμίσουν τη διαδρομή του Κώστα Σημίτη στην εγχώρια πολιτική. Παραβλέποντας τις αμφιλεγόμενες, έως σκοτεινές, πλευρές της διακυβέρνησής του, τονίζουν τα στοιχεία του βιογραφικού του που δεν αμφισβητούνται από κανένα: δημοκρατική κουλτούρα , αντιστασιακή δράση, προσωπική συγκρότηση, ατομική ευπρέπεια, ήπιος πολιτικός λόγος, μεθοδικότητα και προσήλωση στο στόχο.
Ωστόσο κάποιοι, με τις αναφορές του στη διαδρομή του, επιχειρούν να ποτιστούν σαν γλάστρες από τον βασιλικό για να ενισχύσουν την παρουσία τους στο δημόσιο χώρο. Εμφανίζονται ως “άνθρωποί” του και ας τον είχαν “πουλήσει” ή τους τους είχε αποπέμψει.
Είναι χαρακτηριστική η αρθρογραφία δυο συγκεκριμένων προσώπων, που είχαν συνδεθεί μαζί του και μεταξύ τους, επαγγελματικά στο παρελθόν.
Στο ένα άρθρο αναφέρεται: “Η εκλογή του Σημίτη στην Πρωθυπουργία της χώρας, συνιστούσε μια βαθιά τομή στο πολιτικό σύστημα….. Δεν τον εξέλεξαν οι κομματικοί μηχανισμοί και οι εσωκομματικοί συσχετισμοί. Απεναντίας τον επέβαλε η κοινωνία”.
Ο αρθρογράφος τονίζει τη στενή σχέση με τον Σημίτη, αλλά παρακάμπτει ότι τον έδιωξε από το γραφείο του στη Βουλή, τον Φεβρουάριο του 2003 με “άγρια επίπληξη” – όπως αποκάλυψε στα “Νέα” ο Γ. Παπαχρήστος. Όπως ξέχασε και ότι η “Καθημερινή” -από ρεπορτάζ της οποίας προέκυψε η αποπομπή- χαρακτήρισε “μνημείο θράσους” την επιστολή που έστειλε στον Σημίτη.
Πέραν αυτής της “λεπτομέρειας” η αναφορά στην εκλογή Σημίτη στην Πρωθυπουργία και την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είναι άλλα αντ’ άλλα, της Παρασκευής το γάλα.
Ο Σημίτης υπήρξε αξιόλογος πολιτικός, αλλά δεν τον επέβαλε καμία κοινωνία. Τον επέβαλε μια μερίδα του ΠΑΣΟΚ που οργάνωσε και κατηύθυνε ο Θόδωρος Τσουκάτος, που αναφερόταν ως “στρατηγός” εκείνη την περίοδο. Και το “Συνδικαλιστικό” του ΠΑΣΟΚ -που είχε επικεφαλής τον Χρ. Πρωτοπαπά και τον Χρ. Πολυζωγόπουλο.
Εκ παραλλήλου καταλυτική ήταν η υποστήριξη από συγκεκριμένο εκδότη, με αντίληψη συνιδιοκτήτη της Δημοκρατικής παράταξης, που συμπαρέσυρε τον αφρό της “διαπλοκής” εκείνης περιόδου, για να διαθέσουν τη οικονομική και μιντιακή ισχύ τους υπέρ του. Απέναντι στους άλλους και τον Ανδρέα Παπανδρέου- που δεν τον ήθελε ως διάδοχό του.
Όλοι στο ΠΑΣΟΚ γνωρίζουν πως ο Λαλιώτης και ο Χυτήρης απέτρεψαν τη διαγραφή του για εμπλοκή στα “κεντροδεξιά σενάρια”. Όπως ξέρουν και ότι οργάνωσε τη συνωμοσία του Πεντελικού εναντίον του Παπανδρέου.
Στη ψηφοφορία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας τον Ιανουάριο του 1996 για την πρωθυπουργία, παρά την έξωθεν υποστήριξη που είχε, ισοψήφησε με τους Άκη Τσοχατζόπουλο και Γεράσιμο Αρσένη.
Κέρδισε τον πρώτο στο δεύτερο γύρο, με τη μετακίνηση, της ομάδας Γ. Παπανδρέου -πλην ενός- από το στρατόπεδο Αρσένη, ως εγγυητής ότι “δεν θα είναι η Λιάνη Παπανδρέου, μετά τον Παπανδρέου” που αξίωνε η οικογένεια.
Ο ίδιος το σηματοδότησε όταν μετά το θάνατο του Ανδρέα, παραβιάζοντας την αστική αγωγή του, έδωσε προτεραιότητά συλλυπητηρίων στην πρώην σύζυγο και όχι στη χήρα του εκλιπόντος.
Αργότερα παραβίασε και δημοκρατική νοοτροπία του, όταν για τη διαδοχή του αντί να συγκαλέσει τα όργανα του ΠΑΣΟΚ, κατά το Καταστατικό και να εγγυηθεί τις διαδικασίες, κάλεσε στο διαμέρισμα του, στην οδό Αναγνωστοπούλου, τον πρεσβύτερο της οικογένειας Παπανδρέου και του παρέδωσε το κόμμα.
Δεν του βγήκε σε καλό. Πρώτα ο αδελφός του διαδόχου -κληρονόμου του καταλόγισε ότι παρέδωσε «θολό δακτυλίδι» Και στη συνεχεια ο ΓΑΠ τον πέταξε από τη Κοινοβουλευτική Ομάδα, για ασήμαντη αφορμή. Για να του κόψει τελικά και το δρόμο για τη Βουλή-όπου θα ήταν χρήσιμος και όχι όπως άλλοι αργόσχολοι πρώην.
Για την ταπεινωτική αποπομπή του, από το ΠΑΣΟΚ μόνο δυο πρόσωπα διαμαρτυρήθηκαν: η βουλευτής Σούλα Μερεντίτη, κουμπάρα του αποπεμφθέντος και ο Αλέκος Παπαδόπουλος. Οι υπόλοιποι μούγκα στη στρούγκα του Γ. Παπανδρέου.
Ανάμεσά τους και το έτερο πρόσωπο που αρθρογραφεί σήμερα υπέρ του Σημίτη. Ουδείς άλλος είχε απολαύσει σε μεγαλύτερο βαθμό την εύνοιά του σε διορισμούς – ακόμη και εκτός συνόρων. Αλλά αντί να τον στηρίξει απολάμβανε νέο κύκλο κατ απονομήν ρόλων από τον Γ. Παπανδρέου για τον οποίο έλεγε: ” Ένας Παπανδρέου ίδρυσε το ΠΑΣΟΚ, μόνο ένας άλλος Παπανδρέου μπορεί να το αλλαξει”.
Σήμερα ισχυρίζεται ότι “αν ζούσε ο Σημίτης, θα έδειχνε τον δρόμο για μια ισχυρή και κοινωνικά δίκαιη Ελλάδα”. Μπορεί. Αλλά η πρωθυπουργία του μόνο από κοινωνική δικαιοσύνη δεν χαρακτηρίσθηκε με την μεγαλύτερη αναδιανομή εισοδήματος επί των ημερών του- δια του Χρηματιστηρίου. Και με την ασυδοσία της διαφθοράς ακόμη και στο υπουργικό του συμβούλιο.
Ανάμεσα στις πιθανολογήσεις για τις σημερινές δράσεις του διαβάζουμε ότι ο Σημίτης “στο αγροτικό ζήτημα θα αξιοποιούσε την εμπειρία του ως υπουργός Γεωργίας”, καθώς “είχε προχωρήσει σε αποκέντρωση, συνεχή προσωπική παρακολούθηση, απλοποίηση των διαδικασιών, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν καθυστερήσεις στις επιδοτήσεις και να κυλούν όλα ομαλά”.
΄Άγνοια ή παραπληροφόρηση; Πολλές από τις κακοδαιμονίες της ελληνικής υπαίθρου και του αγροτικού κόσμου -με την κακή αξιοποίηση του κοινοτικού χρήματος- οφείλονται στον Σημίτη, που υπήρξε αμετακίνητος υπουργός Γεωργίας από το 1981 ως το 1985.
Επί των ημερών του οι συνεταιρισμοί από φορείς συγκέντρωσης και εμπορίας των προϊόντων έγιναν διανομείς … κοινοτικών επιδοτήσεων κατά βούληση.
Διευκόλυνε τη διαφθορά με τη ίδρυση Οργανισμών κατά προϊόν που εξελίχθηκαν σε εκκολαπτήρια σκανδάλων. Οι γεωπόνοι και οι κτηνίατροι έφυγαν από χωράφι και αντί να υποστηρίζουν την παραγωγή, έγιναν εκτιμητές ζημιών, με “πανωγραψίματα” και άλλες αλχημείες.
Είπαμε να αποδίδονται τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, αλλά και τα της αλήθειας στην αλήθεια. Δεν είναι αλήθεια ότι ο Σημίτης αναδείχθηκε από την κοινωνία, ότι ήταν καλός υπουργός ή ότι αποφάσισε την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ. Ήταν απόφαση της κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου μετά τις εκλογές του 1993…
Ούτε, μετά την αθώωση Τσουκάτου στη Δικαιοσύνη για το περίφημο ένα εκατομμύριο μάρκα της Ζίμενς, εξήγησε γιατί ο Χριστοφοράκος έστελνε λεφτά στο ΠΑΣΟΚ… Κατά τα λοιπά ό,τι του οφείλει η Ιστορία, θα του το αποδώσει. Δεν χρειάζεται χειροκροτητές που μάλλον τον εκθέτουν, με τη διαδρομή τους.

