Οι πολιτικές διαστάσεις μιας τραγωδίας: γιατί η Ελλάδα πρέπει να αλλάζει (;) με καταστροφές και συμφορές

ΑΠΕ ΜΠΕ/ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Του Νίκου Λακόπουλου

«Ας πάμε» είπε  η παρουσιάστρια του Σκάι «να πάρουμε μια γεύση από την τραγωδία». Το περίλυπο ύφος δεν κρύβει την χαρά της «ενημέρωσης», τα καλύτερα ρεπορτάζ γίνονται σε νεκροταφεία, αλλά αν πράγματι ο κρατικός μηχανισμός δεν λειτούργησε σωστά -όπως πάντα- τα μέσα ενημέρωσης λειτουργούν σωστά στην Ελλάδα;

O σταθμός είχε μια αποκλειστική -πλαστή- είδηση ότι ο πρωθυπουργός καρατομεί στελέχη του κρατικού μηχανισμού. Την είδηση έβγαλε τη στιγμή που οι επιχειρήσεις εξελίσσονται κι η χειρότερη υπηρεσία που μπορούσε να προσφέρει είναι από έναν «κακό» συντονισμό να μην υπάρχει πλέον κανένας συντονισμός- να μην υπάρχει ηγεσία. Πάνω από όλα όμως η είδηση.

Η κυβέρνηση αντέδρασε με έναν επίσης κακό τρόπο: αντί να περιοριστεί στην διάψευση αποφάσισε να αποσύρει τα κομματικά στελέχη των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ από τις εμφανίσεις στο σταθμό. Ο σταθμός απάντησε με ένα απίστευτο επιχείρημα που απέδειξε ποιος είναι ο στόχος της ενημέρωσης: η ακροαματικότητα.

«Το αποδεικνύουν με την εμπιστοσύνη που έχουν δείξει στον ΣΚΑΪ αυτές τις δύσκολες ημέρες. Και αυτό είναι το μόνο που μας ενδιαφέρει γιατί οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται».  Η ακροαματικότητα.

Τελικά όλα σ΄αυτή τη χώρα γίνονται για την κάμερα, τη δημοτικότητα κι αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Η διαχείριση της πυρκαγιάς εκ του αποτελέσματος δεν μπορεί να κάνει υπερήφανη ούτε την Πυροσβεστική, ούτε την Αστυνομία -όπως δήλωσαν οι επικεφαλής της με μια μακάβρια αριθμητική: είχαμε νεκρούς, αλλά σώσαμε και χιλιάδες.

Η προσπάθεια να αποδοθούν σε εμπρησμούς οι πυρκαγιές -που μπορεί νάναι κι έτσι- δεν είναι παρά η αποφυγή της ευθύνης, όσο και η άναρχη δόμηση -πάντα φταίνε κάποιοι άλλοι, αλλά ούτε το ένα ούτε το άλλο δεν αλλάζει το ότι ο μηχανισμός δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει μια πυρκαγιά, που αν δεχθούμε τις εξηγήσεις- θα μπορούσε να έχει περισσότερα θύματα.

Φαίνεται πως υπήρχε- ή θάπρεπε να υπάρχει ένα σχέδιο -που μάλλον κανείς δεν ήξερε. Ο ένας δήμαρχος καταγγέλλει πως δεν δόθηκε σήμα εκκένωσης, ενώ είναι ο ίδιος υπεύθυνος για το σήμα. Ο δεύτερος εξαφανίστηκε, ο τρίτος μάλλον εκκένωσε γρήγορα την μικρότερη όμως περιοχή του. Ποιος φταίει;

Η πρώτη απάντηση είναι η κυβέρνηση, αλλά αυτοί που το λένε με πραγματική λύσσα ανήκουν στα κόμματα που κυβέρνησαν αυτοί τη χώρα και εν ολίγοις ευθύνονται για την κατάσταση σε όλα τα επίπεδα, από την ανυπαρξία εθνικού σχεδίου για τα δάση ως την άναρχη δόμηση που συνδέεται πάντα με την πολιτική ψηφοθηρία, την λειτουργία του κρατικού μηχανισμού και την απουσία πρόληψης.

Από πολλά χρόνια προειδοποιούν κάποιοι μοναχικοί εκτός κομμάτων ή εντός που «γράφουν ιστορία» κι αποπέμπονται μετά πολλών επαίνων, αλλά ναι να λύσουμε προβλήματα, αλλά όχι να χάσουμε και τις εκλογές. Οι όποιες λύσεις σε ένα πρόβλημα που ήταν γνωστό από καιρό ότι θα κατέληγε σε μια τραγωδία αφορούν τις εκλογές, τους ψηφοφόρους, τον «πολίτη» πελάτη που μπορεί να ματαιώσει τα σχέδια αν βλάπτουν τα μικροσυμφέροντά του, το δικαίωμα όχι μόνο της ιδιοκτησίας, αλλά και να αποχτήσει ένα «σπιτάκι» εκτός σχεδίου που η φιλολαϊκή κυβέρνηση θα νομιμοποιήσει.

Η αποθέωση αυτού του είδους «λαϊκής κυριαρχίας» μεταφέρει τις ευθύνες και σε κόμματα πέρα από τα κόμματα εξουσίας που υπερασπίζονται τα δικαιώματα του λαού, την κατοικία του μεροκαματιάρη, το δικαίωμα του φτωχού να χτίσει κι αυτός ένα σπίτι μες το ρέμα, να το νομιμοποιήσει και όταν δει να πλημμυρίζει ή να καίγεται να κατηγορήσει το κράτος, τη κυβέρνηση ή την Πυροσβεστική που δεν έφτασε έγκαιρα να τον σώσει.

Μια είδηση της 25ης Σεπτεμβρίου 2015 είναι χαρακτηριστική: «Από νωρίς το πρωί κάτοικοι του οικισμού Περιβολάκια στη Ραφήνα βρίσκονταν επί ποδός προκειμένου να εμποδίσουν την Περιφέρεια Αττικής να πραγματοποιήσει την κατεδάφιση δέκα αυθαίρετων κατοικιών για τις οποίες εκκρεμεί δικαστική απόφαση από το 1990. Κάτι τέτοιο τελικά όντως επιτεύχθηκε, καθώς, μετά τις έντονες αντιδράσεις του κόσμου, οι υπηρεσίες της Περιφέρειας Αττικής αποχώρησαν, χωρίς να προχωρήσουν σε καμία κατεδάφιση, τονίζοντας πάντως πως θα επιστρέψουν σύντομα». Μάλλον δεν επέστρεψαν ποτέ, θα πάνε τώρα, αλλά πως θα γκρεμίσουν ένα επικίνδυνο κτίσμα που είναι νόμιμο;

Μια έρευνα της περιοχής αποδεικνύει πως είναι αδύνατη η εκκένωση μέσα σε λίγο χρόνο καθώς αποτελεί λαβύρινθο. Ο ανεύθυνος δηλαδή που θα καλούσε τον κόσμο -με SMS, όπως προτείνουν άλλοι «ειδήμονες»- θα προκαλούσε στους χιλιάδες κατοίκους και παραθεριστές ό,τι χειρότερο σε μια τέτοια περίπτωση: πανικό και εγκλωβισμό τους στα στενάκια, περισσότερους νεκρούς και τραυματίες από όσους θα προκαλούσε η ίδια η πυρκαγιά.

Υπάρχει μια ακόμα τρομακτική διαπίστωση καθώς η φωτιά πλησίασε τα διυλιστήρια και η Πυροσβεστική επενέβη, αν και ο μύθος λέει ότι δεν πρόκειται να πάρουν φωτιά τα διυλιστήρια- έχουν δικό τους σύστημα προστασίας- όπως δεν πρόκειται να περάσει η φωτιά την Λεωφόρο που πέρασε, ούτε πήρε ποτέ φωτιά το Μάτι.

Αν καταλάβαμε κάτι αυτή τη φορά ήταν πως κι άλλες φορές η Αθήνα κινδύνεψε, αλλά οι άνεμοι ήταν μικρότεροι κι όχι το σύστημα προστασίας καλύτερο. Γιατί περί αυτού πρόκειται: οι στροβιλισμοί έστειλαν τη φωτιά με ταχύτητα στο Μάτι, αλλά μπορούσε να πάει ως το Διόνυσο, όπως περίμεναν κατά δήλωση του ενός αντιπεριφερειάρχη. Για την ακρίβεια, αν οι στοβιλιζόμενοι άνεμοι άλλαζαν κατεύθυνση, μπορούσε να πάει οπουδήποτε τη Νέα Μάκρη, την Αγία Παρασκευή, την Ιπποκράτειο Πολιτεία ή την …Ιπποκράτους.

Οι πολύπειροι χειριστές της υπόθεσης -που μάλλον την αντιμετώπισαν ως ρουτίνα- είπαν καθαρά πως ήταν ανεξέλεγκτη, πώς τους υπερέβαινε κι από αυτή την πλευρά έκαναν ότι μπορούσαν. Εφάρμοσαν τα σχέδια ή πάγωσαν μόνο που αυτά αφορούσαν άλλες συνθήκες. Πού να προβλέψουν τόσα μποφόρ, πού να προβλέψουν πως δεν θα σηκώνονταν τα αεροπλάνα, πού να προβλέψουν πως αυτή τη φορά τα πράγματα θάταν αλλιώς.

Αν δεχτούμε πως τα πράγματα έγιναν με τόση ταχύτητα που δεν μπορούσαν να οργανώσουν κανένα σχέδιο, πέρα από όσα λένε ότι σωστά έκαναν -κι έσωσαν ανθρώπους, δηλαδή είχαμε λιγότερα θύματα- όσοι εκτός του αποτελέσματος ρωτάνε γιατί δεν εκκένωσαν το Μάτι -γιατί εκεί πήγε η φωτιά τελικά- θα πρέπει να σκεφτούν ένα άλλο τρομακτικό ενδεχόμενο:

Το επιτελείο που έβλεπε την φωτιά να τρέχει δεν θάπρεπε να εκκενώσει το Μάτι, αλλά όλες τις γύρω περιοχές, δηλαδή όχι μια περιοχή με είκοσι χιλιάδες ανθρώπους, αλλά με εκατοντάδες χιλιάδες. Η αλήθεια είναι ότι όχι μόνο υπερέβαινε η καταστροφή τις δυνάμεις του μηχανισμού, αλλά δεν υπήρχε ποτέ κανένα σχέδιο για μια τέτοια περίπτωση και -το χειρότερο- ούτε θα υπάρξει: η κυβέρνηση έσπευσε με μπουλντόζες στο Μάτι, που θα γίνει ξανά και δεν θάναι πια μια παγίδα- θανάτου, αλλά πόσες υπάρχουν στην Ελλάδα;

Η αλήθεια για τις παιδικές κατασκηνώσεις -με 621 παιδιά- είναι ότι η εντολή δόθηκε αμέσως, αλλά η εκκένωση ολοκληρώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες- δηλαδή τουλάχιστον έξι ώρες αφότου δόθηκε το σήμα εκκένωσης. Ας μην σκεφτούμε τι θα συνέβαινε αν η φωτιά ήταν πιο κοντά ή αν ο στροβιλιζόμενος άνεμος έστελνε τη φωτιά σε πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή ή αν είχε συμβεί Κυριακή.

Αν μάθουμε κάτι από αυτήν την αναμενόμενη τραγωδία είναι πως δεν υπάρχει ένα σχέδιο για την περίπτωση πυρκαγιάς ή πλημμύρας, ούτε ξέρει τι πρέπει να κάνει ο πολίτης που πρέπει να εκπαιδευθεί, λέμε τώρα. Πολλοί δημοσιογράφοι μετατρέπονται σε εισαγγελείς, βγάζουν αποφάσεις πριν αρχίσει η έρευνα, αγνοώντας τις βαρύτατες ευθύνες που έχουν στον συσκοτισμό του προβλήματος με την «ενημέρωση» να γίνεται προπαγάνδα.

Η μοιρολατρεία μαζί με την ενοχοποίηση των κατοίκων που «έχτιζαν σπίτια ανάμεσα στα πεύκα και χωρίς άδειες», όπως είπε ο Πάνος Καμμένος, η ταξική διάσταση –«στην περιοχή έχουμε κτίσματα πολλά από τα οποία είναι πολυτελή με μάντρες»- που έδωσε ο Χρ. Σπίρτζης και η αυτοϊκανοποίηση των αρχών που έκαναν ό,τι μπορούσαν δεν δείχνει μόνο ότι δεν είχαν καταλάβει τι θα συμβεί, δεν κατάλαβαν τι συνέβαινε, αλλά ότι δεν έχουν καταλάβει ακόμα τι συνέβη.

Η βασική αντίληψη όλων των κομμάτων είναι πως φταίει πάντα η κυβέρνηση, αλλά όχι π.χ. η Πυροσβεστική, ούτε ο δήμαρχος, υποκρύπτει την βεβαιότητα -και την επιθυμία- πως αν πέσει η κυβέρνηση και έρθουν άλλοι θα λύσουν το πρόβλημα που όχι μόνο δεν έλυσαν, αλλά με πολλούς τρόπους δημιούργησαν: η τραγωδία είναι πως ένα πρόβλημα που αφορά την ασφάλεια -τώρα πια όχι στα δάση, αλλά και στις πόλεις- δεν μπορεί να λυθεί από πολιτικά κόμματα που σκέφτονται με υποκρισία και χρησιμοποιούν ανθρώπινες ζωές για κομματική προπαγάνδα. 

Το πρόγραμμά τους δεν αφορά ποτέ την προστασία του δάσους, αλλά τα μικροσυμφέροντα του ψηφοφόρου που θεωρεί αυτονόητο ότι αφού έχτισε παράνομια μια πυριδαποθήκη για να ζήσει πρέπει να έχει κι ένα πυροσβεστικό όχημα απέξω. Είναι προφανές ότι αφού φταίει η κυβέρνηση και ειδικά ο πρωθυπουργός, αλλά ποτέ ο πολίτης- ψηφοφόρος- η επόμενη κυβέρνηση δεν θα το λύσει γιατί δεν έχει ασχοληθεί καν με αυτό και η ό,τι είναι συμφορά για μια κυβέρνηση, είναι η χαρά της αντιπολίτευσης.

Θα πέσουν βέβαια κεφάλια, όπως υπαινίχθηκε ο πρωθυπουργός,  πιθανόν να γκρεμισθούν μπροστά στις κάμερες μερικές μάντρες, αλλά ποιος μπορεί να ξαναχτίσει από την αρχή μια ολόκληρη χώρα; Πιθανόν αυτοί οι εθελοντές που έσπευσαν να βοηθήσουν να είναι ένα μήνυμα από το μέλλον, μια άλλη πολιτική σκέψη, μια ευκαιρία, καθώς η τραγωδία που πήρε μια διάσταση να μην σαρώνει μόνο ένα παλιό σύστημα, μια ολόκληρη νοοτροπία, αλλά και την Ελλάδα των μικροσυμφέροντων των οικοδομικών συνεταιρισμών, των συντεχνιών, της κομπίνας, της αντιπαροχής, του λαδώματος, της διαφθοράς που στηρίχτηκε πάνω στο …λαϊκό και δημοκρατικό όνειρο για ένα σπιτάκι στο δάσος.