Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η γοητεία του εφήμερου

Του Γ. Λακόπουλου

«Το να είσαι ηγέτης είναι όπως το να είσαι κυρία. Αν πρέπει να το λες, δεν είσαι».

Μάργκαρετ Θάτσερ

Απορίες: Πόσο μέλλον μπορεί να έχει ένας πρωθυπουργός που κατάφερε να καταγραφεί ως αποτυχημένος από το πρώτο κιόλας εξάμηνο της θητείας του;

Πόσο μακριά θα πάει όταν μετά από αυτό αρπάχτηκε από μια επιδημία για να εμφανιστεί ως ηγέτης;

Που χρησιμοποιεί τον χαμηλό  αριθμό κρουσμάτων και θανάτων για να  ισχυριστεί ότι τα ίδια μέτρα που πήραν όλοι στην Ευρώπη, την ίδια περίοδο μόνο στην δική του στην περίπτωση πέτυχαν;

Που εμφανίζεται από τους προπαγανδιστές του «πρώτος», αλλά σύμφωνα με το βρετανικό think tank «Deep Knowledge Group» η Ελλάδα είναι 30ή στη διεθνή κατάταξη;

Το επιχείρημα του συστήματος Μητσοτάκη είναι ότι ο διεθνής μιντιακός ιστός τον προβάλλει ως υπόδειγμα. Δεν είπε ακόμη και ο Χαράρι ότι θα τον έβαζε αντί του Τραμπ στο πηδάλιο της διαχείρισης τους κορονοϊού;

Ασφαλώς. Αλλά στην περίπτωση των ΜΜΕ βρίθουν οι ανακρίβειες. Π.χ. το ΤIME τοποθετεί τα μέτρα στην Ελλάδα από μια εβδομάδα ως δέκα μέρες νωρίτερα από ότι ελήφθησαν. Και ο Ισραηλινός διανοητής ανάμεσα σε δυο επιλογές προτιμάει το αυτονόητο: ποιος θα διάλεγε τον  Τραμπ;

Δοξάστε τον, λοιπόν. Αλλά sic transit gloria mundi. Δεν υπάρχει τίποτε πιο εφήμερο που να μην ήταν υπέρ του Μητσοτάκη αυτή την περίοδο: ο φόβος, τα ΜΜΕ, η προπαγάνδα ότι όλοι είναι μελλοθάνατοι, η ίδια η στατιστική της μόλυνσης στην Ελλάδα που τον διαψεύδει.

Έτσι δημιουργήθηκε η τεχνητή «ηγετικότητα» του Πρωθυπουργού και ο ίδιος την απολαμβάνει. Αλλά κι αυτό είναι εφήμερο.

Για να είσαι ηγέτης πρέπει να είσαι ηγετικός στο ανοιχτό πεδίο. Με το συμπάθιο, αλλά κανείς δεν του είχε αναγνωρίσει τέτοια ιδιότητα -ούτε καν όσοι τον ψηφίσαν.

Αν μη τι άλλο, ο ηγέτης προσπαθεί να επικοινωνήσει με το υψηλό φρόνημα  του λαού. Ο Μητσοτάκης  απευθύνεται μονίμως στα κατώτερα αισθήματα της κοινωνίας.

Πίσω από τα σελοφάν με τα οποία έντυσαν οι επικοινωνιολόγοι  το πρωθυπουργικό προφίλ, κάτω από τις συγκυριακές επιτυχίες και την προσωρινή «δόξα», αναλύεται μια διαπίστωση: απέναντι στην επιδημία ο Πρωθυπουργός έκανε τα πάντα εκτός από πολιτική.

Για την ακρίβεια δεν είχε πολιτική -ή είχε κατά νου τα αντίθετα από όσα χρειάζονται απέναντι σε μια επιδημία.

Κινήθηκε επικοινωνιακά ανάμεσα στον «πόλεμο» και το «κοκούνιγκ». «Δανείσθηκε» – προσωρινά κι’ αυτό- την πολιτική άλλων: για το δημόσιο σύστημα υγείας, την κοινωνική πρόνοια, την περιφρούρηση δημόσιων αγαθών, το  «μαξιλάρι» του προϋπολογισμού, ακόμη και τον… σοσιαλισμό.

«Άλλαξε μέτρα και σταθμά , καημό δεν άλλαξε».  Έμεινε στις ίδιες παλαιοκομματικές πατέντες. Με  παροχές που δεν μπορεί να καλύψει, με επιλογές που δεν του επιτρέπει η ιδεολογία του να κάνει και πρακτικές  που δε μπορούν να εφαρμόσουν οι μισοί άνθρωποι του στην κυβέρνηση. Και με σκάνδαλα.

Ομοίως δεν άλλαξε και το στυλ διακυβέρνησης. Δίπλα στο μοντέλο του σερίφη που εκπροσωπούσε ο Χρυσοχοΐδης, έβαλε το στυλ αγροφύλακα του Χαρδαλιά.

Ο ίδιος από τη μια μονοπωλούσε την επικαιρότητα- μέχρι και τον υπουργό Υγείας, παραμέρισε- και από την άλλη κρύφτηκε πίσω από έναν γιατρό. Με το σόφισμα «ό,τι πουν οι επιστήμονες» ο  καθηγητής Τσιόδρας έγινε μπροστινός του. Κάτι σαν αγορανομικός υπεύθυνος.

Αλλά οι χώρες κυβερνώνται από πολιτικούς όχι από επιστήμονες.

 Οι κυβερνήσεις συμβουλεύονται τους επιστήμονες, αλλά δεν το  διακηρύσσουν ως δόγμα. Συνεκτιμούν αυτό που λένε οι επιστήμονες με άλλους παράγοντες που αφορούν την οικονομία, την κοινωνία,  την συγκυρία, την προοπτική και παίρνουν πολιτικές αποφάσεις.

Μόνο όποιος δεν μπορεί να πάρει αποφάσεις προσφεύγει σε άλλους που δεν έχουν νομιμοποίηση να ορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, τη λειτουργία των θεσμών και την ποιότητα της Δημοκρατίας.

Η συνταγματική  προϋπόθεση για «αναλογικότητα» αποφασίζεται από  πολιτικούς, όχι από γιατρούς.

Ο Πρωθυπουργός εμφανίσθηκε με ενδυμασία που δεν διαθέτει. Ούτε ως πολιτικός, ούτε ως  τύπος ανθρώπου. Έδωσε συνέντευξη στην «Καθημερινή» και αποθέωσε τον εαυτό του.  Ο ναρκισσισμός της λατρείας, όχι μόνο των πολιτικών και οργανωτικών ικανοτήτων του, αλλά και του ψυχισμού του, τον πρόδωσε.

Όπως άλλοι ασκούν το δικαίωμά τους για 15 λεπτά στη δημοσιότητα αυτός το άσκησε για μια σεζόν ως ηγέτης. Αλλά του λείπει το βασικότερο γνώρισμα της ηγεσίας: η γοητεία.

Όπως έλεγε ο Σκωτσέζος συγγραφέας Τζ. Μ. Μπάρι: » Αν έχεις γοητεία δεν έχει σημασία αν δεν έχεις τίποτε άλλο. Αν δεν έχεις, ό,τι και να έχεις δεν έχει σημασία».