Ο Κυρ. Μητσοτάκης θα πάρει τη χώρα στο λαιμό του αν συνεχίσει να …αυτοθαυμάζεται ως διπλωμάτης περιωπής στα ελληνοτουρκικά και δεν επιδιώξει συνεννόηση με τον Τσίπρα

Του Γ. Λακόπουλου

Είτε είχε πλήρη συνείδηση όσων θα επακολουθούσαν, είτε προκύψαν χωρίς να το επιδιώκει, ο Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε στο Λονδίνο το  πιο καυτό φάκελο που παρέλαβε από  τον προκάτοχό του: τις ελληνουρκικές σχέσεις.

 Με όσα μεσολάβησαν έκτοτε συνάγεται ότι το έκανε χωρίς να έχει διασφαλίσει πώς θα τον κλείσει. Έτσι η συνάντηση εφ’ όλης της ύλης με τον Τούρκο Πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν, εγγράφεται σε μια  παράδοση κακών εξελίξεων για την Ελλάδα στα πλαίσια των συνόδων του ΝΑΤΟ.

Αυτοπυροβολούμενος αυτές τις μέρες ο Κ. Σημίτης μας θύμισε τη Μαδρίτη.  

Ο σημερινός Πρωθυπουργός, πέραν την επιλογής να κολυμπήσει στα βαθιά χωρίς να γνωρίζει καν το είδος της κολύμβησης που επέβαλε ο συνομιλητής του, ξέχασε να φορέσει και σωσίβιο.

Αναχώρησε από την Αθήνα χωρίς να καλέσει τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και να χαράξουν κοινή γραμμή των δυο μεγάλων κομμάτων.  Αν όχι κατ’ ιδίαν,  έστω στη Βουλή- όπως είχε κάνει το 2008 ο Κ. Καραμανλής με τον Γ. Παπανδρέου για το Μακεδονικό.

Άλλωστε ο Αλέξης Τσίπρας, που χειρίσθηκε αυτά τα θέματα για μια πενταετία κάτι περισσότερο θα μπορούσε να του  προσφέρει από τους μαθητευόμενος μάγους που τον συμβουλεύουν.

Αντί για συνεννόηση, ο Μητσοτάκης προτίμησε να συντηρήσει την αντιπαλότητα του προς τον Τσίπρα και σ’ αυτό το θέμα. Μάλιστα την κλιμάκωσε με ανοίκεια προσωπική επίθεση στη Βουλή. Κακό του κεφαλιού του.

Μετά το Λονδίνο η Τουρκία επικύρωσε τη συμφωνία με τη Λιβύη. Επιτυχία  του Έλληνα Πρωθυπουργού δεν το λες. Αλλά ακόμη και τότε ο Μητσοτάκης είχε ακόμη την ευκαιρία  να καλέσει τον Τσίπα για συνεννόηση.

 Δεν το έκανε και δείχνει να έχει εναποθέσει την τύχη της χώρας στον Μακρόν και έναν, μάλλον ψιλοσαλεμένο, Λίβυο ναύαρχο.

Αλληλεγγύη και κουραφέξαλα

Όλα δείχνουν ότι ο Πρωθυπουργός πήγε στη συνάντηση με τον Ερντογάν πιστεύοντας ότι ασκεί διπλωματία υφηλίου επιπέδου. Όταν η συνάντηση απέτυχε εμφανίσθηκε με την αυτάρεσκη επιδίωξη «θα ζητήσω και θα πάρω στήριξη» από τους Ευρωπαίους. Πώς λέμε «έχω να κυβερνήσω μια χώρα»;

Ματαίως του φώναζε ο Τσίπρας αντί να ζητήσει αλληλεγγύη να ζητήσει κυρώσεις για την Τουρκία.  Είναι θέμα τακτικής ότι δεν τις ζήτησε, είπε εκ των υστέρων ο Δένδιας. Ποιας τακτικής;

Πήρε μόνο… λόγια της παρηγοριάς.  Με τον τρόπο που προσδιόρισε ο Βούλγαρος Μπορίσωφ οι ευρωπαϊκές χώρες συμπαραστέκονται στην Ελλάδα, αλλά δεν θα τα χαλάσουν και με την Τουρκία.

Ποια αλληλεγγύη και κουραφέξαλα; Τον χτύπησαν στην πλάτη με συμπάθεια και τον έστειλαν πίσω με άδεια χέρια. Κατά τα λοιπά η Τουρκία «ήταν ήδη ηττημένη διπλωματικά».  Και μετά τη συνάντηση του Λονδίνου «απομονώθηκε».

Ο Έλληνας Πρωθυπουργός δείχνει να πιστεύει ότι πράγματι η Τουρκία βρίσκεται σε δύσκολη θέση «μετά την κίνησή της να υπογράψει αυτό το άκυρο μνημόνιο με τη Λιβύη».

Ποια απομόνωση; Με την Ευρώπη ο Ερντογάν έχει επιλέξει ο ίδιος να απομονωθεί. Και οι Ευρωπαίοι τρέμουν μη απομονωθεί περισσότερο.

Άγνοια διπλωματίας

Η δήλωση Μητσοτάκη ότι την συμφωνία με τη Λιβύη καταδίκασαν «ο Αμερικανός πρέσβης και  η Ρωσία» υποδηλώνει άγνοια της διπλωματίας. Ειδικά για ένα θέμα που αντιμετωπίζεται ως νομικής φύσης από όσους την «καταδικάζουν»- και που δεν είναι ούτε ο Τραμπ, ούτε ο Πούτιν.

Ότι το Ευρωπαϊκό́ Συμβούλιο «επαναβεβαιώνει απερίφραστα την αλληλεγγύη του προς την Ελλάδα και την Κύπρο έναντι των συγκεκριμένων ενεργειών της Τουρκίας», δεν έχει καμία πρακτική αξία.

 Όλοι ξέρουν πως τα μέλη του Συμβουλίου δεν πρόκειται να κάνουν το παραμικρό κατά της Τουρκίας.

Άλλωστε ο Πρωθυπουργός αντιφάσκει όταν από τη μια λέει ότι η Τουρκία απομονώθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και από την άλλη διαπιστώνει τη διάθεση του Συμβουλίου «να βρει τρόπο συνεργασίας με την Τουρκία» -στο μεταναστευτικό. Πρέπει να εξηγήσει: την απομονώνουν ή θέλουν συνεργασία μαζί της;

Όπως αντιφάσκει όταν η κυβέρνησή του και τα φιλικά της ΜΜΕ καλλιεργούν το φόβο του «θερμού επεισοδίου» και ο ίδιος λέει στην «Μπιλντ» ότι «δεν το φοβάται»  και «δεν νομίζει ότι τα πράγματα θα βγουν εκτός ελέγχου». Τότε γιατί συζητάμε;

 Ας ρίξει μια ματιά στις διατυπώσεις των προκατόχων του. Ας δώσει προσοχή σε αυτά που του επισημαίνει ο Τσίπρας. Και ας μελετήσει τη ομιλία του Καραμανλή στη Θεσσαλονίκη.

Αλλιώς ας μην έχουμε αυταπάτες. Το μόνο που θα καταφέρει έτσι ο Πρωθυπουργός  με αυτή την νοοτροπία θα είναι να περνάει τη θηλιά στο λαιμό του και στο λαιμό της χώρας.

Πρέπει να σταματήσει τον αυτοθαυμασμό για τις διπλωματικές του ικανότητες, που τον οδηγεί να θεωρεί ως επιτυχία τα αυτονόητα. Π.χ. ότι «στο δείπνο των ηγετών δεν υπήρχε κανείς που να μην επανέλαβε την αμέριστη στήριξή του στην Αθήνα και την Κύπρο».

Η αυτοπεποίθησή του ως ικανού χειριστή διεθνών θεμάτων, τον παγιδεύει σε εμπάθεια για την αντιπολίτευση. Η κυβερνητική πολιτική είναι αλλού ο παππάς, αλλού τα ράσα.

Για να αποκτήσει αξιοπιστία, πρέπει ο Πρωθυπουργός να αποφασίσει για την στρατηγική του: κατευνασμός και διολίσθηση στη λογική της «συνεκμετάλλευσης» και της «Χάγης για όλα»- όπως τον παροτρύνουν  ξένες δυνάμεις αλλά και οι διαρροές από το κόμμα του;  Ή θα αναδείξει εκ νέου την εθνική γραμμή των προκάτοχων του: «Ναι στο διάλογο, αλλά δεν διεκδικούμε τίποτε και δεν διαπραγματευόμαστε τίποτε»;

Η εκατέρωθεν επιχειρηματολογία είναι γνωστή. Αλλά η απόφαση πρέπει να ληφθεί από τον ίδιο. Η εξωτερική πολιτική πρέπει να έχει σαφήνεια επιδιώξεων.

 Όσο συντηρεί τη θολούρα, φορτώνει τη χώρα με επιβαρύνσεις. Σαν αυτές που της φόρτωσαν πριν από περίπου τρεις δεκαετίες ο πατέρας του με τον Σαμαρά με το Μακεδονικό. Ή σαν όσα φόρτωσε ο ίδιος στον εαυτό του με τη στάση του στη λύση αυτού του προβλήματος.

Ο Πρωθυπουργός οφείλει να καλέσει τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης για να διαμορφώσουν κοινή γραμμή και αρραγές εσωτερικό μέτωπο. Αλλιώς θα πάρει τη χώρα στο λαιμό του.