Ο Λιάκος, ο Χρυσοχοΐδης και οι ιδέες τους

Το επιστημονικό βιογραφικό του Αντώνη Λιάκου πιάνει ένα στρέμμα- ομοίως και το αγωνιστικό. Η  τελευταία προσφορά του στην εγχώρια γραμματεία και τον ελληνικό πολιτισμό είναι το επίπονο έργο «Ο ελληνικός 20ός αιώνας, (εκδόσεις Πόλις).

Το επιστημονικό του Μιχ. Χρυσοχοΐδη απλώς δε υπάρχει -πέραν του ότι σπούδασε νομικά στη Θεσσαλονίκη. Το πολιτικό του αρχίζει από το διορισμό του ως νομάρχη. Αφού υπηρέτησε τρεις διαδοχικούς πρωθυπουργούς του ΠΑΣΟΚ, σκέφθηκε να δοκιμάσει και έναν τέταρτο, αλλά της Δεξιάς αυτή τη φορά.

 Με αυτή την απόσταση ανάμεσα στους δυο άνδρες ήταν αποκοτιά για τον  Μιχάλη να τα βάλει με τον εμβληματικό πανεπιστημιακό του ΣΥΡΙΖΑ σε προσωπικό επίπεδο. Γιατί τι άλλο είναι η δήλωση ότι ο Λιάκος είναι  «άφρων»- επειδή είπε «αν ήμουν 16-17 χρονών, είχα περάσει από χίλια μύρια κύματα για να φτάσω σε ευρωπαϊκή γη της επαγγελίας και βρισκόμουν στην κόλαση της Μοίρας, κι εγώ φωτιά θα έβαζα«;

Όπως είπε ο Νίκος Φίλης ήταν «κραυγή. Αλλά ο Χρυσοχοΐδης έσπευσε να βγάλει την καινούργια ιδεολογική του ταυτότητα και αντιμετώπισε σε επίπεδο δυο ανδρών τον πανεπιστημιακό σα να τριγυρίζει από καταυλισμό σε καταυλισμό και να τους κατακαίει.

Το πνευματικό εκτόπισμα των δυο ανδρών είναι άνισο. Ο υπουργός δεν είχε λόγο να σχολιάσει μια ανάρτηση ενός διανοούμενου για ένα θέμα που καίει  όποιον έχει δυο γραμμάρια συμπόνοιας  για τον πάσχοντα  μέσα του. Ένα σχόλιο ήταν- με τους συμβολισμούς και το νόημα αλληλεγγύης. Δεν προσφέρονταν για να στον βάλει στο σημασία η κυβέρνηση. Πάλι καλά που δεν έστειλαν και να τον συλλάβουν.

Στην πραγματικότητα όμως ήταν μια αναμέτρηση ιδεών. Η αέναη πάλη ανάμεσα στο προοδευτικό και το συντηρητικό. Στον ουμανισμό και την μισαλλοδοξία.

Για τον Λιάκο είναι μάλλον τιμητικό να τον στοχοποιούν από τη Δεξιά για τις ευαισθησίες του. Αλλά για τον Χρυσοχοΐδη είναι τεκμήριο ότι δεν άλλαξε απλώς χρώμα φανέλας,  άλλαξε και εντός του: ποιος «σοσιαλδημοκράτης» και κολοκυθοκορφάδες. Μιλάει σαν Άδωνις, Μπογδάνος και Βορίδης.  Τους δείχνει ότι δεν είναι ξένος ανάμεσά τους.  Αχ, που ήσουν νιότη που μούλεγες πως θα γινόμουν άλλος.