Ο Μίκης – του Ωραίου και του Αληθινού- που δεν χωρά πουθενά, αλλά ανήκει σε όλους, «θάναι πάντα μόνος»

ΑΜΠΕ-ΜΠΕ/ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
Του Νίκου Λακόπουλου

Για οχτώ μέρες ως τώρα τα μέσα ενημέρωσης ασχολούνται με τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη, σα να σταμάτησε ο χρόνος, με ένα βομβαρδισμό από ρεπορτάζ, συνεντεύξεις, ντοκιμαντέρ, τραγούδια -όσα δεν ακούστηκαν από τα ραδιόφωνα τα τελευταία εξήντα χρόνια -που ο Μίκης ήταν «κομμένος» από αυτά.

Πρόκειται για ένα πολιτισμικό σοκ που δεν αφορά μόνο τη ζωή ενός ανθρώπου που έζησε για ενηνταέξι χρόνια όλες τις φάσεις της ιστορίας της Ελλάδας για εφτά δεκαετίες και υπήρξε συνομιλητής του Στάλιν, του Μάο Τσε Τουγκ, του Φιντέλ Κάστρο -παρών στην παγκόσμια ιστορία.

Αφορά την ίδια την Ελλάδα που αυτές τις μέρες ξανακοιτάζει την Ιστορία της μέσα σε από τον καθρέφτη του Μεγάλου Έλληνα, του Τελευταίου Έλληνα, όπως γράφεται συχνά με άλλα επίθετα που εξαντλούν τα λεξικά. Κάτι συνέβη αυτές τις μέρες, αλλά τι;

Η κυβέρνηση κήρυξε τριήμερο εθνικό πένθος, όλα τα κόμματα θρηνούν και ο Δήμος Αθηναίων ετοιμάζει προτομή και δρόμο με το όνομά του. Aκόμα και ο Θεός θα πρέπει να είχε μια ανάμιξη στα όσα συνέβησαν αφού την ώρα του αποχαιρετισμού στην Μητρόπολη άρχισε να βρέχει.

Ο Θεοδωράκης και η Δεξιά

Σε μια απίστευτη σκηνοθεσία την ώρα που ο Κώστας Γαβρά με τον Βασίλη Βασιλικό πάνε στην Μητρόπολη, δίπλα από την οδό Σταδίου όπου εξελίσσονται για δεκαετίες χιλιάδες γεγονότα, φτάνει και ο Πρωθυπουργός που έχει το όνομα Μητσοτάκης, όταν το πλήθος αρχίζει να γιουχαϊζει φωνάζοντας -μάλλον αναδρομικά- «Μητσοτάκη κάθαρμα».

«Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά».

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αυτός είναι ο Πρωθυπουργός, μάλλον πήγε σε λάθος κηδεία. Ήταν αυτός που είχε πει «τι τον ενδιαφέρει τον δεκαεπτάχρονο η δολοφονία Λαμπράκη;» και για τον ίδιο ο Μίκης ήταν η «υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών». Να κάνουμε την Ιστορία σούπα δηλαδή άχρωμη πολιτικά και άγευστη -ουδέτερη όπου ο Μίκης ανήκει σε όλους.

Βέβαια ο Μίκης Θεοδωράκης λίγο πριν πεθάνει είχε πει πως «χρειάζεται επανάσταση και λυπάμαι που δεν μπορώ να περπατήσω και να βγω στις πλατείες με καλάσνικοφ». Ήταν αυτός που στην προσωπική του επιστολή στις 5 Οκτωβρίου 2020, προς τον γραμματέα του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα, έγραφε:

«Τώρα στο τέλος της ζωής μου, την ώρα των απολογισμών, σβήνουν απ’ το μυαλό μου οι λεπτομέρειες και μένουν τα “Μεγάλα Μεγέθη”. Έτσι βλέπω ότι τα πιο κρίσιμα, τα δυνατά και τα ώριμα χρόνια μου τα πέρασα κάτω από τη σημαία του ΚΚΕ. Για το λόγο αυτό θέλω να αφήσω αυτόν τον κόσμο σαν κομμουνιστής.”

Με την επιστολή του ζητούσε από τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ να επιληφθεί εκείνος προσωπικά ώστε, όπως έγραφε: «να γίνει σεβαστή όχι μονάχα η ιδεολογία μου, αλλά και οι αγώνες μου για την ενότητα των Ελλήνων».

Ο Μίκης και το Κόμμα

Διαβάζοντας τον επικήδειο του ο γραμματέας του ΚΚΕ μάλλον διαβάζει μουσικοκριτική για έναν «αγωνιστή-δημιουργό, οδηγητή και πρωτεργάτη μιας νέας, μαχόμενης τέχνης στη μουσική».

Βέβαια οργανώθηκε στο ΕΑΜ και λίγο μετά στο ΚΚΕ, παίρνοντας μέρος στην Εθνική Αντίσταση και τον Δεκέμβρη του ‘44 πολέμησε στη μάχη της Αθήνας, που πνίγηκε στο αίμα και μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού. Μοιράστηκε με τους συντρόφους του τις άγριες διώξεις του αστικού κράτους ως εξόριστος στην Ικαρία και τη μαρτυρική Μακρόνησο, όπου βασανίστηκε άγρια. Στη συνέχεια, αγωνίστηκε μέσα από την ΕΔΑ και τους Λαμπράκηδες για την πολιτιστική αναγέννηση, ενώ «πλήρωσε» με νέες δοκιμασίες, φυλακές και εξορίες, την παράνομη δράση του ενάντια στη δικτατορία των συνταγματαρχών το 1967.

Το 1978 ήταν υποψήφιος δήμαρχος του ΚΚΕ στην Αθήνα, ενώ το 1981 και το 1985 εκλέχτηκε βουλευτής του Κόμματος. Είναι σαφές ότι λείπουν ολόκληρα κεφάλαια από την πολιτική ζωή του Μίκη και το Κομμουνιστικό Κόμμα αφιερώνει την ανακοίνωση στο μουσικό του έργο που «έφερε την ποίηση στο τραπέζι του λαού, πλάι στο ποτήρι και το ψωμί του», όπως έγραφε γι’ αυτόν ο Ρίτσος.

Ο ίδιος ο Μίκης σε συνέντευξη του παλιότερα -που δημοσιεύθηκε στο ΑΠ έχει πει:

Δεν πιστεύω ότι στην Ελλάδα του άκρατου λαϊκισμού, της λατρείας της μετριότητας, της βασιλείας της κομπίνας και της ως θανάτου καταδίκης του Ωραίου και Αληθινού, με τις σημαίες και τα εξαπτέρυγα όλων των εξουσιών από την δεκαετία του ογδόντα μέχρι σήμερα’.

Πρόκειται για μια κριτική στο κόμμα στου οποίου τα γραφεία η σημαία κυματίζει σήμερα μεσίστια. Ο Μίκης που είχε συγκρουστεί με την γραφειοκρατία του κόμματος στο οποίο ανήκε για πολύ καιρό είχε μιλήσει πέντε χρόνια πριν πεθάνει πως «θα έρθει η ώρα του σημερινού ουτοπικού κομμουνισμού, που τότε μπροστά στο χάος θα καταστεί αναγεννητικός».

Σας παρακαλώ να μην αντιδράσετε με τη λέξη «κομμουνισμός», εννοώ την κοινωνία στην οποία δεν θα υπάρχει χρήμα, δεν θα υπάρχει Κράτος, Κυβέρνηση, Αστυνομία, Στρατός. Αλλά μόνο η συνείδηση του Ανθρώπου. Και φυσικά όλα τα αγαθά κοινά για όλους με τον όρο ότι όλοι θα δουλεύουν όσο μπορούν και θα παίρνουν ελεύθερα, χωρίς χρήματα όσα έχουν ανάγκη, με μοναδικό ελεγκτή όπως είπα, τη συνείδησή τους.

Το Ωραίο και το Αληθινό

Ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν λοιπόν ως το τέλος ένας αρχαίος κομμουνιστής που έφυγε από το Κόμμα, αλλά δεν άλλαξε ιδεολογία. Συνεργάστηκε με την κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά δεν πέρασε στη Δεξιά.

Για τον Λεωνίδα Κύρκο κάποτε ήταν ένα …Εκκρεμές, ενώ για τον Μίμη Ανδρουλάκη ένας ιλιγγιώδης στροβιλισμός» που δεν μπόρεσε η αριστερά να τον διαχειριστεί». Ήταν μικρή μπροστά στο μέγεθος και την εκρηκτικότητα του Μίκη».

Προφανώς ο Μίκης όταν μελοποιεί Σεφέρη και Ελύτη -μαζί με τον Γιάννη Ρίτσο- έχει υπερβεί τα όρια της Αριστεράς και η Ελλάδα είναι αξία μεγαλύτερη όχι μόνο από το Κόμμα, αλλά και τα κόμματα που αλλάζει σαν υποσύνολα σε ένα σύμπαν που τα υπερβαίνει.

«Ξέρετε ότι λόγω ύψους δεν μπορούσα ποτέ να υποκλιθώ. Ήμουν και είμαι ανεξάρτητος» θα πει λίγο πριν πεθάνει. Και τώρα αρχίζουν τα δύσκολα, καθώς μάλλον δεν χωράει στα μουσεία όπου επιχειρούν να τον βάλουν κόβοντας λίγο από δω λίγο από κει: στο εθνικός κάτι λείπει, αλλά και το λαϊκός δεν τον περιγράφει.

Στο μεγάλος μουσικός κάτι αποσιωπάται και περισσεύει το …καλάσνικοφ με το οποίο θάβγαινε λέει στις πλατείες. Ζήτησε να πεθάνει ως κομμουνιστής και στο επιτύμβιο επίγραμμα στον Γαλατά των Χανίων να γράφει μονάχα: «Πολέμησε τον Δεκέμβρη». Αλλά ποιον Δεκέμβρη;

Mάλλον πολέμησε σε ένα δικό του Δεκέμβρη, κομμουνιστής, αλλά βυζαντινός, πατριώτης αλλά κομμουνιστής, Έλληνας αλλά οικουμενικός -καθώς η εθνικότητα κι αυτή η λέξη τον περιορίζει. Όπως ο χρόνος που μάλλον υπερβαίνει μαζί με την εποχή του: το πατριώτης και κομμουνιστής είναι έννοιες πεπερασμένες, αλλά το Ωραίο και το Αληθινό, αιώνιες διαχρονικές, δίχως κόμμα, τόπο και πατρίδα.