Πραξικόπημα στην Άγκυρα

Του Διογένη Λόππα

Το »Μανιφέστο» Δένδια στην Άγκυρα δεν ήταν μια ακόμα συνέντευξη τύπου που πήγε στραβά, πράγμα άλλωστε αρκετά συνηθισμένο απέναντι σε νέο – Οθωμανούς συνομιλητές. Ούτε είχε ως αποδέκτες τον αιφνιδιασμένο Μεβλούτ, το παλάτι ή ακόμα και το παγωμένο Βερολίνο. Οι αποδέκτες του μηνύματος κατοικούν εν Αθήναις και έχουν ονοματεπώνυμο.

Όταν η pravda του μητσοτακισμού, »Τα Νέα», δημοσίευσαν τους γνωστούς πομφόλυγες Σημίτη, τα σαΐνια του μεγάρου Μαξίμου μετρούσαν αντιδράσεις. Το δόλωμα ήταν στο νερό και πάντες οι ενδιαφερόμενοι άρχισαν να τσιμπάνε ο ένας μετά τον άλλον. Μόνο που η κατάσταση κάποια στιγμή άρχισε να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο. Έμοιαζε με κάποιον που δοκιμάζει δειλά να βάλει το χέρι του σε μια σφηκοφωλιά περιμένοντας ήπιες αντιδράσεις από τα φαινομενικά ήσυχα έντομα και ξαφνικά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα καταλήγει με ένα σύννεφο άγριες σφήκες να τον κυνηγάνε με άγριες διαθέσεις.

Γιατί ποιος θα περίμενε ότι ο άφωνος πρώην πρωθυπουργός θα σήκωνε το γάντι ξυπνώντας αδρανείς πυρήνες εντός μάλιστα του κομματικού κορμού; Ή ότι θα ανέβαιναν στα κεραμίδια ακόμα και φιλικά μέσα ενημέρωσης ή πολιτικά πρόσωπα πέραν πάσης υποψίας; Είναι προφανές ότι ο κ. Πρωθυπουργός υπέπεσε για πολλοστή φορά στο κλασσικό ατόπημα, ατόπημα στο οποίο παρασύρεται ανησυχητικά συχνά από την παντελή αδυναμία του να αφουγκραστεί σωστά τις κοινωνικές ζυμώσεις γύρω του. Σε μια πολύ δύσκολη περίοδο, με συνταγματικές ελευθερίες στον πάγο λόγω πανδημίας και την κατάσταση της οικονομίας να θυμίζει έντονα 2010, το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε να υποστεί ο Έλληνας είναι ο σημιτικός κατευνασμός σε νέο λαμπερότερο περιτύλιγμα.  Είναι ζήτημα αξιοπρέπειας και δεν μπορεί να προβλεφθεί ούτε από κόλακες, ούτε από δημοσκόπους.  

Το αριστοτεχνικό τσαλάκωμα στον Σουλτάνο

Η επίσκεψη Δένδια ήταν από την αρχή προβληματική. Για πολλούς σοβαρούς αναλυτές (εννοώντας δημοσιολόγους εκτός των εκατέρωθεν payrolls), η επίσκεψη αυτή ήταν αχρείαστη και το μόνο που εξυπηρετούσε ήταν η όψιμη προσπάθεια των Τούρκων να εμφανισθούν ως χρήσιμοι σύμμαχοι απέναντι σε έναν κουφό Baiden. Έμοιαζε περισσότερο σαν επιτομή του κατευνασμού, παρά σαν μια ειλικρινή προσπάθεια προσέγγισης, απέναντι σε έναν αντίπαλο που από καιρό έχει ξεπεράσει τα αποδεκτά όρια της διπλωματίας. Σαν μια νομιμοποίηση της αναθεωρητικής ατζέντας της Άγκυρας και με το Βερολίνο σε ρόλο μεγάλου χορηγού.

Αν οι πληροφορίες μου είναι σωστές, πρόθεση της κυβέρνησης ήταν να κατευνάσει ταυτόχρονα Τούρκους και Γερμανούς, να επιδείξει συμμαχική συμμόρφωση και να προετοιμάσει μια συνάντηση κορυφής Μητσοτάκη – Ερντογάν η οποία με τη σειρά της θα έθετε τα όρια των ελληνικών υποχωρήσεων πριν από μια υπογραφή συνυποσχετικού για την προσφυγή στη Χάγη. Μια τακτική που πιάνει το νήμα από εκεί που το άφησε η κυβέρνηση Σημίτη και που είναι άμεσα συνδεδεμένη τόσο με το θρυλούμενο σύμφωνο αμυντικής συνδρομής με τη Γαλλία, όσο και με το ζήτημα των νέων φρεγατών. Καθότι μια λύση, έστω και επώδυνη, στο σύνολο των ελληνοτουρκικών διαφορών που θα περιλαμβάνει και το Κυπριακό, εξουδετερώνει (υποτίθεται) την ανάγκη πρόσδεσης στο γαλλικό άρμα, την ώρα μάλιστα που οι Γερμανοί δεν καλοβλέπουν μια τέτοια εξέλιξη, που θα τίναζε τον αέρα τη μεσογειακή τους πολιτική, που βασίζεται υπέρμετρα σε μια επελαύνουσα Τουρκία, ασχέτως ηγεσίας ή παραβιάσεων βασικών ανθρωπιστικών ιδεωδών.

Από την πλευρά των Τούρκων όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι το παλάτι ήταν ήδη ενημερωμένο (και αρκούντως ικανοποιημένο) από την πρόθεση της Ελλάδας να κάνει το μεγάλο βήμα και έτσι είδαν την επίσκεψη Δένδια σαν αφορμή για φιέστα. Επί της ουσίας, ο Σουλτάνος πίστεψε στα αλήθεια ότι θα υποβάλλει όρους νικητή προς ηττημένο στους απείθαρχους και θρασείς Έλληνες και ότι μετά τη συνάντηση με τον Έλληνα πρωθυπουργό (πιθανότατα στο Βερολίνο με τη συμμετοχή Μέρκελ, από ότι μαθαίνω) έπειτα από μια επίδειξη μεγαλοφροσύνης θα παραχωρούσε μερικά (μικρά) ανταλλάγματα. Για αυτό και δέχθηκε να παραβιάσει με έναν πρωτοφανή για τους Τούρκους τρόπο το πρωτόκολλο και να συναντηθεί κατ ιδίαν με τον Έλληνα ΥΠΕΞ.

Φαίνεται όμως ότι ούτε η εξ επαφής συνάντηση με τον Ερντογάν πήγε καλά, ούτε βέβαια η προγραμματισμένη συνάντηση των υπουργών εξωτερικών για αυτό και η συνέντευξη τύπου ξεκίνησε με νεύρα. Αυτό συνέβη γιατί ενώ οι έως τότε πληροφορίες των τουρκικών υπηρεσιών μιλούσαν για πρόθεση έντιμου συμβιβασμού με σοβαρές υποχωρήσεις από την επίσημη ελληνική ατζέντα και μάλιστα με τις αντίστοιχες επίσημες διαβεβαιώσεις του Βερολίνου, τελικά οι τελευταίες εξελίξεις στην Αθήνα ήταν απολύτως απρόβλεπτες και διαπέρασαν οριζόντια το σύνολο του πολιτικού συστήματος της χώρας και έτσι αντί για πρόβατο φιλοξένησαν λύκο. Και αυτό γιατί τόσο η Καραμανλική πλειοψηφία εντός της ΝΔ, όσο και η αντίστοιχη εντός της προοδευτικής παράταξης (πλην Λακεδαιμονίων) μαζί με την ολόθερμη στήριξη του Έλληνα, έθεσαν πραγματικές κόκκινες γραμμές, πέραν των οποίων κανένας φέρελπις πρωθυπουργός δεν έχει τη νομιμοποίηση να διαβεί. Έτσι ο κ. Δένδιας εκπροσώπησε την πατρίδα του, όχι με την επίσημη ατζέντα της κυβέρνησης, ούτε καν με κάποια προσωπική του ατζέντα, αλλά με την ατζέντα που η ίδια η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, έπειτα και από τον έντονο δημόσιο διάλογο που ακολούθησε τη σημιτική ηττολογία, τού επέβαλε. Και αυτό είναι προς τιμήν του. Και αυτό ο Έλληνας δεν θα το ξεχάσει ποτέ.

Το αποτέλεσμα ήταν η εικόνα του ισχυρού και μεγαλόκαρδου Σουλτάνου να υποστεί ένα άνευ προηγουμένου τσαλάκωμα και μάλιστα εντός έδρας, πράγμα που για τους πιστούς μουσουλμάνους αποτελεί προσβολή πρώτου μεγέθους. Όσο και αν ο προπαγανδιστικός μηχανισμός δούλεψε υπερωρίες για να μετριάσει τις απώλειες, η αμηχανία της τουρκικής ηγεσίας ήταν ιδιαίτερα έντονη, σε σημείο που πολλοί να μιλάνε για εν δυνάμει κήρυξη πολέμου, όχι απαραίτητα με στρατιωτικά μέσα.

Και ποτηράκια για τα πικρά λογάκια

Αν το παλάτι στην Άγκυρα δικαίως αιφνιδιάστηκε από το μανιφέστο Δένδια, εκεί που πήραν φωτιά τα τόπια ήταν, εκτός από το μέγαρο Μαξίμου που με αντανακλαστικά ραντανπλάν έσπευσε να οικειοποιηθεί την εξέλιξη ως δήθεν δική του στρατηγική, το Βερολίνο, στο οποίο ξύπνησαν μνήμες ελληνοαιγυπτιακής ΑΟΖ. Τότε, αν θυμάστε, οι Γερμανοί θεώρησαν τη συμφωνία ως μονομερή ενέργεια που έθετε εν κινδύνω την προσέγγιση στην ανατολική Μεσόγειο, θεωρώντας, σωστά, ότι υπήρξε γαλλικός δάκτυλος.

Έπειτα και από το περιστατικό της Άγκυρας, το οποίο υποδέχθηκαν με περίσσιο σκεπτικισμό, νομίζω πως η αξιοπιστία της ελληνικής διπλωματίας, θα έχει πιάσει (στα μάτια τους) πάτο. ‘Η θα αρχίσουν επιτέλους να αντιλαμβάνονται ότι το άλογο στο οποίο πόνταραν έχει μερικά θεματάκια. Ή ότι τα κέντρα εξουσίας στη χώρα είναι περισσότερα και όχι τόσο εύκολα ελεγχόμενα. Ή ακόμα και ότι η επιρροή των Γάλλων στην ελληνική πολιτική σκηνή είναι μεγαλύτερη από όσο υπολόγιζαν.

Οι δύο αλήθειες Δένδια που δεν έχουν αντίλογο

Η ευκολία με την οποία ο διαχρονικά ευπρεπής Έλληνας συντηρητικός πολιτικός όχι μόνο αμύνθηκε αλλά και επιτέθηκε με θανατηφόρα ακρίβεια, δείχνει ότι ήταν τουλάχιστον προετοιμασμένος και σε τίποτα δε θυμίζει τον Δένδια του τουρκολιβυκού συμφώνου της εποχής της διπλωματίας των κυριών του Μαξίμου. Τότε που ο ίδιος και το πολιτικό ρεύμα που εκπροσωπεί εντός του κόμματός του, είχαν μοιραία αποδεχθεί έναν δεύτερο ρόλο περισσότερο εθιμοτυπικό και λιγότερο ουσίας.

Η παράσταση διαμαρτυρίας μέσα στο σπίτι του αντιπάλου δεν ήταν μονόδρομος. Απαιτεί πολιτικά αντανακλαστικά επιπέδου, απαιτεί αρχές και απαιτεί σθένος αλλά και επίγνωση των συσχετισμών. Γνωρίζοντας πολύ καλά το ποιόν του ανδρός, μπορώ να είμαι σίγουρος ότι πριν προχωρήσει οργανωμένα στο τσαλάκωμα της τουρκικής αλαζονείας είχε τουλάχιστον την αμέριστη στήριξη αφενός του »συστήματος Καραμανλή», συστήματος με καθολική αποδοχή στον αποκαλούμενο μεσαίο χώρο (και όχι μόνο), και αφετέρου, έστω και λιγότερο ενθουσιωδώς, της σκληρής δεξιάς, η οποία de facto αποκηρύττει τον κατευνασμό.

Όλα τα τουρκικά αιτήματα που έχουν τεθεί επί τάπητος τα τελευταία χρόνια, διαθέτουν ως ένα βαθμό μια λογική. Μια λογική την οποία η τουρκική διπλωματία συστηματικά έχει καταφέρει να ξεδιπλώσει στις διεθνείς επαφές της και να στηρίξει με επιμονή, στηριζόμενη περισσότερο στην ισχύ που θεωρεί ότι διαθέτει και βέβαια στη χρησιμότητά της ως περιφερειακού παίκτη αδιαμφισβήτητης αξίας. Όλα; Όχι, υπάρχουν δύο θέματα στα οποία πονάει και τα οποία δεν γίνονται δεκτά με ενθουσιασμό ιδιαίτερα από Ευρωπαίους και Αμερικανούς συνομιλητές. Μεταναστευτικό, αποστρατικοποίηση, μειονότητα, FIR, γκρίζες ζώνες, πράγματι διαθέτουν μια βάση συζήτησης που αν συνδυαστεί με την επίκληση της στρατιωτικής υπεροχής και του δικαίου του ισχυρού, μπορούν να παράξουν αποτέλεσμα. Κύπρος και UNCLOS, όχι.

Κύπρος

Η Κύπρος θα αποτελεί στο διηνεκές και όσο δε λύνεται το πρόβλημα, την αχίλλειο πτέρνα της τουρκικής διπλωματίας. Που βρισκόμαστε σήμερα; Όλη η υφήλιος ξιφουλκεί για την Ουκρανία και για το δικαίωμά της στην εδαφική της ακεραιότητα. Ουσιαστικά όλη η δύση έχει στοιχηθεί πίσω από έναν πρόθυμο φιλοδυτικό πρόεδρο και τον παροτρύνει, ακόμα και εις βάρος των στρατιωτικών συσχετισμών, να επαναδιεκδικήσει τα εδάφη της χώρας του, ακόμα και με τη χρήση βίας. Εδάφη που de facto έχασε λόγω της Ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης μερικά χρόνια πριν. Πόσος καιρός θα περάσει πριν η τακτική αυτή στραφεί εναντίον της Τουρκίας; Ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν έχει ήδη συμβεί είναι ότι η Τουρκία ήταν η ίδια μέλος του ΝΑΤΟ και η Κύπρος φιλική χώρα προς τη Ρωσία. Σήμερα όμως η Κύπρος ανήκει ολοκληρωτικά στο δυτικό σύστημα ενώ η Τουρκία αλληθωρίζει εμπράκτως προς τη Ρωσία.

UNCLOS – United Nations Convention on the Law of the Sea

Εκεί όπου ο Έλληνας υπουργός υπήρξε πραγματικά δηλητηριώδης και εξόργισε τους οικοδεσπότες του ήταν η επίκληση της σύμβασης για το δίκαιο της θάλασσας (που αρνείται βέβαια να αποδεχθεί και να υπογράψει η Τουρκία) και μάλιστα όταν υπό μορφή απειλής τη συνδύασε με τις φαντασιώσεις της Τουρκίας περί ένταξης στην Ε.Ε. Όπως παλαιότερα είχε πράξει και ο Ανδρέας απευθυνόμενος προς τους Τούρκους αλλά και προς όλο το δυτικό σύστημα ασφαλείας, ο κ. Δένδιας υπενθύμισε το αυτονόητο: Η διαμάχη των δύο χωρών για τις θαλάσσιες ζώνες, δεν είναι ακριβώς διαμάχη, αλλά αμφισβήτηση της κυριαρχίας της Ελλάδας από την Τουρκία, άρα απρόκλητη επιθετική ενέργεια. Και αυτό γιατί οι πρόνοιες της εν λόγω συνθήκης δεν αφήνουν καθόλου χώρο για παρερμηνείες.

Και αν πράγματι η Τουρκία έχει φιλοδοξίες ένταξης στο σύστημα ασφαλείας που ανατέλλει, οφείλει προηγουμένως να υπογράψει και να σεβαστεί την UNCLOS, η οποία εκτός των άλλων αποτελεί και Ευρωπαϊκό δίκαιο και τετελεσμένο. Δηλαδή δεν νοείται ούτε καν συζήτηση για συμμετοχή στο δυτικό σύστημα ασφαλείας χωρίς προηγούμενη αποδοχή της συγκεκριμένης σύμβασης. Με λίγα λόγια, Ε.Ε. (και χρηματοδοτήσεις, και free βίζες, και τελωνειακές διευκολύνσεις, και οικονομική σταθερότητα, και εθνικό prestige) ΓΙΟΚ.

Από τα μεγάλα λόγια στις μεγάλες πράξεις

Πολύ ωραία τα είπε λοιπόν ο κ. Δένδιας και όλοι οφείλουμε να είμαστε ικανοποιημένοι από την αιχμηρότητα των τοποθετήσεών του και κυρίως από τον επιτέλους και επισήμως ενταφιασμό του κατευνασμού. Όμως παραμένουν αρκετά ερωτηματικά και αυτό γιατί ο κ. Δένδιας δεν είναι πρωθυπουργός. Συνταγματικά η τελική διευθέτηση ανήκει στον πρωθυπουργό, ο οποίος μέχρι σήμερα δεν έχει δείξει καθόλου θετικά δείγματα γραφής.

Άλλο είναι να αντιμετωπίζεις στα ίσια, λεκτικά όμως, τις τουρκικές θρασύτητες και άλλο να αντιμετωπίζεις γεωτρύπανα και φρεγάτες σε Αιγαίο και ανατολική μεσόγειο. Και βέβαια όλοι αναμένουμε ότι μετά την επίσημη διαφοροποίηση της εξωτερικής πολιτικής, που μάλιστα έσπευσε να επιδοκιμάσει ακόμα και ο μέχρι χθες ενδοτικός πρωθυπουργός, θα αλλάξει και η αντιμετώπιση στο πεδίο. Αναμένουμε ευλόγως ότι δεν θα ακούσουμε ξανά δηλώσεις περί εθνικισμού των δώδεκα μιλίων, περί εθνικής κυριαρχίας των έξι μιλίων, περί ερευνητικών πλοίων που τα παρασέρνει ο αέρας και περί ζωτικών τουρκικών συμφερόντων σε ελληνικά νερά.

Η έκρηξη αξιοπρέπειας του Έλληνα στην Άγκυρα δια μέσου του υπουργού των εξωτερικών, αποτελεί ένα κανονικό πραξικόπημα που βρίσκεται σε εξέλιξη. Απομένει να δούμε αν ο κ. Μητσοτάκης έχει λάβει την προειδοποίηση και ποια θα είναι η αντίδρασή του. Μετρώντας τους συσχετισμούς η κατάσταση είναι εναντίον του, ενώ η πρώτη ενστικτώδης αντίδρασή του έδειξε ότι μάλλον αποδέχεται τα τετελεσμένα. Αυτό που είναι βέβαιο από εδώ και πέρα είναι ότι το μέγεθος της υποστήριξης της κοινής γνώμης που απολαμβάνει ο »πραξικοπηματίας» υπουργός, η οποία μάλιστα πυροδοτήθηκε έπειτα από την παρέμβαση κορυφής ενός λαοφιλούς πρώην πρωθυπουργού, καθιστά τις εκλογές μονόδρομο, σε περίπτωση και απλών σκέψεων για επιστροφή στον παραλογισμό του σημιτισμού.