Πυρκαγιές, Μάθημα Πρώτο: Ο νέος φορέας δασοπροστασίας δεν πρέπει να πηγαίνει, αλλά να είναι ήδη εκεί…

Του Νίκου Λακόπουλου

Το 1993, δηλαδή πριν …εικοσιπέντε χρόνια η διακομματική κοινοβουλευτική επιτροπή που είχε συσταθεί για να μελετήσει το πρόβλημα των πυρκαγιών και να υποδείξει τρόπους οργάνωσης της δασοπροστασίας κατέληξε σε ένα σπάνιο κοινοβουλευτικό φαινόμενο: έβγαλε ομόφωνα πόρισμα.

Η βασική ιδέα του ήταν η σύσταση ενιαίου φορέα δασοπροστασίας με κάθετη δομή και πλήρη ευθύνη για την προστασία των δασών σε όλα τα στάδια. Πρόληψη, διαχείριση, ανάπτυξη, αλλά και δασοπυρόσβεση.

Η νέα Εθνική Υπηρεσία Διαχείρισης Εκτάκτων Αναγκών που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός μάλλον είναι η υλοποίηση εικοσιπέντε χρόνια μετά αυτής της ιδέας- μετά από χιλιάδες πυρκαγιές που οι μεγάλες ήταν φονικές με δεκάδες θύματα, όπως αυτή στο Μάτι.

Τι φταίει

«Η πολιτική ηγεσία και το Πυροσβεστικό Σώμα (ΠΣ) αρνούνται να κατανοήσουν τα σφάλματα που έγιναν πολλά χρόνια πριν. Επιμένουν στην άποψη, η οποία κατά καιρούς έχει διατυπωθεί ότι έγινε το καλύτερο δυνατό για την αντιμετώπιση μιας λαίλαπας πυρκαγιών που οφειλόταν ΄΄σε οργανωμένο σχέδιο εμπρηστών σε όλη τη χώρα΄΄. Η ευθύνη της δασοπυρόσβεσης παραμένει στο ΠΣ και δίνεται στους δασικούς υπαλλήλους ένας μικρός ρόλος υποστήριξης» λέει ο καθηγητής Γαβριήλ Ξανθόπουλος.

Είναι αυτός που πιθανότατα μαζί με τον κορυφαίο, παγκοσμίως, καθηγητή σε θέματα πυρκαγιών και κλιματικής αλλαγής Γιόχαν Γκέοργκ Γκόλνταμερ- όπως διαφαίνεται θα αναλάβουν με άλλους επιστήμονες την εκπόνηση ενός σχεδίου για τις πυρκαγιές. Ο καθηγητής «Οικολογίας των Πυρκαγιών» στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ ξέρει και την Ελλάδα και τον Γαβριήλ Ξανθόπουλο, όπως ξέρει και τον Γιώργο Ευτυχίδη,  τον Ιωάννη Μητσόπουλο, τον Γιώργο Μαλλίνη, εμπειρογνώμονες που μάλλον δεν είχαν εισακουσθεί ως τώρα.

Η βασική αιτία της φονικής πυρκαγιάς για τον Γερμανό καθηγητή ήταν «η αλλοίωση του φυσικού τοπίου και η αλλαγή χρήσης γης». «Θα πρέπει να αποχαιρετίσουμε οριστικά συνήθειες του παρελθόντος, ώστε να καταστήσουμε γενικά το περιβάλλον ανθεκτικό απέναντι σε τέτοιες ακραίες καιρικές καταστάσεις. Να αποχαιρετήσουμε τα παλιά πολεοδομικά πρότυπα. Να εκπονηθεί ένα εθνικό, «ολιστικό σχέδιο» για την πρόληψη και αντιμετώπιση τέτοιων καταστροφών όπως στο Μάτι».

Στο ερώτημα εάν ήταν δυνατή η κατάσβεση δύο ταυτόχρονα εξελισσόμενων πυρκαγιών απαντά: «Oχι, διότι στο Μάτι η πυρκαγιά εξελίχτηκε εντός λίγων λεπτών». Ούτε οι Αμερικανοί πυροσβέστες αδυνατούν να αντιμετωπίσουν πυρκαγιές, με ανέμους 120 χιλιομέτρων την ώρα. Σε αυτές τις συνθήκες το τυχόν σχέδιο εκκένωσης δεν θα μπορούσε να έχει λειτουργήσει».

«Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι δεν υπήρχε αλλού φωτιά και όλες οι δυνάμεις πυρόσβεσης ήταν διαθέσιμες, και πάλι το πρώτο διαθέσιμο όχημα της πυροσβεστικής θα έφτανε στην καλύτερη περίπτωση σε 10-15 λεπτά, όταν θα ήταν ήδη πολύ αργά» λέει. Που σημαίνει πως αν θέλουμε στο μέλλον να αποφύγουμε μια φονική πυρκαγιά η Πυροσβεστική δεν  πρέπει να πηγαίνει, αλλά να είναι ήδη εκεί- πιθανόν με σταθμούς μέσα στο δάσος- ο νέος φορέας να είναι εκεί από πριν για να προλάβει.

Το πόρισμα

Τι πρέπει να γίνει; Μπορούσε η -κάθε- ελληνική κυβέρνηση να αποτρέψει την τραγωδία; « Όχι, δεν ήταν αποτρέψιμη υπό τις δεδομένες συνθήκες, στη δημιουργία των οποίων συνέβαλε ολόκληρη η κοινωνία. Αυτό είναι το καθοριστικό. Πρέπει να διαπιστώνονται συλλογικά οι αιτίες και να αντιμετωπίζονται συλλογικά».

Το πόρισμα της Περιφέρειας που δημοσιεύει το Έθνος το διαβάζει ο καθένας όπως θέλει, αλλά ένα είναι δεδομένο: πως επικράτησε σύγχυση -αλαλούμ- γύρω από ένα σχέδιο που δεν εφαρμόστηκε ποτέ, ούτε ήταν σαφές ποιος έπρεπε να αποφασίσει την εφαρμογή και πότε. Ο δήμαρχος αποφασίζει με εισήγηση της Πυροσβεστικής αν αφορά ένα δήμο, η Περιφέρεια αν είναι δύο και πάνω- πάντα με εισήγηση της Πυροσβεστικής.

Ο νόμος εδώ προκαλεί ο ίδιος σύγχυση και πρέπει μέσα σε μια φωτιά που τρέχει να συνεννοηθούν φορείς χωρίς οργανική σχέση- που μπορεί νάκαναν και μια άσκηση, αλλά για άλλη πυρκαγιά- και να αποφασίσουν μέσα σε λίγα λεπτά, αν όχι σε κλάσματα δευτερολέπτου: αν κάποιος αποφάσιζε εκκένωση αυτό έπρεπε να γίνει όταν ξέσπασε η φωτιά και δεν θα αφορούσε μόνο το Μάτι- όπως εκ των υστέρων λέγεται- αλλά μια τεράστια περιοχή γύρω από μια φωτιά που τρέχει και στροβιλίζεται.

Προφανώς η περιοχή εκκενώθηκε από όσους είδαν στην τηλεόραση, τα social media, άκουσαν τη φωτιά να πλησιάζει, αλλά όχι από όλους: περίπου χιλια πεντακόσια άτομα έμειναν εκεί, πολλοί δεν κατάλαβαν τι έγινε και εκατοντάδες αυτοκίνητα εγκλωβίστηκαν. Πολλοί κάηκαν μέσα σ΄αυτά, έτρεξαν να σωθούν στην θάλασσα καθώς η φωτιά τους κυνηγούσε με θερμοκρασίες 800-1000 βαθμών και οι περισσότεροι πέθαναν από ασφυξία, «έλιωσαν» ή πέθαναν μέσα στη θάλασσα.

Αν και η φωτιά είχε προαναγγελθεί την προηγούμενη μέρα ως κίνδυνος μάλλον κανένας δεν έδωσε τη δέουσα σημασία. Όταν ξέσπασε μαζί με άλλη στην Κινέτα -με πολλές εστίες- μάλλον υποτιμήθηκε.  Στις 17.00 ενημερώνεται για πρώτη φορά η υπηρεσία από μέλος της Εθελοντικής Ομάδας ΠΠ ΜΑΚΙΠ. Στις 17.10 δύο υπάλληλοι ξεκινούν να κινητοποιούν δήμους της Αττικής για να συνδράμουν στη φωτιά με μηχανήματα. Είναι ήδη αργά.

Στις 17.30 ο τμηματάρχης Πολιτικής Προστασίας επικοινωνεί με τον Δήμο Ραφήνας που «δεν έχει ακριβή εικόνα της κατάστασης». Πάλι εθελοντές ενημερώνουν ότι η φωτιά βρίσκεται προς Καλλιτεχνούπολη.  Στις 18.03 και στις 18.07 το κέντρο στέλνει δύο φαξ για συνδρομή της Πυροσβεστικής με την εκτόίμηση ότι η φωτιά κινείται προς Διώνη κι όχι προς Μάτι-Νέα Μάκρη.

Η Περιφερειάρχης ζητά την έκτακτη συνεδρίαση του Συντονιστικού για τις 20.30! Η εκκένωση των κατασκηνώσεων αρχίζει στις 19.30 , αλλά μέχρι τις 21.30 έχουν βρεθεί 12 λεωφορεία που φτάνουν στη Μαραθώνος, αλλά η Πυροσβεστική δεν τους επιτρέπει να κινηθούν προς το Μάτι.

Αυτό σημαίνει πως αν η φωτιά -που δεν νικήθηκε, αλλά υποχώρησε μαζί με τους ανέμους, μπορούσε να φτάσει στον Άγιο Ανδρέα που είναι και οι παιδικές κατασκηνώσεις πριν γίνει η εκκένωση που τέλειωσε στις 11.30 το βράδυ.

Προφανώς όποιος επιχειρούσε εκκένωση σε συνθήκες πανικού σε μια περιοχή με 12- 20.000 άτομα θα είχε ως αποτέλεσμα να γίνει ο εγκλωβισμός νωρίτερα και με περισσότερα αυτοκίνητα και θύματα. Ένας παππάς τρέχει να χτυπήσει τις καμπάνες, αλλά διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει ρεύμα.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η αστυνομία συνέβαλε στον εγκλωβισμό ή αν- όπως υποστήριξε ο αρχηγός της- με το κλείσιμο της Μαραθώνος έσωσε τους επιβάτες πεντακοσίων αυτοκινήτων από τον θάνατο.

Η απόδοση ευθυνών στην κυβέρνηση, την Περιφέρεια, την Πυροσβεστική ή κάποιον άλλον- αν όχι σε όλους- δεν απαντά σε ένα πιο σύνθετο πρόβλημα που σύμφωνα με την κυβέρνηση οφείλεται στα αυθαίρετα, κάτι που αποκρούει η αντιπολίτευση, αφού αυτό παραπέμπει σε διαχρονικές ευθύνες που έχουν και προηγούμενες κυβερνήσεις. Είναι απίστευτο κι ελληνικό, αλλά η τραγωδία επενδύεται στην πολιτική για να προκαλέσει ή όχι εκλογές- κι αυτό μπορεί να δείχνει πολιτική αναισθησία.

Τι πρέπει να γίνει

Το σύστημα πολιτικής προστασίας πάσχει όχι μόνο σε μέσα, απέτυχε και στην πρόληψη και στην έγκαιρη αντιμετώπιση της φωτιάς που στράφηκε στο Μάτι -με την άναρχη δόμηση και τους λαβυρίνθους που το έκαναν παγίδα. Θα μπορούσε να στραφεί και αλλού με περισσότερα ή λιγότερα θύματα. Με ευθύνες που για ένα άρθρο ή υποσημείωση της νομοθεσίας θα μπορούσαν να αποδοθούν σε άλλους, αν έκαναν λάθος ή παραλείψεις. Η προστασία τελικά των πολιτών εξαρτάται από ένα λάθος;

H έρευνα μπορεί να αποκαλύψει περισσότερα λάθη ή πώς όλο το σύστημα είναι λάθος και η απόδοση ευθυνών στην κυβέρνηση διευκολύνει την -επίσης ένοχη- αντιπολίτευση να ζητήσει εκλογές, λες και το πρόβλημα είναι αυτό: μια ανίκανη κυβέρνηση να αλλάξει από μια άλλη επίσης ανίκανη κυβέρνηση σε ένα παιχνίδι μάλλον βρόμικο όπου ο δολοφόνος βρίσκεται ανάμεσα σ΄αυτούς που τον αναζητούν και ψάχνει κι αυτός τον …δολοφόνο.

«Το ΠΣ επιμένει ότι γνωρίζει τα πάντα για τις δασικές πυρκαγιές και προσπαθεί χωρίς εξωτερική ειδική επιστημονική βοήθεια. Ακολουθείται η τακτική του «δοκιμάζω και μαθαίνω» θα πει ο καθηγητής Ξανθόπουλος και αποδίδει το λάθος στην διάλυση της Γενικής Γραμματεία Δασών με αποτέλεσμα «τα δάση παραμένουν ουσιαστικά εκτός διαχείρισης και αυξάνεται η συσσώρευση νεκρής βιομάζας αυξάνοντας και το δυναμικό καταστροφής».

«Θα μπορούσε να είναι κακή προφητεία» θα γράψει η Τόνια Μανιατέα για το ΑΠΕ » Δυστυχώς, αυτή η απαισιόδοξη ματιά στο μέλλον, είναι τμήμα άρθρου που δημοσιεύτηκε πριν από είκοσι χρόνια (!) σε ειδικό τεύχος του περιοδικού «Επίκεντρα», με αφορμή τις καταστροφικές πυρκαγιές του 1998 στην Ελλάδα και υπογράφεται από τον δρα Γαβριήλ Ξανθόπουλο.

«Λυπάμαι πολύ» λέει σήμερα στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δρ Ξανθόπουλος. «Από το 1998 έδινα ένα αισιόδοξο και ένα απαισιόδοξο σενάριο. Τόσο το 2007 όσο και την επόμενη δεκαετία «βγήκε το απαισιόδοξο σενάριο. Από το 1998 μέχρι σήμερα υπήρξαν πολλές φωνές, πολλές προειδοποιήσεις, αλλά δεν εισακούσθηκαν».

Τώρα πια μια εθνική επιτροπή συγκροτείται, ένας ενιαίος φορέας αντικαθιστά την αμήχανη και μάλλον «αναρμόδια» Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας. Ένα ολιστικό σχέδιο προστασίας προαναγγέλλεται, προφανώς η νομοθεσία θα αλλάξει με την πολυνομία να τελειώνει. Οι παραινέσεις θα γίνουν νόμοι, με εκπαίδευση στα σχολεία και πραγματικά σχέδια. Κατεδάφιση των επικίνδυνων αυθαιρέτων που κλείνουν τις οδούς διαφυγής. Περισσότερα μέσα και νέα τεχνολογία. Αλλά γιατί χρειάστηκαν τόσα χρόνια και να πεθάνουν τόσοι άνθρωποι με τόσο φριχτό τρόπο;

Ίσως γιατί το πελατειακό πολιτικό σύστημα -μηδενός εξαιρουμένου- είναι δεμένο με την αυθαίρετη δόμηση και το κομματικό σύστημα με την οργάνωση του κρατικού μηχανισμού που συνυπάρχει με το παρακράτος -λάδωμα, προστασία, ρουσφέτι. Γιατί για πρώτη φορά ο επικεφαλής του μηχανισμού του νέου φορέα θεσπίζεται να μην διορίζεται από την κυβέρνηση, αλλά να είναι κοινής αποδοχής. Πράγμα που σημαίνει ότι η κυβέρνηση μεταβιβάζει τις ευθύνες της σε ένα ανεξάρτητο όργανο.

Μπορεί να πάψουμε να βλέπουμε την εικόνα του υπουργού μες τις φωτιές με τη μάνικα στο χέρι ή στο κέντρο συντονισμού ως αρχηγός που αποφαίνεται για το αν έφταιξε ο «στρατηγός άνεμος» ή «ασύμμετρες απειλές» ή οι εμπρηστές που δεν θα βρεθούν ποτέ γιατί μπορεί να είναι το ίδιο το σύστημα. Το συμπέρασμα είναι πως εκτός από ένα άλλο πολεοδομικό μοντέλο που μπορεί να περιλαμβάνει και δασοπόλεις, αλλά απόλυτα ασφαλείς κι όχι αυθαίρετες πάνω από όλα χρειάζεται κι ένα άλλο πολιτικό μοντέλο.

Τα φαινόμενα είναι βέβαια φυσικά, αλλά αν έχει αποτύχει κάτι στην Ηλεία, το Μάτι και αλλού- στην επόμενη πυρκαγιά και πλημμύρα- είναι οι πολιτικές που ασκήθηκαν. Που απαιτούν να αναλάβουν ευθύνες -αντί να αποδίδουν- όλα τα κόμματα, οι ίδιοι οι πολίτες που πλέον ξέρουν πως το κράτος δεν μπορεί να τους προστατεύει. Ιδιαίτερα αν είναι συνένοχοι σε ένα έγκλημα που είχε προαναγγελθεί όπως κι ο χρόνος, ο τόπος  που θα συνέβαινε και το μόνο που έλειπε ήταν ο δράστης.

Και μόνο που δεν συμφωνούμε για το ποιος είναι ο δράστης είναι η αποτυχία των πολιτικών που ακολουθούνται από αυτή -ως τώρα (;)- κι από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Tα πλάνα, τα μέτρα, οι νόμοι είναι πίσω από τα πράγματα πολλά χρόνια.

Μαζί με τους εθελοντές εμφανίζεται κι ένα κίνημα πολιτών που μπορεί να αλλάξει τα πράγματα -και τα κόμματα. Όπως λέει ένας άλλος καθηγητής ο Ντέιβιντ Μπάουμαν «η προσαρμογή θα συμβεί είτε οι πολιτικοί κατανοούν την κλιματική αλλαγή είτε όχι».