
Του Ιωάννη Δαμίγου
Ο ορισμός της ουτοπίας: “Δημοσιογραφία είναι το επάγγελμα και το κοινωνικό λειτούργημα (!), που αφορά την συστηματική συλλογή, επαλήθευση, ανάλυση και διάδοση ειδήσεων και πληροφοριών”. Και ο ορισμός του Dark humor: “Στόχος της Δημοσιογραφίας, είναι η έγκυρη και αντικειμενική ενημέρωση των πολιτών για την επικαιρότητα”. “Τίς γλαῦκ’ Ἀθήναζ’ ἤγαγεν”; (Όρνιθες του Αριστοφάνη).
Η εξαρτημένη δημοσιογραφία από κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες (φαινόμενο γνωστό και ως “διαπλοκή” ή “ολιγαρχία των ΜΜΕ”), κοινώς χαρακτηρισμένοι από πρώην Πρωθυπουργό “Νταβατζήδες”, υπονομεύει τον πυρήνα της δημοκρατίας, μετατρέποντας την ενημέρωση από δημόσιο αγαθό σε εργαλείο προώθησης επιχειρηματικών και πολιτικών συμφερόντων. Όταν οι ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης εξαρτώνται από κρατικές συμβάσεις, δημόσια έργα, κρατική διαφήμιση ή ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις, τα ΜΜΕ μετατρέπονται σε ταγούς του συστήματος. Η λέξη δημοσιογραφία ετυμολογικά, σημαίνει “η γραφή που προορίζεται για το δημόσιο”. Λόγω της δύναμης που έχει να στηρίζει προπαγανδίζοντας, αντί να ελέγχει, την εξουσία, χαρακτηρίζεται παραδοσιακά ως η “Τέταρτη Εξουσία”. Η ελληνική δημοσιογραφία διέρχεται μια βαθιά, συστημική κρίση τα τελευταία χρόνια, καθώς η χώρα κατατάσσεται σταθερά στην τελευταία θέση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου, παρά τη μικρή άνοδο στην 86η θέση παγκοσμίως για το 2026 (από την 89η το 2025), το εγχώριο ενημερωτικό τοπίο χαρακτηρίζεται από έντονη πολιτική και οικονομική εξάρτηση, χαμηλή εμπιστοσύνη του κοινού και σοβαρές θεσμικές πιέσεις. Η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, σε συνδυασμό με τη μετάβαση στην ψηφιακή εποχή, μείωσε τα έσοδα των εντύπων, αλλά και των κλασικών μέσων. Αυτό καθιστά τα μέσα ευάλωτα σε κρατικές επιχορηγήσεις και επιχειρηματικά συμφέροντα, ενώ οι δημοσιογράφοι εργάζονται συχνά υπό κακές οικονομικές συνθήκες. Οι “επιχειρηματίες”, διατηρούν ζημιογόνα έντυπα λαϊκής αποχαύνωσης, χρηματοδοτώντας τα από κρατικές “επιχορηγήσεις” (τα ελλείμματα καλύπτονται μερικές φορές από στοχευμένη κατανομή κρατικών διαφημιστικών κονδυλίων), προσβλέποντας σε μορφές ισχύος και ανταλλαγμάτων. Παραποιούν τα γεγονότα της πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής. Ένα μέσο ενημέρωσης χρησιμοποιείται για την άσκηση πίεσης σε κυβερνήσεις, κόμματα και πολιτικούς. Επιτρέπει στον ιδιοκτήτη να κατευθύνει το πολιτικό αφήγημα υπέρ των συμφερόντων του. Η κατοχή ενός μέσου, ακόμα και αθλητικού,(ποδοσφαιρικής ομάδας), λειτουργεί συχνά ως “ασπίδα” απέναντι σε δικαστικές ή φορολογικές έρευνες. Πέρα από όλες τις “υπηρεσίες” που προσφέρει η καθοδηγούμενη “δημοσιογραφία”, τον πρώτο λόγο έχει αυτή της αλλοτρίωσης της σκέψης, της επιδεινούμενης αδυναμίας άσκησης κριτικής, και προσφυγής σε εκφάνσεις ακραίου λαϊκισμού. Ανυπόφορη και καταιγιστική, η πληροφόρηση για αγοραίους υπαλλήλους του life style, που βουτούν με μπικίνι, ποια χώρισε, ποιος βάπτισε, ποια εγκυμονεί; Η εμμονή του παντελώς αδιάφορου, της μη είδησης, να προβάλλεται ως τέτοια! Απίθανες ασημαντότητες, να βρίσκουν χώρο δημοσίευσης σε “σοβαρά” τάχα site, που δυστυχώς είναι αλήθεια, βρίσκουν απήχηση από αδαείς και απαίδευτους, προβληματικούς για το σύνολο, “επικίνδυνους” πολίτες. Οι σημαντικές βεβαίως αδήλωτες ειδήσεις, τους εκπλήσσουν στο ταμείο του supermarket, στους λογαριασμούς των ΔΕΚΟ, στα βενζινάδικα, στα φαρμακεία και όπου. “Τίς γλαῦκ’ Ἀθήναζ’ ἤγαγεν”;
Η δημοσιογραφία, το χαλάκι της εξώπορτας, για την είσοδο στην πολιτική, στο βουλευτιλίκι, στο υπουργείο, ανταπόδοση προσφερόμενων υπηρεσιών. Η δημοσιογραφία, το ποδόμακτρο για την αφαίρεση της λάσπης, βημάτων σε λύματα εξυπηρετήσεων. Αναφέρομαι βέβαια στην πλειοψηφία των “προθύμων”, και όχι στους ελάχιστους που σέβονται πρώτα τον εαυτό τους στην πορεία του χρόνου και έπειτα τους αναγνώστες. Που, αν και εργάζονται σε “ελεγχόμενο” περιβάλλον, διαθέτουν το κύρος και το σθένος, έχοντας πείσει το κοινό περί αυτού, συνεχίζουν να γράφουν αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Εδώ και πολύ καιρό, οι ελάχιστες κουκουβάγιες ηττώνται κατά κράτος, από τα πλήθη των παπαγάλων.
