Τα συνέδρια των κομμάτων, η …προοδευτική «Νέα Δημοκρατία», ο ρεαλιστικός ΣΥΡΙΖΑ και η επιστροφή του ΠΑΣΟΚ: το μέλλον είναι πίσω μας

Του Νίκου Λακόπουλου

Λίγο ή το πολύ ένα χρόνο πριν τις βουλευτικές εκλογές τα τρία μεγαλύτερα κόμματα οργανώνουν τις ίδιες μέρες συνέδρια με στόχο να αναζητήσουν μια νέα ταυτότητα δημιουργώντας μια σύγχυση γύρω από τον ιδεολογία τους με βασικό στόχο να δείξουν πως είναι κόμματα εξουσίας.

Δεν είναι κ΄όμματα αριστερά ή δεξιά, αλλά προσδιορίζονται ως κόμματα του «κέντρου» -της κεντροδεξιάς ή της κεντροαριστεράς- της «μεσαίας» τάξης όπου λίγο πολύ χωράνε ΄όλοι.

¨»Η ΝΔ «δεν είναι πλέον το συντηρητικό κόμμα το οποίο θυμόμαστε» θα πει στο Βήμα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας έχει πει από καιρό πως ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ δεν υπ΄άρχει πια και αναζητά ένα σύγχρονο ριζοσπαστικό κόμμα, αριστερό μεν , αλλά με «ριζοσπαστικό ρεαλισμό».

Στα μετώπισθεν δίνονται μάχες για την Αριστερά -που δεν προσδιορίζεται ιδεολοφικά ή τον νεοφιλευθερισμ΄ό στη Νέα Δημοκρατία που είναι κόμμα που φτάνει ως το «προδευτικό κέντρο» -δεν γνωρίζουμε πολλά για το «αντιδραστικό» κέντρο»- με παραλλαγές ως κόμμα του «κοινωνικού ριζοσπαστισμού» ή το «ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού».

Μόνο το κατ΄΄ εξοχήν «κεντρώο κ΄όμμα -στην πραγματικότητα ένα εθνικό κρατικό κόμμα όπως εξελίχτηκε το παλιό ΠΑΣΟΚ- το Κίνημα Αλ΄λαγής που θα γίνει ξανά ΠΑΣΟΚ- Κίνημα Αλλαγής προσδιορίζεται ως σοσιαλδημοκρατικό -αν και ο νέος τίτλος του θα περιέχει την λέξη σοσιαλιστικό και την λέξη κίνημα δυο φορές- για εμπέδωση.

Τα κόμματα του «μεσαίου» πολίτη

Με λίγα λόγια τα τρία κόμματα που έχουν στόχο την κυβέρνηση προσπαθούν να δείξουν ότι είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι, μεταμφιέζονται ανάλογα με τις ανάγκες των δημοσκοπήσεων και αποφεύγουν τις ιδεολογικές συζητήσεις.

Τα συνέδρια γίνονται για να αναδείξουν ή να επιβεβαιώσουν την κομματική ηγεσία που καλείται να εκφράσει όλες τι τάσεις και κυρίως την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος με συνθήματα όπως «δίπλα σε κάθε πολίτη», «νέα αρχή», «πολιτική αλλαγή» -συνθήματα χωρίς ιδεολογικό ούτε τελικά πολιτικό στίγμα.

Η συνταγή είναι λίγο δεξιά ή αριστερά, πολύ κέντρο και σοσιαλδημοκρατία, λίγη οικολογία και πάντα άσφαιρος ριζοσπαστισμός και οπωσδήποτε «αλλαγή» -μια ΄λέξη που ακούστηκε για πρώτη φορά στις αρχές του εικοστού αιώνα -όταν το βασικό σύνθημα ήταν «Κάτω οι Ψεύτες και οι Κλέφτες» -ανεξάρτητα απ΄ο το ποιο κόμμα το λέει.

«Εμένα με κατηγορούσαν για πολλά χρόνια ως νεοφιλελεύθερο. Και μου έτυχε το ατύχημα να είμαι ο νεοφιλελεύθερος που έχω υπογράψει περισσότερα χρήματα για τους πολίτες από οποιονδήποτε άλλο» θα πει ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομίας Θόδωρος Σκυλακάκης.

«Μου έτυχε να αναλάβω και τη δουλειά για το Ταμείο Ανάκαμψης, δουλειά εξαιρετικά δύσκολη και κρίσιμη. Καταφέραμε και φέραμε στα ταμεία του κράτους ήδη 7 δισ. ευρώ. Χάρη σε αυτά τα χρήματα μπορούμε να δώσουμε στον κόσμο μια πολύ καλύτερη προοπτική».

Μόνο που δεν τον κατηγορούσαν, αλλά ήταν νεοφιλελεύθερος που του έτυχε το «ατύχημα» να εφαρμόζει μια άλλη πολιτική σε μια πολιτική μεταμόρφωση σαν κι αυτήν που συνέβη και στον Μάκη Βορίδη -οπαδό του Λεπέν που τώρα φοβάται μήπως ανέβη η Ακροδεξιά στην Γαλλία!

Η τηλεοπτική δημοκρατία

Η πολιτική μεταμόρφωση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι χαρακτηριστική. Εμφανίστηκε με τον ΣΥΡΙΖΑ να τον κατηγορεί ως νεοφιλελεύθερο που συνεργάζεται με την Ακροδεξιά, αλλά βρέθηκε κάτω από τα παράθυρα του Κινάλ να λέει πως είναι οπαδός του «προδευτικού κέντρου».

Τα κόμματα είναι από καιρό τηλεοπτικές εικ΄όνες, προϊόντα των μέσων μαζικής ενημέρωσης που διαμορφώνονται από διαφημιστές, εταιρείες δημοσκοπήσεων και επικοινωνιολόγους στα μέτρα του μέσου πολίτη.

«Τα σύγχρονα κόμματα εξουσίας, ακολουθούν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες μια κίνηση που τα απομακρύνει από την κοινωνία και τα φέρνει πιο κοντά στο κράτος» θα γράψει το 2019 ο Γιάννης Μαυρής. » Ενώ οι δεσμοί τους με την κοινωνία έχουν αποδυναμωθεί, οι δεσμοί τους με το κράτος έχουν ενισχυθεί, στο βαθμό που τα κόμματα δεν λειτουργούν πλέον ως αντιπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών. Αντιθέτως, έχουν απορροφηθεί από το κράτος και ενεργούν ως (ημι)κρατικοί οργανισμοί, έχουν μετατραπεί σε κόμματα-καρτέλ».

Πάμε μαζί, αλλά πού;

Αυτό που συνέβη τα τελευταία χρόνια είναι η μαζική αποχή -πάνω από ενάμισυ εκατομμύριο ψηφοφόροι δεν εμφανίζονται πλέον στις κάλπες. Τελικά η κυβέρνηση εκλέγεται με το ληστρικό μπόνους των 40-50 εδρών συν τις έδρες που κ΄λέβονται από τα κόμματα που δεν μπαίνουν στην Βουλή.

Μια κυβέρνηση που εκπροσωπεί το 40% των ψηφοφόρων δεν εκπροσωπεί ούτε το 20% της κοινωνίας. Και μετά την ανατροπή του 2019 με μια βουλή που οι μισοί βουλευτές ήταν νέοι -και καμμιά εικοσαριά της Χρυσής Αυγής- η πολιτική ζωή επιστρέφει σε μια βουλή με κυριαρχία της ευρύτερης δεξιάς και του πολιτικού κατεστημένου.

Τρεις Μητσοτάκηδες, άλλοι τόσοι Κεφαλογιάννηδες, δυο Καραμανλήδες και ένας Παπανδρέου μαζί με κληρονόμους βουλευτικών εδρών συγκροτούν ένα πολιτικό σύστημα κληρονομικής δημοκρατίας όπου την ανανέωση εκφράζει το «παλιό» και το «νέο» παλιώνει γρήγορα.

Όπως παρατηρεί ο Γιάννης Μαυρής τα κόμματα δεν έχουν σχέση με την κοινωνία, αλλά με το κράτος σαν ημικρατικοί μηχανισμοί -με τους βουλευτές να επιλέγονται από τα κανάλια, την πολιτική κριτική να εξοβελίζεται και τους πολιτικούς να συνοψίζουν το πρόγραμμά τους στις λέξεις «¨Πάμε», Πάμε μαζί» ΄΄ή «πάμε όλοι μαζί».

Καθώς τα τρία μεγαλύτερα κόμματα συνεδριάζουν ο πολιτικός λόγος παίρνει την μορφή ατάκας ή σύντομου συνθήματος- χωρίς ιδεολογικά χαρακτηριστικά- αποδεκτού από «κάθε πολίτη».

Πού και πού γίνεται και μια συζήτηση για το «νέο παραγωγικό μοντέλο», αλλά τα κόμματα δεν επιχειρούν να μιλήσουν για το μέλλον, όσο να διορθώσουν το παρελθόν.

Το πολιτικό αδιέξοδο

Μπροστά στο πολιτικό αδιέξοδο που διαφαίνεται στις επόμενες εκλογές θα μπορούσε να βρεθεί μια λύση συμμαχιών -όπως στην Γερμανία- ανάμεσα σε χριστιανοδημοκράτες ή σοσιαλδημοκράτες, Πράσινους και Φιλελεύθερους.

Μόνο που στην Ελλάδα δεν έχουμε Πράσινους ή Φιλελεύθερους και η Νέα Δημοκρατία δεν είναι πια συντηρητικό κόμμα -κατά τον νεοφιλελεύθερο Μητσοτάκη που δεν είναι… πλέον νεοφιλελεύθερος.

Ο «ρεαλιστικός ριζοσπαστισμός» του ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να μην είναι ούτε ρεαλιστικός, ούτε ριζοσπαστισμός.

Και η σοσιαλδημοκρατία που επαγγέλεται ο Νίκος Ανδρουλάκης -σαν λύση από το παρελθόν που επιστρέφει- υπάρχει μάλλον ως συνιστώσα άλλων κομμάτων παρά ως κόμμα που μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση επειδή πλέον θα λέγεται το κίνημα (δις) ξανά ΠΑΣΟΚ.

Υπάρχει δηλαδή το ενδεχόμενο μετά τις εκλογές να χρειαστεί τα κόμματα να ξανακάνουν συνέδρια ιδεολογικού και πολιτικού διαλ΄΄ογου για να βρουν και πολιτικά συνθήματα πέρα από το «Δίπλα σε κάθε πολίτη», «Νέα Αρχή», «Πολιτική Αλλαγ΄΄η» ή «Προοδευτική Αλλαγή».

Όπως έλεγε και το Κινάλ στη Διακήρυξή του «η σημερινή εποχή επιβάλλει να ξεπεράσουμε τα στερεότυπα του μεταπολιτευτικού κύκλου στην πολιτική, την κοινωνία και την οικονομία». 

Αλλά μάλλον δεν «περπάτησε» κι ύστερα ξανάγινε… ΠΑΣΟΚ δείχνοντας πως το μέλλον είναι πίσω.