
«Η πραγματικότητα είναι εκεί και σε περιμένει, θέλει να αλλάξει, άλλαξέ την».
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Ποιος κάνει τι
Οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες, από τη μια διοργάνωση στην επόμενη, διευρύνονται. Το 1984, το Λος Άντζελες φιλοξένησε 221 αθλητικά γεγονότα με 6.800 αθλητές και 9.800 διαπιστευμένους δημοσιογράφους.
Η Αθήνα χρειάστηκε να διοργανώσει 301 τελικούς αγω νισμάτων και εκατοντάδες προκριματικούς, να υποδεχτεί 10.862 αθλητές από 202 χώρες μαζί με τους 5.500 συνοδούς τους, 21.000 δημοσιογράφους, εκ των οποίων οι 17.231 ήταν διαπιστευμένοι για τους Αγώνες, καθώς και 2.652 διαιτητές και κριτές των αγωνισμάτων. Οι Παραολυμπιακοί έφεραν άλλους 3.837 αθλητές στην πόλη.
Και επιπλέον των αθλητών και των δημοσιογράφων, φιλοξένησε 2.200 προσκεκλημένους της ΔΟΕ και 2.000 των ολυμπιακών χορηγών. Και βεβαίως, τους χιλιάδες επισκέπτες από κάθε γωνιά του πλανήτη. Όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στην Αθήνα εκείνο το καλοκαίρι.
Η χώρα στην οποία γίνονται οι Αγώνες διαμορφώνει τις υποδομές και τους αθλητικούς χώρους κατά τις ολυμπιακές προδιαγραφές και αναμένει να επωφεληθεί από την προβολή που εξασφαλίζει, από το πλήθος των επισκεπτών δέχεται εφεξής και από τις προοπτικές για επενδύσεις που διανοίγονται. Η ευθύνη όμως της διοργάνωσης ανήκει αποκλειστικά στην Οργανωτική Επιτροπή της πόλης που τους ανέλαβε, βάσει των κανόνων της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.
Έχουν κατοχυρωθεί με συμβάσεις, των οποίων η υλοποίηση ελέγχεται αυστηρά.
Οι Οργανωτικές Επιτροπές και η ΔΟΕ συνυπογράφουν επίσης συμβάσεις με τηλεοπτικά δίκτυα και χορηγούς, καταρτίζουν το πρόγραμμα των Αγώνων, διαχειρίζονται τη διαμονή της ολυμπιακής οικογένειας και των μέσων ενημέρωσης – οργανώνουν τα αθλητικά γεγονότα και ό,τι τα συνοδεύει, ως την τελευταία λεπτομέρεια.
Από αυτή την άποψη η Οργανωτική Επιτροπή ΑΘΗΝΑ 2004 είχε εξ ολοκλήρου την ευθύνη για την επιτυχία των Αγώ- νων. Συνεπώς και την εύλογη αρμοδιότητα να αξιώνει από την κυβέρνηση όσα το ελληνικό κράτος είχε εγγυηθεί στη ΔΟΕ να παρέχει: αθλητικές εγκαταστάσεις και υποδομές, οδικά δίκτυα, ασφάλεια, κ.λπ. Η Επιτροπή είχε την εποπτεία της κατασκευής των νέων αθλητικών εγκαταστάσεων ή την αναβάθμιση των υφιστάμενων – που έπρεπε να πληρούν τις προδιαγραφές των Ομοσπονδιών των αθλημάτων. Διεκδικού- σε να τις παραλάβει έγκαιρα από το κράτος για να κάνει τις λεγόμενες «ολυμπιακές προσαρμογές», να τις δοκιμάσει και τελικά να τις θέσει σε λειτουργία κατά τους Αγώνες.
Κοντολογίς η δουλειά της ήταν να διασφαλίζει την απρόσκοπτη εξέλιξη των Αγώνων, εκμηδενίζοντας τις πιθανότητες λάθους. Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται και η αξιολόγηση των ευρύτερων υποδομών της οργανώτριας πόλης και των περιοχών της χώρας που είχαν συνάφεια με τους Αγώνες, της διαμονής των θεατών, των συστημάτων μαζικής μεταφοράς και ασφάλειας.
Οτιδήποτε αφορούσε την ολυμπιακή ζώνη, κατά τη διάρκεια των Αγώνων, έπρεπε να έχει τη συγκατάθεση της Επιτροπής. Πρόκειται για κολοσσιαία επιχείρηση, καθώς υπολογίζεται ότι το πρόγραμμα της προετοιμασίας Ολυμπιακών Αγώνων περιλαμβάνει είκοσι οκτώ χιλιάδες διαφορετικές δράσεις.
Ο πρώτος διευθύνων σύμβουλος Κ. Μπακούρης είχε κάνει μια εκτίμηση απαιτήσεων με βάση τους Αγώνες του Σίδνεϊ:
«Η όλη διαχείριση έργου απαιτεί τη μηνιαία παρακολούθηση
25.000 δραστηριοτήτων και συνεπάγεται 3.500 έμμισθους, 60.000 υπεργολάβους και 50.000 εθελοντές. Η φιλοξενία απαιτεί 24.000 δωμάτια για την ολυμπιακή οικογένεια, 15.000 κρεβάτια στα ολυμπιακά χωριά για τους αθλητές, 6.000 κρε- βάτια για τα ΜΜΕ και 1.200 κρεβάτια για κριτές και συνο- δούς. Αυτό μεταφράζεται σε 20.000 σεντόνια, 70.000 πετσέ- τες, 60.000 τόνους απορριμμάτων σε καθημερινή βάση και συνολικά 2 εκατομμύρια γεύματα αθλητών και προσωπικού ομάδων. Για τις μεταφορές χρειάζονται 4.000 οχήματα, 3.500 λεωφορεία και 25.000 οδηγοί. Οι διαπιστεύσεις φθάνουν τις
200.000. Το νομικό μέρος περιλαμβάνει 50.000 συμβάσεις. Σε τεχνολογικό επίπεδο απαιτούνται 35.000 σελίδες ίντερνετ, 700 εφαρμογές multimedia, 10.000 συσκευές ασύρματης επικοινωνίας και 5.000 κινητά. Το broadcasting απαιτεί 800 κάμερες για 3.500 ώρες τηλεοπτικής κάλυψης».
Στην πράξη, αυτές οι προϋποθέσεις αυξήθηκαν.
Γήπεδα με πολιτικές αποφάσεις
Στους Αγώνες της Αθήνας, η διεξαγωγή των 28 αθλημάτων και των 37 αγωνισμάτων έγινε σε 35 αθλητικές εγκαταστάσεις, με συνολική χωρητικότητα σχεδόν μισό εκατομμύριο θεατές. Για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε, ως αγωνιστικός χώρος, το αρχαίο Στάδιο της Ολυμπίας –τόπος διεξαγωγής των πρώ- των Ολυμπιακών Αγώνων–, που φιλοξένησε το αγώνισμα της Σφαιροβολίας των γυναικών. Επίσης η διεξαγωγή της τοξοβολίας και ο τερματισμός του Μαραθωνίου έγιναν στο Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο, στο οποίο οργανώθηκαν οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896.
Κάθε χώρα που αναλαμβάνει τη διοργάνωση αποφασίζει πώς θα χρηματοδοτήσει τη δημιουργία των υποδομών που απαιτούνται. Η Ατλάντα δεν πήρε ομοσπονδιακά κεφάλαια, ή κονδύλια από την Πολιτεία της Τζόρτζια. Άλλες πόλεις, όπως η Βαρκελώνη, συνδύασαν ιδιωτικά και δημόσια κεφάλαια.
Στην περίπτωση της Αθήνας, η ελληνική κυβέρνηση εγγυήθηκε στη ΔΟΕ ότι θα εξασφαλίσει τις υποδομές και απο- φάσισε να το κάνει με κρατική χρηματοδότηση. Ήταν κυβερνητική επιλογή. Η Οργανωτική Επιτροπή δεν εμπλέκεται στη χρηματοδότηση ή στην ανάθεση των έργων. Απλώς τα πα- ραλαμβάνει στο τέλος.
Στις αθλητικές υποδομές η κυβέρνηση εξαίρεσε από τη χρηματοδότηση μέσω του κρατικού ταμείου μόνο δύο περι- πτώσεις έργων. Επίσης οι ολυμπιακές κατοικίες χρηματοδοτήθηκαν από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας και διανεμήθηκαν στους δικαιούχους του μετά τους Αγώνες.
Η δημιουργία των πάσης φύσεως υποδομών, ως υπόθεση του ελληνικού κράτους –που έπρεπε να κατασκευάσει ή να αναβαθμίσει εκατοντάδες, αγωνιστικές και μη, ολυμπιακές εγκαταστάσεις και να ολοκληρώσει πλήθος έργων–, υλοποιήθηκε με πολιτικές αποφάσεις και όχι με χρηματοοικονομικά κριτήρια. Σε κάποιες περιπτώσεις ούτε καν αγωνιστικά.
Δεδομένου ότι τα σχετικά κονδύλια τελούσαν υπό τη διαχείριση της ελληνικής κυβέρνησης, αποφάσιζε η ίδια, κατά βούληση. Η κυβέρνηση Σημίτη, για δικούς της λόγους, οδηγήθηκε στην κατασκευή έργων που θα μπορούσε να αποφύγει – ή να περιορίσει τον όγκο τους.
Ότι η κυβέρνηση τα χρηματοδότησε εξ ολοκλήρου από τον κρατικό προϋπολογισμό και τις κοινοτικές εισροές ήταν και θέμα ιδεολογίας του κυβερνώντος, τότε, κόμματος που απέρριπτε τη συμμετοχή ιδιωτών. Εκτός από τις πιέσεις που δέχτηκε από κατασκευαστές και ομάδες ενδιαφερομένων.
Έγιναν έργα που δεν αποτελούσαν καν υποχρέωση έναντι της ΔΟΕ – τουλάχιστον ως προς τον όγκο τους. Ο χαρακτηρισμός έργων ανά την επικράτεια ως «ολυμπιακά» –με ένταξή τους στο κόστος των Αγώνων– ήταν πολιτική επιλογή. Για παράδειγμα, περίπου 1,5 δισ. ευρώ διατέθηκε στην περιφέρεια, για να μην παραπονούνται οι κάτοικοί της για ενίσχυση μόνο του κέντρου.
Όταν η Ελλάδα ανέλαβε τη διοργάνωση, διέθετε μεγάλο μέρος της αθλητικής υποδομής στην Αθήνα και στην περιοχή του Πειραιά. Απλώς πολλές εγκαταστάσεις απαιτούσαν ανα- καίνιση και εκσυγχρονισµό των μέσων που –δεν– διέθεταν.
Καθ’ υπερβολή, έγιναν νέες κατασκευές, που ξεπέρασαν συνολικά τα 570.000 τ.μ. για τα αγωνίσματα που δεν ήταν διαδεδομένα –ή ακόμη ήταν «άγνωστα»– στην Ελλάδα.
Έτσι η Αττική φορτώθηκε με περιττό μπετόν, που αύξησε τη δαπάνη, η οποία χαρακτηρίστηκε στο σύνολό της «ολυμπιακή» και παρήγαγε απόθεμα αθλητικών εγκαταστάσεων. Σε κάποια αθλήματα ήταν προφανές ότι θα ξεπερνούσε την εσωτερική ζήτηση μετά τους Αγώνες. Τα ίδια αγωνίσματα μπορούσαν να διεξαχθούν με μικρότερες, ή λυόμενες και μεταφερόμενες, κατασκευές, όπως σε άλλες ολυμπιακές πόλεις. Και πάντως με χαμηλότερο κόστος. Ωστόσο, έγιναν δεκτές οι αξιώσεις των Ομοσπονδιών των αθλημάτων, που ζητούσαν παλάτια. Αλλά και οι πιέσεις των Ελλήνων εργολάβων που –σε συνεργασία με την κυβέρνηση– άπλωσαν εγκαταστάσεις στο Λεκανοπέδιο.
Η Οργανωτική Επιτροπή δεν είχε σχέση, ούτε ευθύνη για την επιβάρυνση των Αγώνων με μεγάλα στάδια – ακόμα και σε αγωνίσματα που δεν θα είχαν μεταολυμπιακή ζήτηση. Συχνά αντέδρασε χωρίς να εισακουστεί. Πρακτικά, στη διόγκωση συνήργησαν τρεις πλευρές: οι διεθνείς παράγοντες κάποιων αθλημάτων –με την κάλυψη της ΔΟΕ–, η ελληνική πολιτική τάξη και το εγχώριο κατασκευαστικό λόμπι. Σημειώθηκαν μάλιστα κατασκευαστικές ακρότητες και ξεκίνησαν έργα και μελέτες σκοπιμότητας. Υπήρξε ακόμα και πρόταση να κατασκευαστεί… νησί στον Φαληρικό κόλπο και να κτιστούν εκεί ολυμπιακές εγκαταστάσεις.
Κατά την περίοδο της προετοιµασίας των Αγώνων, υπήρχαν περίπου 350 εργολαβίες με… χιλιάδες υπεργολάβους. Εκτός από την αύξηση του κόστους με την πολυδιάσπαση των υποδομών, οι περιπλοκές και η… διαπλοκή ήταν μια «πονε- μένη ιστορία»… Ενδεχομένως μπορεί να θεωρηθεί θετικό ότι, ανεξάρτητα από τις κατασκευαστικές εταιρείες, στην προετοιμασία των έργων ενεπλάκησαν σαράντα ελληνικά γραφεία μελετών και αποκόμισαν αντίστοιχη εμπειρία.
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η Ελλάδα πάντως έγινε για μερικά χρόνια απέραντο εργοτάξιο. Με χρηματοδότηση από το πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και με κοινοτικό χρήμα. Αλλά τα κονδύλια που διατέθηκαν σε έργα που δεν ήταν αναγκαία έλειψαν από άλλους τομείς. Όπως είπε ο πρόεδρος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, Σπύρος Καπράλος, μερικά χρόνια αργότερα: «Γιατί έπρεπε να κάνουμε γήπεδα τόσων χιλιάδων θέσεων στο Ηράκλειο, την Πάτρα και τον Βόλο; Ας βάζαμε προσωρινές κερκίδες. Οι εργολάβοι ήθελαν να χτίσουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερες εγκαταστάσεις».
Η ΔΟΕ, παρότι θεωρητικά ευνοούσε τις «ελαφρές» κατασκευές, στην πράξη εξωθούσε σε μεγάλες. Η δημοσιογράφος Μαρία Νταλιάνη έγραψε παραμονές των Αγώνων στα Νέα:
«Οι Αθάνατοι φούσκωσαν το κόστος». Κάποια στιγμή ο Κ. Σημίτης θα πει: «Η ΔΟΕ μπορεί να μην επιθυμεί τη γιγάντωση των Αγώνων, αλλά ουσιαστικά την προωθεί με τις αποφάσεις της». Τις προωθούσε όμως και η κυβέρνησή του. Όταν όμως, σε κάποια φάση, η Γιάννα Αγγελοπούλου τού εισηγήθηκε να εξετάσει το ενδεχόμενο συγχρηματοδότησης κάποιων έργων με ιδιώτες, της απάντησε: «Δεν μπορούμε να το κάνουμε, τι θα έλεγαν η κοινή γνώμη και ο Τύπος;»
Τι είναι «ολυμπιακό έργο»;
Ένα κρίσιμο θέμα που απασχόλησε για πολλά χρόνια –αλλά κυρίως… μετά τους Αγώνες– τις συζητήσεις για το κόστος ήταν τι έπρεπε να θεωρηθεί ολυμπιακό έργο και τι όχι. Προολυμπιακά, στις σχετικές εκτιμήσεις ο κατάλογος ανοιγόκλεινε, ανάλογα με τις σκοπιμότητες.
Στις ολυμπιακές υποδομές εντάχθηκαν βελτιώσεις ή αναβαθμίσεις σε δήμους της Αττικής, στις εισόδους της χώρας και στις άλλες ολυμπιακές πόλεις. Στο τέλος δεν ήταν εύκολο να γίνει ο υπολογισμός του ολυμπιακού κόστους.

Όταν αργότερα κλιμακώθηκαν οι αντιδικίες για τα οικονομικά των Αγώνων, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θράκης Ι. Μουρμούρης σημείωνε για τα δισεκατομμύρια ευρώ των δαπανών: «Στη μια περίπτωση είναι 6, στην άλλη είναι 8, στην άλλη είναι 10, 14 και ανεβαίνουν ανάλογα με το τι βάζουμε μέσα. Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για ολυμπιακά έργα και να βάζουμε μέσα και ολίγον Αττική Οδό και ολίγον αεροδρόμιο και ολίγον Μετρό και ολίγον κάτι άλλο και στο τέλος δεν ξέρω τι ακριβώς αξιολογούμε».
Ως έργα των Ολυμπιακών Αγώνων θεωρήθηκαν –και κάποιοι τα πρόσθεσαν στις ολυμπιακές δαπάνες– υποδομές που ήταν ήδη υπό κατασκευή, ή υπό μελέτη. Οι Αγώνες απλώς επιτάχυναν –με βάση την ειδική νομοθεσία που διαμορφώθηκε– τους ρυθμούς και την αντίστοιχη χρηματοδότηση. Αν αυτό ήταν θετικό ή αρνητικό εξαρτάται από την οπτική γωνία που το βλέπει κανείς. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν η Αττική Οδός, η αναβάθμιση μεγάλων λεωφόρων, η επέκταση των γραµµών του Μετρό, το Τραµ, η κατασκευή του προαστιακού Σιδηρόδρομου, το νέο αεροδρόµιο Ελευθέριος Βενιζέλος, νοσοκομεία, λιμάνια, 210 χιλιόµετρα που κατασκευάστηκαν ή αναβαθµίστηκαν με 40 νέους ανισόπεδους κόµβους.
Προφανώς με τις παρεμβάσεις στο οδικό δίκτυο της Αττικής βελτιώθηκε η κυκλοφορία και κατά συνέπεια οι χρόνοι µεταφοράς αθλητών, παραγόντων και θεατών, που ενδιέφερε τη ΔΟΕ και τις αντίστοιχες διεθνείς Ομοσπονδίες.
Αλλά καθώς η ολυμπιακή χρήση των έργων αυτής της κατηγορίας ήταν εξ ορισμού περιορισμένη χρονικά, δεν ήταν ακριβώς έργα που έπρεπε να «χρεωθούν» στους Ολυμπιακούς Αγώνες – όπως συνέβη αργότερα.
Σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο προγραμματισμός, η ανάθεση και οι προϋπολογισμοί των έργων από το κράτος έγιναν με τρόπο που κόστισε περισσότερο από τις αρχικές προβλέψεις. Εκτός από τις πολιτικές σκοπιμότητες, σχετίζεται και με τις καθυστερήσεις στην εκκίνηση, ή στην εκτέλεση, λόγω αδράνειας των κυβερνήσεων. Συχνά οι επιμηκύνσεις των χρόνων ήταν… σκόπιμες από τις εταιρείες που επιδίωκαν αναθεώρηση προϋπολογισμών, παίζοντας με τους… αλγόριθμους των αναθέσεων. Αλλά και με τις μίζες.
Όταν η Πολιτεία βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο, επειδή για τρία χρόνια μετά την ανάθεση ολιγωρούσε, αποδέχτηκε τις αυξήσεις του κόστους προκειμένου να ολοκληρωθεί ένα έργο.
Στην ουσία όμως ήταν το αποτέλεσμα των επιλογών που είχε κάνει η κυβέρνηση και άλλοι δημόσιοι φορείς, και δεν προέκυ- πτε από τη «φύση» των Αγώνων.
Από την πλευρά της η Αγγελοπούλου έχει πάρει σαφή θέση: «Έργα που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με τους Αγώνες βαφτίζονταν “ολυμπιακά” – μόνο και μόνο για να εξυπηρετηθεί η εκλογική πελατεία των αρμόδιων υπουργών ανά την Ελλάδα… Οι αθλητικές εγκαταστάσεις σκορπίστηκαν στην Αθήνα και στη χώρα χωρίς λογική και χωρίς λόγο πολλές φορές, πλην των πολιτικών κριτηρίων».
Οι περισσότερες από τις νέες αθλητικές εγκαταστάσεις που προέβλεπε ο φάκελος διεκδίκησης για το 2004 είχαν συµπεριληφθεί και στον φάκελο διεκδίκησης των Αγώνων της εκατονταετίας από τον Γιώργο Κανδύλη. Αλλά σε όσες περι- πτώσεις οι χωροθετήσεις έπρεπε να αλλάξουν –καθώς είχαν αλλάξει οι προδιαγραφές, οι πληθυσμοί και άλλα δεδομένα– οι διαδικασίες ήταν χρονοβόρες και προβλέψεις για μελλοντικές χρήσεις σπανίως υπήρχαν.
Δεν πρέπει ωστόσο να υποτιμηθεί το εξής: Στο πλαίσιο της ωφέλειας –που ούτως ή άλλως είχαν οι Αγώνες στην αναβάθμιση υποδομών της Αττικής– υπήρξε και μια ιδιαίτερη θετική πλευρά τοπικού χαρακτήρα αφού απελευθερώθη- καν, για ολυμπιακή χρήση, μεγάλες εκτάσεις –κυρίως στο παραλιακό μετώπο– και κατέστη ευχερές να αναπτυχθούν μετά τους Αγώνες.
Αλλιώς στη θέση του παλιού Ιππόδρομου δεν θα βρισκόταν σήμερα η νέα Εθνική Λυρική Σκηνή και το Κέντρο Πολιτισμού του ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Αλλά αυτό δεν δικαιολογεί τη μεταολυμπιακή πρόσθεση του κόστους όλων των έργων στις δαπάνες των Αγώνων. Επειδή τέθηκαν στην υπηρεσία της διοργάνωσης για ένα μικρό διάστημα.
Από μια άλλη σκοπιά, τα πάσης φύσεως έργα θα μπορούσαν να οδηγήσουν –επιτέλους– στη δημιουργία μητροπολιτικού φορέα αυτοδιοίκησης στην Αττική, με στρατηγικές τροπο- ποιήσεις στο Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας. Αλλά δεν υπήρξε εμπνευσμένη διαχείριση σ’ αυτό το επίπεδο.
Τεχνικά ο σχεδιασμός των Αγώνων είχε τέσσερις πόλους με προοπτική να συγκοινωνούν με τον «ολυμπιακό δακτύλιο» που είχε οραματιστεί ο Κανδύλης: Ολυμπιακό Χωριό στο Μενίδι – ΟΑΚΑ στο Μαρούσι – Ιστορικό Κέντρο στην Αθήνα
– Παράκτια ζώνη στο Φάληρο. Στην πράξη οι εγκαταστάσεις διακτινίστηκαν ευρύτατα: Άνω Λιόσια, Νίκαια, Περιστέρι, Μαρ- κόπουλο και σε εφτά περιοχές για δημοσιογραφικά χωριά.
Οι επενδύσεις πάντως που έγιναν στην Αττική επέφεραν ευρείας κλίμακας βελτιώσεις στους δήμους της. Αυτό είναι μια παρακαταθήκη που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Αλλά στρατηγική μεταολυμπιακής αξιοποίησης σε βάθος χρόνου δεν υπήρξε.
Τα μεγάλα στοιχήματα: μεταφορές και ασφάλεια
Εκτός από την προσπάθεια για την έγκαιρη ολοκλήρωση των –αθλητικών και μη– υποδομών, η αγωνία για πληρότητα της ολυμπιακής οργάνωσης είχε σχέση με δύο ειδικούς τομείς: τις μεταφορές και την ασφάλεια. Υπήρχαν σοβαροί λόγοι που επέβαλλαν να λειτουργήσουν τα πάντα ομαλά και να μην υπάρξουν εμπλοκές που δεν είχαν προβλεφθεί.
Οι μεταφορές ήταν ζωτικό λειτουργικό στοιχείο κατά τη διάρκεια των Αγώνων. Προϋπόθεση για τα αγωνίσματα ήταν οι μετακινήσεις να διαρκούν το αργότερο είκοσι λεπτά. Επιπλέ- ον να είναι άνετες, ασφαλείς και χωρίς απρόοπτα. Αλλιώς θα μπορούσε να διαταραχθεί το πρόγραμμα και να επηρεαστεί ο αγωνιστικός τομέας.
Επειδή στις δύο προηγούμενες διοργανώσεις τα συστήματα μεταφορών είχαν αποτύχει –σε μια περίπτωση και η ασφάλεια–, η ΔΟΕ ήταν ιδιαίτερα απαιτητική με την Αθήνα. Δεκάδες χιλιάδες µέλη της ολυμπιακής οικογένειας, αρχηγοί κρατών και αθλητικές αποστολές από 202 χώρες, διαπιστευμένοι εκπρόσωποι και χιλιάδες επισκέπτες από το εξωτερικό αλλά και την Ελλάδα έπρεπε να απολαμβάνουν υψηλό επίπεδο παροχής υπηρεσιών στις μετακινήσεις τους.
Οι νέες λεωφορειακές γραµµές σχεδιάστηκαν σύµφωνα µε τα δεδοµένα της ολυμπιακής ζήτησης, η διαχείριση της κυκλοφορίας εκσυγχρονίστηκε και τοποθετήθηκαν κάµερες κατά µήκος του ολυµπιακού οδικού δικτύου. Κρίσιμη παράμετρος ήταν η εξασφάλιση της προσβασιµότητας των Ατόμων με Ει- δικές Ανάγκες στις αγωνιστικές και μη εγκαταστάσεις, αλλά και στην πόλη. Τόσο στους Αγώνες όσο και στους Παραολυμπιακούς, που ακολούθησαν.
Στον τομέα της ασφάλειας, η Αθήνα είχε την ατυχία να διοργανώσει τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες, μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Με αποτέλεσμα, πολύ αυξημένες προϋπο- θέσεις – που πρόσθεσαν ειδικές υψηλές δαπάνες εξοπλισμού. Τον Μάιο του 2004, κατά την επίσκεψή του στις ΗΠΑ ως πρωθυπουργός, ο Κώστας Καραμανλής έλεγε στους Αμερικανούς για την ασφάλεια των Αγώνων, της οποίας το κόστος εκτινάχθηκε, αναγκαστικά, στο 1,2 δισ. ευρώ: «Η Αθήνα έχει ξοδέψει τριάντα φορές μεγαλύτερο ποσό από το αντίστοιχο της Ατλάντα για την ασφάλεια και τουλάχιστον τρεις φορές μεγαλύτερο από του Σίδνεϊ, μόλις τέσσερα χρόνια πριν. Η κυβέρνησή μας ζήτησε από το ΝΑΤΟ εναέρια και θαλάσσια επίβλεψη. Περισσότεροι από εβδομήντα χιλιάδες επαγγελ- ματίες ειδικοί θα εγγυηθούν την ασφάλεια όλων των αθλητών και των επισκεπτών αυτό το καλοκαίρι».
Εγκαταστάθηκαν συστήματα προστασίας και οργανώθηκε η μεγαλύτερη κινητοποίηση δυνάμεων εποπτείας και προστα- σίας που υπήρξε ποτέ – ιδίως στο διάστημα των Αγώνων. Ελικόπτερα σε διαρκή πτήση, το δημοφιλές αερόπλοιο Ζέπελιν, αστυνομικοί κλοιοί γύρω από 216 ξενοδοχεία, συνεχής φρούρηση κρίσιμων εγκαταστάσεων ενέργειας και ύδρευσης, επιτήρηση ολυμπιακών χώρων και εικοσιτετράωρη παρακολούθηση στο Μετρό, το Τραμ, τον ΗΣΑΠ και τον Προαστιακό. Ο έλεγχος από γη και αέρα υπήρξε ασφυκτικός, αλλά και δια- κριτικός ταυτόχρονα, με ιδιαίτερα επιχειρησιακά σχέδια για κάθε περίπτωση. Η υποδοχή και διακίνηση προσώπων λειτούργησε χωρίς να προκληθούν διαμαρτυρίες. Αντίθετα ήταν καθημερινό φαινόμενο στην Ατλάντα και σε άλλες διοργανώσεις.
Μέρος της ασφάλειας ήταν η διαπίστευση: Απαιτούσε σωστό σχεδιασµό, άρτια εκπαίδευση και συνεργασία των εμπλεκόμενων φορέων. Κανείς δεν μπορούσε να εισέλθει σε ολυμπιακή εγκατάσταση χωρίς κάρτα διαπίστευσης ή εισιτήριο. Με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να περάσει όποιος είχε «μέσον».
Συνολικά δόθηκαν 176.000 κάρτες διαπίστευσης σε πραγματικούς δικαιούχους και διατέθηκαν 3.598.444. εισιτήρια, και όλα λειτούργησαν ομαλά.
Ότι σε αυτούς τους δύο κρίσιμους τομείς δεν υπήρχαν προβλήματα πριν και κατά τη διάρκεια των Αγώνων ήταν το στοιχείο που στον τελικό απολογισμό εκτίμησε ιδιαίτερα η ΔΟΕ, αλλά και οι δυτικές πρωτεύουσες που ήταν καχύποπτες με την Ελλάδα όταν έστελναν τους εκπροσώπους τους.
Οι Αγώνες της Αθήνας ήταν από τους ασφαλέστερους στην ιστορία του θεσμού. Δεν σημειώθηκε κανένα γεγονός που να διαταράξει τη διεξαγωγή και την παρακολούθησή τους.
ΜΜΕ και επικοινωνία
Ποια αξία θα είχε το αγωνιστικό πρόγραμμα της περιόδου 13- 29 Αυγούστου στην Αθήνα, αν δεν μπορούσε να μεταδοθεί εγκαίρως, άρτια και απρόσκοπτα, στον πλανήτη;
Η παγκόσμια ενημέρωση διά του Τύπου και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων –αλλά και του διαδικτύου πλέον– ήταν το κλειδί που άνοιγε την κλειδαριά της επιτυχίας. Κατά τη διάρκεια των Αγώνων, η ενηµέρωση του εγχώριου και διεθνούς Τύπου και άλλων ΜΜΕ και η προώθηση προς την εγχώρια και διεθνή κοινή γνώµη πληροφοριών για όλα τα θέµατα που άπτονταν των Αγώνων υπήρξε ολοκληρωμένη. Πολύ πριν από την έναρξή τους μάλιστα.
Αν και η στατιστική είναι κουραστική, εξυπηρετήθηκαν
10.400 αιτήµατα 7.618 εκπροσώπων των ΜΜΕ, υπήρχε επικοινωνία µε 100 κορυφαίους εκπροσώπους διεθνών δικτύων σε καθηµερινή βάση, δόθηκαν πάνω από 1.500 συνεντεύξεις από τη ∆ιοίκηση και τα στελέχη της Οργανωτικής Επιτροπής, διοργανώθηκαν 730 εκτενείς ενηµερώσεις και οργανώθηκαν επίσης 254 ξεναγήσεις σε όλες τις ολυµπιακές εγκαταστάσεις. Λειτούργησαν 1.464 θέσεις σχολιαστών με επαρκή εξοπλισμό και από πλευράς ραδιοτηλεοπτικής κάλυψης ήταν οι καλύτεροι Αγώνες στη ραδιοτηλεοπτική ιστορία. Η τηλεθέαση έσπασε κάθε ρεκόρ: 3,9 δισεκατοµµύρια τηλεθεατές παρακολούθησαν τους Αγώνες της Αθήνας – από 3,6 δισεκατοµµύρια που παρακολούθησαν αυτούς του Σίδνεϊ. Αφιερώθηκαν 35.000 ώρες ραδιοτηλεοπτικής κάλυψης για την πόλη της Αθήνας, σε σχέση µε τις 20.000 ώρες της Βαρκελώνης το 1992, τις 25.000 ώρες της Ατλάντα το 1996 και τις 29.600 ώρες του Σίδνεϊ.
Επαρκής ήταν και η υποδομή για τον γραπτό και φωτογραφικό Τύπο. Τους Αγώνες της Αθήνας κάλυψαν συνολικά 5.231 διαπιστευµένοι δημοσιογράφοι εκ των οποίων περίπου 1.100 φωτορεπόρτερς, από 1.932 ειδησεογραφικούς οργανισµούς από όλο τον κόσµο. Αντίστοιχα για τους Παραολυµπιακούς Αγώνες διαπιστεύτηκαν 1.202 εκπρόσωποι Τύπου.
Στην ιστοσελίδα της Οργανωτικής Επιτροπής «ανέβαιναν» και κατά τη διάρκεια των Αγώνων σε τρεις γλώσσες –ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά– όλα τα αγωνιστικά αποτελέσµατα, σε πραγµατικό χρόνο. Ήταν διεθνώς η δεύτερη µεγαλύτερη επικοινωνιακή πλατφόρµα µετά την τηλεόραση, με 650 εκα- τοµµύρια επισκέψεις ανά ηµέρα, από όλο τον κόσμο.
Πλήρης ήταν η παροχή σύχρονων υπηρεσιών τεχνολογίας και πληροφορικής, με σταθερή και κινητή τηλεφωνία, υπηρεσίες δεδοµένων, πρόσβαση στο διαδίκτυο, καλωδιακή τηλεόραση, συστήματα διάχυσης πληροφοριών για τη διανοµή των αποτελεσµάτων και άλλων στοιχείων των Αγώνων. Όπως βιογραφικά αθλητών, κατάλογοι των Εθνικών Ολυµπι- ακών Επιτροπών, δεδομένα χρονοµέτρησης, αποτελεσµάτων και βαθμολόγησης.
Η παροχή της ηλεκτρικής ενέργειας έγινε με αξιόπιστο τρόπο σε όλες τις Ολυµπιακές Εγκαταστάσεις, χωρίς καμία διακοπή κατά τη διάρκεια των Ολυµπιακών και Παραολυµπι- ακών Αγώνων.
Εκτός από τα πάσης φύσεως μίντια, εξυπηρετήθηκαν με την ίδια πληρότητα οι θεατές και οι επισκέπτες και δεν αντιμε- τώπισαν προβλήματα επικοινωνίας. Όπως, φυσικά, οι αθλητές και οι λοιποί παράγοντες της ολυμπιακής κοινότητας.
Οι θεατές είχαν στη διάθεσή τους επίσημο Οδηγό σε τρεις γλώσσες, με πλήρη ενημέρωση για τη ζωή στην πόλη, τη διαμονή, την πρόσβαση στους αγωνιστικούς χώρους αλλά και στις εξωαθλητικές δραστηριότητες των ημερών. Πρωτίστως τα πολιτιστικά δρώμενα της Ολυμπιάδας.
Χωρίς τις πολιτιστικές εκδηλώσεις που συνόδευαν τους Αγώνες, πώς θα μπορούσε η Ελλάδα να δείξει την κληρονομιά και το σύγχρονο πρόσωπό της;
Οι ιατρικές υπηρεσίες περιλάμβαναν ένα ευρύ φάσμα κάλυψης αναγκών. Το πρόγραμμα διατροφής σχεδιάστηκε με βάση τις επιθυμίες των επί μέρους κατηγοριών αθλητών, κριτών, διαιτητών, παραγόντων και διαπιστευμένων από τα ΜΜΕ.
Για πρώτη φορά σε Ολυμπιακούς Αγώνες δεν υπήρχε πρόβλεψη για κάλυψη οποιασδήποτε ανάγκης που δεν είχε γίνει. Υπήρχαν απαντήσεις για κάθε ερώτηση που μπορούσε να διατυπωθεί, από οποιονδήποτε. Και διαθέσιμες πληροφορίες για οτιδήποτε…
Κέντρο Διοίκησης Αγώνων
Όλα συντονίζονταν από το Κέντρο ∆ιοίκησης Αγώνων που άρχισε να λειτουργεί από την περίοδο των δοκιµαστικών τον Αύγουστο 2003, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο – με επικεφαλής τον Μάρτων Σίμιτσεκ. Όλες οι λειτουργίες του Κέντρου δοκιμάστηκαν προκαταρκτικά και τελούσαν υπό συνεχή παρακολούθηση, ενώ υπήρξαν αλλεπάλληλες προσομοιώσεις για τη διαχείριση συμβάντων και κρίσεων. Το Κέντρο τέθηκε σε επιχειρησιακή ετοιμότητα την 1η Ιουλίου 2004, με καθημερινή λειτουργία βάσει πρωτοκόλλου Αγώνων.
Από την Κεντρική Αίθουσα Επιχειρήσεων, υπήρχε πλήρης εποπτεία σε οτιδήποτε συνέβαινε σε οποιονδήποτε από τους 147 ολυμπιακούς χώρους: αγωνιστικές εγκαταστάσεις, προπονητήρια, καταλύματα, αεροδρόμιο, Ολυμπιακό Χωριό, Κέντρο Τύπου κ.λπ. Ήταν διάσπαρτα στην Αττική, στις ολυμπιακές πόλεις και στην Αρχαία Ολυμπία. Υπήρχαν συνεχείς αναφορές, προβλέψεις χρόνων μετακίνησης και αντιμετώπι- σης οποιασδήποτε δυσχέρειας.
Στις 29 Ιουλίου 2004 το σύνολο του προσωπικού των Αγώνων, σε όλες τις ολυµπιακές εγκαταστάσεις, προσήλθε στις θέσεις εργασίας του µε την ολυμπιακή στολή του. Στις 13 Αυγούστου 2004 το Κέντρο πέρασε σε 24ωρη λειτουργία. Το κουμπί πατήθηκε και η μηχανή ξεκίνησε, χωρίς να υπάρ- ξει διακοπή ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Ήταν ένα γιγαντιαίο επιχειρησιακό σχέδιο από το οποίο περνούσαν τα πάντα. Τίποτε δεν συνέβαινε στην ολυμπιακή επικράτεια χωρίς να γίνεται αντιληπτό, κανένα πρόβλημα δεν έμενε άλυτο, με άμεση παρέμβαση οπουδήποτε.
Όλα ήταν υπό έλεγχο…
Μετά τους Αγώνες οι υποδομές, τα εκπληκτικά συστήματα εργασίας, ο εξοπλισμός και το προσωπικό του Κέντρου δεν αξιοποιήθηκαν. Ο υπερσύγχρονος μηχανισμός μπορούσε να μετατραπεί, την επομένη κιόλας των Αγώνων, σε Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων. Να προσφέρει στην Πολιτική Προστασία, στην τρέχουσα διαχείριση κυκλοφορίας, στην εποπτεία και αντιμετώπιση κρίσεων. Αντί γι’ αυτό, αποσυναρμολογήθηκε και ένα μέρος του χρησιμοποιήθηκε για… ηλεκτρονική ταξινόμηση και αποθήκευση πληροφοριών.
Πεταμένα λεφτά.
ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ

