Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Το κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα του 2017

«Αυτό που συμβαίνει με τον Μητσοτάκη είναι ότι έχει συμβιβαστεί με ένα κόμμα το οποίο έχει μετακινηθεί σαφώς δεξιότερα από την εποχή Καραμανλή, μέσω του Αντώνη Σαμαρά».

Των Γιάννη Μαστρογεωργίου – Γιώργου Παπούλια

Με την ολοκλήρωση της χρονιάς και με βάση τα εργαλεία ανάλυσης που διαθέτουμε (δημοσκοπήσεις, εγχώριες και διεθνείς πολιτικές κινήσεις, μελλοντικά πολιτικά καθορισμένα ορόσημα και γεγονότα αιχμής που συνέβησαν και άφησαν το αποτύπωμα τους), μπορούμε να προβούμε σε ορισμένες υποκειμενικές εκτιμήσεις, σχετικά διαφορετικές με υπάρχουσες αναλύσεις, που όμως τεκμηριώνονται από τα δεδομένα. Άλλωστε οι εκτιμήσεις στην πολιτική είναι πάντα υποκειμενικές, αρκεί να εξηγούνται λογικά και τεκμηριωμένα.

Η μεγάλη εικόνα δεν αλλάζει άρδην. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σφόδρα πιθανό να χάσει τις επόμενες εκλογές και η ΝΔ να αναδειχθεί νικήτρια, ενώ το Κίνημα Αλλαγής παγιώνεται σταδιακά δημοσκοπικά με αβέβαιη όμως, ακόμα εξέλιξη. Το βασικό συμπέρασμα, με βάσει τις δημοσκοπήσεις, είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τα περιθώρια να αυξήσει τα ποσοστά επιρροής του (πρόθεση ψήφου) με ψηφοφόρους που σήμερα ανήκουν στην «αδιευκρίνιστη ψήφο», όχι ωστόσο τόσα ώστε να προκαλέσει την ανατροπή.

Στις δημοσκοπήσεις που έχουν δημοσιευθεί από το φθινόπωρο και μετά, παρατηρείται μία ελαφρά μεν αξιοσημείωτη δε, άνοδος του κλίματος αισιοδοξίας.

Η εκτίμηση των πολιτών για τις επενδύσεις είναι σαφώς βελτιωμένη, ενώ σύμφωνα με τις ΤΑΣΕΙΣ MRB, περίπου ¼ των πολιτών εκτιμά ότι η οικονομία θα ανακάμψει, ποσοστό που πλησιάζει το αντίστοιχο του 2014.

Η πολιτική συμπεριφορά έχει στοιχεία σχετικά μεγάλης ρευστότητας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει – από την ίδια δημοσκόπηση – το εύρημα ότι 17% των πολιτών δηλώνει, ότι δεν έχει πρόβλημα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του!

Το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος είναι ζωντανό, με βαρύτητα, διάσπαρτο στα κόμματα

Οι δημοσκοπήσεις και ο πολιτικός διάλογος των τελευταίων μηνών δεν έχει ασχοληθεί με το δημοψήφισμα του 2015. Υπ’ αυτή την έννοια θα διερωτάτο κανείς προς τι η αναφορά μας αυτή. Υπάρχουν ευρήματα, όμως, στις έρευνες κοινής γνώμης που συνθετικά μπορούν να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας διακρίνεται από τη διάθεση διάχυτης «άρνησης της πραγματικότητας» με την οποία έσφυζε το καλοκαίρι του 2015.

Το κοινωνικό κλίμα παραμένει ζοφερό, με τα αρνητικά συναισθήματα να κυριαρχούν. Το οικονομικό κλίμα δεν έχει αλλάξει σε βαθμό που να επηρεάζει την κατάσταση των νοικοκυριών κάτι που συντηρεί σε γενικό πλαίσιο, το κλίμα κοινωνικής απαισιοδοξίας.

Οι αλλαγές που έχουν συμβεί στη χώρα και έχουν μετασχηματίσει την κοινωνία είναι βαθιές. Η κοινωνική παραίτηση και κοινωνική διαμαρτυρία βρίσκονται ναρκωμένες όχι νεκρωμένες. Η πολιτική και ταξική πόλωση είναι ακόμα βαθιές, υπό αυτό το πρίσμα έχει ενδιαφέρον η ανάλυση των παρακάτω σημείων:

Στο ερώτημα από τις ΤΑΣΕΙΣ, αν ήταν λάθος ή όχι η είσοδος στο Ευρώ, το 59% των πολιτών το κρίνει ως λάθος! Οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζουν ότι ήταν λάθος επιλογή το Ευρώ σε ποσοστό που πλησιάζει το 59%, της ΝΔ το 50%, του Κινήματος Αλλαγής το 41% και το πλέον εκπληκτικό, του ΠΟΤΑΜΙΟΥ που ανέρχεται σε 50%! Εδώ βέβαια θα βοηθούσε μια πιο εμπεριστατωμένη παράθεση ερωτημάτων και απαντήσεων που θα έδινε περισσότερα στοιχεία για την αντίληψη και αποδοχή των συνεπειών της μη εισόδου στο κοινό νόμισμα.

Η κοινωνική παραίτηση και κοινωνική διαμαρτυρία βρίσκονται ναρκωμένες όχι νεκρωμένες. Η πολιτική και ταξική πόλωση είναι ακόμα βαθιές

Στα ερωτήματα της πιο τρέχουσας επικαιρότητας, το 67% υποστηρίζει το κοινωνικό μέρισμα παρόλο που αναγνωρίζει ότι αυτό προήλθε από την υπερφορολόγηση, αυτό που βγαίνει από τη μία τσέπη μπαίνει από την άλλη…

Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων κανείς δεν επιτρέπεται να περιφρονεί ή να υποτιμά τις ανάγκες των πληττόμενων από την κρίση, συμπολιτών μας. Όπως και είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς την προσφερόμενη οικονομική βοήθεια προς τις ασθενέστερες ομάδες του πληθυσμού. Ωστόσο, όσο αναγκαίο και απαραίτητο μπορεί να φαντάζει για τους ασθενέστερους προφανώς δεν αποτελεί λύση στο πρόβλημα της χώρας, ούτε καν για τους ίδιους τους δικαιούχους.

Πρόκειται για εφάπαξ βοήθημα, που ανακουφίζει μεν πρόσκαιρα, δεν καλύπτει πάγιες ανάγκες δε. Ούτε συνιστά πράξη του κοινωνικού κράτους το οποίο πρέπει να δημιουργεί μόνιμες παρεμβάσεις. Πρόκειται για ένα «χαρτζιλίκι» που υποτιμά το μόχθο των πολιτών, αφού την ώρα που αφαιμάσσει η Εφορία, δίνει καραμέλες η Κυβέρνηση ως πρόσκαιρη επικοινωνιακή αντιπαροχή. Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο, πως ενώ πέρσι υπήρξαν πολιτικές δυνάμεις που εναντιώθηκαν στην συγκεκριμένη χρήση του πλεονάσματος, φέτος υπήρξε ένα οριζόντιος συμβιβασμός στην αξιοποίηση που αποφάσισε η κυβέρνηση.

Ένα εξαιρετικά ανησυχητικό, σύμφωνα με τις δικές μας εκτιμήσεις, εύρημα είναι ότι 53% των πολιτών διαφωνούν με κάθε είδους πλειστηριασμό! Ακόμα και στους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Και το πιο καθηλωτικό από όλα είναι το 39% των πολιτών που υποστηρίζει όχι μόνο να μην γίνει κανείς πλειστηριασμός, αλλά να γίνει γενικό κούρεμα καταθέσεων! Ο θρίαμβος του ισοπεδωτισμού που πότισε για χρόνια ο λαϊκισμός την ελληνική κοινωνία. Μαζί με τα ξερά να καούν και τα χλωρά. Έχουμε μία επιβεβαίωση του κοινωνικού μοτίβου της κοινωνικής πόλωσης που υφέρπει εδώ και χρόνια και που ευδιάκριτα παρατηρήθηκε στο δημοψήφισμα του 2015.

Οι πολίτες που φέρουν τις συγκεκριμένες απόψεις γύρω από την ΕΕ, το κοινό νόμισμα, το τραπεζικό σύστημα, τους πλειστηριασμούς κλπ, αποτελούσαν την θεμέλια μάζα του δημοψηφίσματος του 2015. Η πλειοψηφία αυτή του «ΟΧΙ» είναι ακόμα ζωντανή και παρούσα, διακτινισμένη σε όλα τα κόμματα, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται (έως καθοδηγούνται επιλεκτικά) οι ηγεσίες τους, στην προσπάθειά τους να έχουν το μικρότερο δυνατό κόστος απέναντι σε έναν υπαρκτό αλλά όχι συνεκτικό ανορθολογισμό.

Με τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και την προσχώρηση του στη μνημονιακή πρακτική, μπορεί να πραγματοποιήθηκε η πιο απότομη και συμπυκνωμένη αλλαγή στη σύγχρονη πολιτική ιστορία, αλλά το κενό δεν καλύπτεται από μία πολιτική δύναμη. Το ΟΧΙ υπάρχει και θέτει αναχώματα συνεχώς στις ηγεσίες τους, προκειμένου να μην κάνουν τάχιστα τα απαραίτητα βήματα για τον αναγκαίο ορθολογικό εκσυγχρονισμό της χώρας, με πειθώ και πρόταγμα τα λαϊκά συμφέροντα και το μακροχρόνιο όφελος των πολλών.

Η κυβέρνηση είναι φανερό ότι εκμεταλλεύεται τις ανάγκες των πολιτών και επενδύει πολιτικά στα πιο αδύναμα τμήματα του πληθυσμού, που μπορεί να προσεγγίζουν το 30% του συνόλου. Ο κ. Τσίπρας συναρτά, κατά τα φαινόμενα, το πολιτικό του μέλλον με αυτή την κρίσιμη μάζα πολιτών, η οποία με την πολιτική του βαίνει αύξουσα. Κατά μια εκδοχή έχει ήδη επιτύχει τον στόχο της πολιτικής του επιβίωσης. Όπως παρουσιάσαμε, έχει κριθεί πια ότι δεν θα χαθεί ούτε αυτός ούτε το κόμμα του, αφού δύσκολα θα πέσει κάτω του 20%.

Το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος υπάρχει και θέτει αναχώματα συνεχώς στις ηγεσίες, προκειμένου να μην κάνουν τάχιστα τα απαραίτητα βήματα για τον αναγκαίο ορθολογικό εκσυγχρονισμό της χώρας

Σε αυτό το σημείο βρίσκεται το κρίσιμο σταυροδρόμι για το ΣΥΡΙΖΑ. Θα καταφέρει να πείσει με το δικό του success story ή όχι τις πλατιές μάζες που γαλούχησε στην προς τα κάτω ισοπέδωση; Θα προχωρήσει στο επόμενο βήμα της πολιτικής του μετάλλαξής ή θα επιστρέψει στη γνωστή κοίτη της ρήξης, επιχειρώντας να αναζωπυρώσει και να ηγηθεί του ΟΧΙ με το βλέμμα στις Προεδρικές εκλογές του 2020;

Ο ΣΥΡΙΖΑ αντέχει, αλλά η ΝΔ μπορεί

Παραβιάζουμε ανοιχτές θύρες αν επαναλάβουμε ότι – δημοσκοπικά τουλάχιστον – ο ΣΥΡΙΖΑ αντέχει στη μνημονιακή πίεση που ο ίδιος επέβαλλε στον εαυτό του. Μέσα από πολιτικές κινήσεις του Πρωθυπουργού (συναντήσεις με Τράμπ, Μακρόν, Ερντογάν) και πολιτικές πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης (μέρισμα, επίδομα σε άνεργους νέους, επίθεση στους δικαστικούς), ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί αντιστάσεις απέναντι στην φθορά της εξουσίας.

Τόσο από τις έρευνες του Πανεπιστημίου Μακεδονίας του τελευταίου τριμήνου, όσο και από τις ΤΑΣΕΙΣ, αναδεικνύεται ένα φάσμα ποσοστών που αφορά την αποδοχή του ΣΥΡΙΖΑ και του Α. Τσίπρα από τη μία και της ΝΔ και του Κ. Μητσοτάκη από την άλλη.

Την αυτοδυναμία ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να επιθυμεί τον Οκτώβριο το 23,5% των πολιτών και της ΝΔ το 36%. Ο Α. Τσίπρας κρίνεται ως καταλληλότερος για Πρωθυπουργός από το 22% και ο Κ. Μητσοτάκης από το 37%.

Σύμφωνα με τις ΤΑΣΕΙΣ, οι πολίτες εκτιμούν ότι το 2018 θα υπάρχει ανάπτυξη σε ποσοστό 24%, θα υπάρχει πλεόνασμα υποστηρίζουν περίπου 3/10 πολίτες, η χώρα θα βγει στις αγορές εκτιμά το 25,8%, θα υπάρξει θετική έκβαση στο χρέος υποστηρίζει το 24% και 27% δεν βλέπει νέο μνημόνιο. Στα περισσότερα από αυτά τα ποσοστά μεγάλη συμβολή έχει ο κόσμος που δηλώνει ότι ανήκει στο Κίνημα Αλλαγής (27% του 24% της θετικής άποψης για ανάπτυξη πχ).

Μέσα από κινήσεις του Πρωθυπουργού και πολιτικές πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης, ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί αντιστάσεις απέναντι στην φθορά της εξουσίας

Οι παραπάνω εκτιμήσεις αποτελούν εν πολλοίς τη ραχοκοκαλιά του κυβερνητικού αφηγήματος του νέου έτους και τουλάχιστον έως τη λήξη του 3ου Μνημονίου.

Αξίζει, λοιπόν, μνείας το γεγονός ότι περίπου 1 στους 4 πολίτες έχει θετική εκτίμηση για την οικονομία τη στιγμή που ο φετινός θετικός ρυθμός ανάπτυξης, είναι ο μικρότερος στην Ευρωζώνη, γύρω στο 1,3%, χαμηλότερος της τελευταίας επίσημης πρόβλεψης του 1,6% και σημαντικά χαμηλότερος από τις επίσημες περσινές προβλέψεις του Προϋπολογισμού για το 2017 (2,7%).

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανεβαίνει επίσης σύμφωνα με τις ΤΑΣΕΙΣ, στην ικανότητα διακυβέρνησης. Από τη στασιμότητα που χαρακτηρίζει τη ΝΔ ο ΣΥΡΙΖΑ «τσιμπάει» ελαφρώς στην εμπιστοσύνη διακυβέρνησης λαμβάνοντας 22,2% έναντι 30,1% της ΝΔ. Το θετικό για τη ΝΔ στη συγκεκριμένη ομάδα ερωτήσεων για την εικόνα και τη διακυβέρνηση δεν είναι η πρωτιά. Είναι η σταθερή διατήρηση του προβαδίσματος στη θετική εικόνα της και η μικρή αλλά πάντα σταθερή άνοδος που παρουσιάζει.

Ένα επίσης, σημαντικό εύρημα κατά τη γνώμη μας είναι το γεγονός ότι ως εκφραστής της μεσαίας τάξης ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί μετά 3 χρόνια σκληρού Μνημονίου και συνειδητής επίθεσης – μέσω φορολογίας και επισήμων δηλώσεων – στη μεσαία τάξη, ποσοστό 20% ως εκφραστής της τάξης αυτής! Το αντίστοιχο ποσοστό για τη ΝΔ ανέρχεται στο σημαντικό 31,6%. Το ακόμα πιο ενδιαφέρον όμως, αφορά στην ερώτηση ως προς το ποιος εκφράζει καλύτερα τα λιγότερο δυνατά στρώματα. Εκεί έχουμε σχεδόν ισοπαλία ανάμεσα στα δύο κόμματα. Το εύρημα αυτό αποτελεί ένα από τα πιο ηχηρά καμπανάκια για την Αξιωματική Αντιπολίτευση. Αν δεν συσπειρώσει γύρω της μία κρίσιμη μάζα πολιτών που νιώθουν αδύναμοι (πρώην μεσαία τάξη) και που αναζητούν στη ΝΔ την ελπίδα, δεν θα κατορθώσει να κάνει την υπέρβαση προς το θρίαμβο που θα την καταστήσει όχι απλώς νικητή, αλλά ισχυρή Κυβέρνηση.

Εντύπωση προκαλεί επίσης το γεγονός ότι το βασικό σύνθημα της Κυβέρνησης «Δίκαιη Ανάπτυξη», περνά στο 65% των πολιτών και γίνεται πιστευτό ως υλοποιήσιμη δυνατότητα από το 23,4% των πολιτών! Στην ίδια ερώτηση το βασικό σύνθημα της ΝΔ «Οι Έλληνες αξίζουμε καλύτερα», υπολείπεται 4 περίπου μονάδες του κυβερνητικού φθάνοντας το 61%. Πράγματι, παράδοξο ύστερα από 3 χρόνια και ένα βαρύ Μνημόνιο το σύνθημα της Αντιπολίτευσης να συγκινεί λιγότερο από εκείνο της Κυβέρνησης…

Κάτι βαθύτερο αλλάζει στην ελληνική κοινωνία

Ολοκληρώνουμε την ενότητα του δίπολου κορυφής ανάμεσα στο ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ, παραθέτοντας την εκτίμηση μας για τα «όπλα» κάθε κόμματος.

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Πρωθυπουργός παραμένει το ισχυρό χαρτί του ΣΥΡΙΖΑ και της Κυβέρνησης. Υπολείπεται σταθερά σε όλους τους τομείς από τον Κ. Μητσοτάκη, που προπορεύεται σε όλους τους τομείς του Πρωθυπουργού, αλλά διατηρεί ακόμα ισχυρό προφίλ. Η εικόνα διαφοροποιείται στη ΝΔ, όπου τα ικανά στελέχη κρίνονται ως βασικότερο asset του Κόμματος και ακολουθούν σημαντικά ποιοτικά πλεονεκτήματα όπως οι θέσεις του κόμματος για την Ανάπτυξη, ότι αποτελεί εναλλακτική λύση και κυρίως ελπίδα.

Στα ποιοτικά διαφορετικά ευρήματα για τη ΝΔ εντάσσουμε, το γεγονός ότι το δίπολο «Αριστερά – Δεξιά» δεν σημαίνει πλέον όσα σήμαινε, καθώς και ότι έννοιες όπως «φιλελευθερισμός», «κοινωνικός φιλελευθερισμός» που ήταν αρκετά χαμηλά τις προηγούμενες δεκαετίες βρίσκονται πλέον κοντά στο 50% ή και παραπάνω ως προς την κοινωνική τους αποδοχή.

Επίσης, σημαντικό είναι ότι στην κλίμακα «Αριστερά – Δεξιά» η πλειοψηφία εντοπίζεται σε αυτό που θα λέγαμε «Κεντροδεξιά», απότοκο της απίσχνανσης της βαρύτητας της λέξης «Αριστερά» γεγονός για το οποίο βαρύνεται η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, με διακριτή όμως ακόμα την αριστερόστροφη από παλιά κεκτημένη ταχύτητα της κοινωνίας που δίνουν το προβάδισμα σε έννοιες όπως η «κοινωνική δικαιοσύνη».

Το δίπολο «Αριστερά – Δεξιά» δεν σημαίνει πλέον όσα σήμαινε, καθώς και ότι έννοια όπως ο «φιλελευθερισμός» βρίσκεται πλέον κοντά στο 50% ως προς την κοινωνική τους αποδοχή

Τέλος, ιδιαιτέρως ενθαρρυντικό είναι το εύρημα ότι 80% των πολιτών λέει ναι στην παραγωγική αφύπνιση, χωρίς όμως να διευκρινίζεται τι συνιστά αυτή (Κράτος, ιδιωτικός τομέας κλπ)

Συμπερασματικά, ο ΣΥΡΙΖΑ ως επιλογή άμεση ή ως έμμεση αναγωγή μέσω συνθημάτων, πολιτικών προταγμάτων και συνδηλώσεων βρίσκεται πέριξ του 20-23%. Η ΝΔ υπό το ίδιο πρίσμα είναι σαφώς άνω του 31-33%. Αυτό είναι το ποσοτικό φάσμα που αναφέραμε προηγουμένως και με βάση αυτό, εκτιμούμε ότι η πτώση του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα οδηγήσει σε συντριβή ενώ για τη ΝΔ είναι στη διακριτική της ευχέρεια ΑΝ θα αποτελέσει σκαλοπάτι για παραπάνω.

Κίνημα Αλλαγής: Ένα ενδιαφέρον ερώτημα

Κατά καιρούς έχουμε υπογραμμίσει ότι ο χώρος της Κεντροαριστεράς έχει ανάγκη από ένα ριζικά νέο φορέα. Η Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κα. Γεννηματά πραγματοποιώντας ιστορικές υπερβάσεις απέναντι στην αδυσώπητη πραγματικότητα της καλπάζουσας ανυπαρξίας που πλησίαζε επικίνδυνα το ΠΑΣΟΚ, κέρδισε την ηγεσία του νέου «πολυμετοχικού φορέα».

Αυτό της το αναγνωρίζει και η (ισχνή) πλειοψηφία των πολιτών που σε ποσοστό 43,8% εκτιμά ότι η Επικεφαλής του Κινήματος Αλλαγής αποτελεί λύση για το χώρο. Αρκετά όμως, σημαντικό είναι και το ποσοστό που δεν την αναγνωρίζει ως λύση, φθάνοντας το 40%!

Στο ίδιο πλαίσιο ερωτήσεων, σύμφωνα με τις ΤΑΣΕΙΣ, το Κίνημα ΔΕΝ θα καταγράψει πολύ καλύτερο ποσοστό στις επόμενες εκλογές εκτιμά περίπου το 50% των πολιτών, ενώ το 51% υποστηρίζει ότι δεν θα ανανεώσει τον πολιτικό χώρο και το πιο ανησυχητικό, τέλος, είναι ότι το 53,5% εκτιμά ότι ο νέος φορέας δεν θα διατηρήσει την ενότητα του χώρου.

Παρoλαυτά, ο νέος φορέας έχει κατορθώσει να ανεβάσει τη συσπείρωση του χώρου, να ρίξει γέφυρες στους απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ και να είναι ανεπιφύλακτα το τρίτο κόμμα