Το μανιφέστο Ντογιάκου και η δημοκρατία: δεν δοκιμάζεται πια μόνο η κυβέρνηση, αλλά και η ελληνική Δικαιοσύνη

Του Νίκου Λακόπουλου

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων ξέσπασε με την αξιωματική αντιπολίτευση να ζητά την παραίτηση του Πρωθυπουργού και η ελληνική δημοκρατία ζει μια πρωτοφανή κρίση: δεν δοκιμάζεται πια η κυβέρνηση, αλλά η ελληνική Δικαιοσύνη.

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης -που δήλωσε πως έχει εμπιστοσύνη στην ελληνική Δικαιοσύνη- επισκέφθηκε τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε μια δραματική στιγμή όπου ένας πρωθυπουργός κατηγορείται από την αντιπολίτευση ότι έκανε ο ίδιος υποκλοπές και όπου μια εκτροπή συντελείται.

Η Βουλή έχει φιμωθεί, οι επιτροπές συνέρχονται, αλλά δεν εξετάζουν μάρτυρες που δεν θέλει η κυβέρνηση, η Δικαιοσύνη «κλώθει» και η αντιπολίτευση καταγγέλλει την κυβέρνηση ότι παραβιάζει το Σύνταγμα.

Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας σιωπά, τα μέσα ενημέρωσης κρύβουν ειδήσεις, ο Πρωθυπουργός ψεύδεται ή λέει πως «δεν ήξερε» και αναθέτει σε άλλους τις ευθύνες του.

Ώσπου η Δικαιοσύνη -που δεν έχει καλέσει ακόμα για κατάθεση όσους εμπλέκονται- αποφασίζει να κινηθεί με έφοδο σε κτίρια εταιρειών και σπίτια προσώπων όπου τόσους μήνες μετά είναι βέβαιο πως δεν θα βρουν τίποτε.

Η κυβέρνηση έχει καταστρέψει φακέλους, έχει μεταθέσει πρόσωπα και έχει κάνει νομοθετικές αλλαγές για την ΕΥΠ με στόχο να περιορίσει τον ρόλο της ανεξάρτητης αρχής, να προστατεύσει πρόσωπα από ποινικές ευθύνες και να διασφαλίσει πως δεν θα μπορεί να γίνει γνωστό ποιους και γιατί παρακολουθούσε.

Οι Βέλγοι δικαστές και η ελληνική Δικαιοσύνη

Η κυβέρνηση νομοθετεί τη συγκάλυψη, προστατεύει όσους ενέχονται σε παράνομες παρακολουθήσεις -που μετατρέπει σε νόμιμες- κι όταν ο δημοσιογράφος που αποκάλυψε νέες παρακολουθήσεις η εισαγγελέας που επισκέπτεται λέει πως αγνοεί το δημοσίευμα, δεν το έχει διαβάσει.

Η σύλληψη της Εύας Καϊλή έθεσε νέα προβλήματα στην ελληνική Δικαιοσύνη καθώς η ευρωβουλευτής είναι Ελληνίδα και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι «εφαρμόζονται σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς, ανεξάρτητα από τους νόμους του τόπου τέλεσης».

Ακολούθησε η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων της και η διαβεβαίωση του Έλληνα υπουργού Δικαιοσύνης ότι θα συνδράμει τις βελγικές αρχές που μάλλον έχουν άλλο δίκαιο: στην Ελλάδα όταν αποκαλύπτονται τέτοιες υποθέσεις δεν διώκονται οι ένοχοι, αλλά οι εισαγγελείς και οι δημοσιογράφοι.

Εκεί η Δικαιοσύνη λειτουργεί διαφορετικά από την Ελλάδα και οι δημοσιογράφοι δεν αντιμετωπίζονται ως «συκοφάντες», οι δικαστές διαβάζουν εφημερίδες και σε μια καταγγελία που δημοσιεύεται σε εφημερίδα δεν ζητάνε αποδείξεις από τον δημοσιογράφο, αλλά ερευνούν την υπόθεση και τις βρίσκουν.

Αντίθετα στην Ελλάδα ένας πρώην Πρόεδρος Δημοκρατίας, ο Προκόπης Παυλόπουλος, αναρωτιέται αν «η Δικαστική Εξουσία αξιοποιώντας, κατά τον προορισμό του, τον «θώρακα» της συνταγματικώς κατοχυρωμένης (άρθρο 87 του Συντάγματος) προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των λειτουργών της, θα βρει υπό τις συγκεκριμένες κρίσιμες περιστάσεις το θάρρος να υπερασπισθεί την «φυσική» αποστολή της αναδεικνυόμενη σε υπεύθυνο «θεματοφύλακα» του Κράτους Δικαίου».

Το Μανιφέστο Ντογιάκου

Στην Ελλάδα ο πρώτος εισαγγελέας της χώρας εμποδίζοντας το έργο μιας ανεξάρτητης αρχής -που γνωματεύει ότι είναι παράνομη η έρευνά της- προχωρά σε μια απίστευτη δήλωση και απειλεί με φορολογικό έλεγχο εκδότες και δημοσιογράφους που εκτιμά ότι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους!

«Δεν είναι άξιοι κάποιοι να φέρουν τον κάποτε άκρως τιμητικό τίτλο και ιδιότητα του εκδότη εφημερίδων ή περιοδικών», είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως «ένας εκτεταμένος φορολογικός έλεγχος σε αυτούς τους ολίγους θα αποκαλύψει πολλά και ενδιαφέροντα σχετικά με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες»!

«Δεν είναι δυνατόν να χλευάζουν και να απαξιώνουν δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς συγκρίνοντας αυτούς με δικαστές και εισαγγελείς χωρών του εξωτερικού με διαφορετικά δικονομικά συστήματα έναντι των οποίων, κατά τη γνώμη τους, υπολείπονται κατά πολύ των ξένων».

Φαίνεται πως εκεί πέρα έχουν άλλη Δικαιοσύνη και ο Τύπος ελέγχει την εξουσία και την Δικαιοσύνη κι όχι η Δικαιοσύνη τον Τύπο: εδώ δεν είναι ανεκτές οι συμπεριφορές κάποιων άλλων, κατά κανόνα εκτός Δικαιοσύνης, που δήθεν κόπτονται για το καλό της. Σε κάθε ευκαιρία και με κάθε ευκολία τη συκοφαντούν και την κατακρεουργούν με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως είπε ο κ. Ντογιάκος.

«Δεν είναι δυνατόν μια μερίδα του Τύπου, εκμεταλλευόμενη έναν ουσιαστικά πλήρως αναποτελεσματικό νόμο περί Τύπου, να στρέφεται και να βυσσοδομεί όποιον κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του δεν ενεργεί σύμφωνα με τις επιθυμίες της, τις υποδείξεις της ακόμα και τις επιταγές της».

» Ίσως, όμως, ένας εκτεταμένος φορολογικός έλεγχος σε αυτούς τους ολίγους θα αποκαλύψει πολλά και ενδιαφέροντα σχετικά με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες. Δεν είναι δυνατόν να χλευάζουν και να απαξιώνουν δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς συγκρίνοντας αυτούς με δικαστές και εισαγγελείς χωρών του εξωτερικού με διαφορετικά δικονομικά συστήματα έναντι των οποίων, κατά τη γνώμη τους, υπολείπονται κατά πολύ των ξένων».

«Ασφαλώς σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του εξωτερικού οι αρμόδιες Αρχές δεν θα τούς επέτρεπαν να υβρίζουν και να συκοφαντούν ούτε να δίνουν οδηγίες και να πιέζουν μέσω των εντύπων που διευθύνουν τους αρμόδιους δικαστές για τη διενέργεια συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων και έκδοση αρεστών σε αυτούς αποφάσεων. Ούτε και να τούς επισκέπτονται στα γραφεία τους και να τούς πιέζουν και να τούς απειλούν. Σίγουρα θα επέστρεφαν με το ίδιο εισιτήριο εκεί όπου ξεκίνησαν, γιατί μόνο σε ένα τέτοιο περιβάλλον άρρωστο μπορούν να επιβιώσουν».

Προφανώς χρειάζεται ένας αποτελεσματικός νόμος περί Τύπου, που θα ενεργεί «σύμφωνα με τις επιθυμίες της, τις υποδείξεις της ακόμα και τις επιταγές» της Δικαιοσύνης. Να μην μπορεί να γράφει εναντίον του όποιου δεν συμφωνεί μαζί του.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει στην ομιλία Ντογιάκου στη Γενική Συνέλευση Εισαγγελέων η άποψη για τις σχέσεις Δικαιοσύνης- Πολιτικής «οι οποίες καταλήγουν σε θεσμικές συγκρούσεις μεταξύ τους και ενίοτε επιφέρουν αδικαιολόγητες αντιδράσεις των πολιτικών κομμάτων και των στελεχών τους».

Δεν πρέπει όμως να ξεχνούν ότι ο δρόμος όπου είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί η Δικαιοσύνη είναι μονοσήμαντος με οδηγό πάντοτε τις διατάξεις που η Βουλή των Ελλήνων θεσπίζει και απαιτεί να εφαρμοστούν, δηλαδή τα ίδια τα πολιτικά κόμματα».

Να πάει στη Δικαιοσύνη!

Προφανώς η ελληνική Δικαιοσύνη πρέπει να απαλλαγεί από δύο εμπόδια στο έργο της: τον Τύπο και την Βουλή. Αναμένεται με ενδιαφέρον η επόμενη ομιλία του κ. Ντογιάκου για το πολίτευμα που προτιμά -καθώς η τελευταία έπεσε σαν βόμβα στην πολιτική ζωή.

Η παρέμβαση Ντογιάκου έχει αφήσει άφωνη προς το παρόν την αντιπολίτευση καθώς ακούγονται φωνές που ζητάνε την παραίτησή του: δεν δοκιμάζεται πια η κυβέρνηση, αλλά η ελληνική Δικαιοσύνη.

Καθώς μια δημοκρατική επιτροπή εξελίσσεται ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου που θάπρεπε να είναι πάνω από τις πολιτικές διαμάχες κατεβαίνει στην αρένα για να απειλήσει συγκεκριμένο εκδότη που έχει υποδείξει ο Πρωθυπουργός ως «συκοφάντη».

Φαίνεται πως έχει στοιχεία για επαγγελματικές δραστηριότητες όσων «κρατούν για τον εαυτό τους και μόνο ως επτασφράγιστο μυστικό το οικονομικό τους υπόβαθρο με βάση το οποίο έγιναν εκδότες».

Ο πρώτος εισαγγελέας μάλλον πρέπει να ζητήσει την βοήθεια της… Δικαιοσύνης και να καταθέσει στον εαυτό του όσα γνωρίζει. Αλλιώς κινδυνεύει να χαρακτηρισθεί συκοφάντης.