Όταν οι πολίτες πρέπει να αποδείξουν ότι δεν είναι ρομπότ

ΦΩΤΟ: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΛΕΣΙΔΗΣ

Του Νίκου Λακόπουλου

Οι εκλογές αυτές -όποτε κι αν γίνουν- θα είναι καθοριστικές για τα πολιτικά κόμματα της Ελλάδας. Η μάχη άρχισε το καλοκαίρι με βροχή από δημοσκοπήσεις που διαφωνούσαν αν το άνοιγμα της «ψαλίδας» ήταν 11, 8, 5 ή 3,5%.

Βέβαια ένα δείγμα ανεπαρκές και προβληματικό δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα. Πάνω από το ένα τρίτο των ψηφοφόρων δεν λέει τι θα ψηφίσει, αλλά τότε με τη μέθοδο της αναγωγής μερικές δημοσκοπήσεις υποθέτουν πως το ποσοστό αυτό θα κατανεμηθεί αναλογικά και προβλέπουν ακόμα και τις έδρες που θα πάρει κάθε κόμμα. Δεν είναι πια δημοσκοπήσεις, αλλά προφητείες.

Οι τελευταίες δεν έδειξαν βέβαια μεγάλες διαφορές- μάλλον ο ΣΥΡΙΖΑ που κάποτε ήταν στο 16% ενισχύεται- αλλά μία από αυτές βιάστηκε να γράψει πως «η διαφορά της Νέας Δημοκρατίας βρίσκεται πλέον στο υψηλότερο σημείο της τριετίας με τη Νέα Δημοκρατία να φτάνει το 37,8% και να εκτοξεύει τη διαφορά στις 10.9 μονάδες». 

Αν και ο διευθυντής της εταιρείας έσπευσε να «αδειάσει» την εφημερίδα -αφού σε σχέση με την προηγούμενη δημοσκόπηση η διαφορά δεν μεγάλωσε, αλλά μίκρυνε- η «ανάλυση» έδειχνε τον ΣΥΡΙΖΑ στο 26,9% με «τις εφεδρείες του να εξαντλούνται και τα ρήγματα που δημιουργεί με το εκλογικό σώμα από την πολιτική του να συνεχίζουν να διευρύνονται».

Φαίνεται πως οι χειρισμοί που έγιναν για το θέμα των σχέσεων Κράτους- Εκκλησίας προκαλούν μεγάλη ζημιά στην κυβέρνηση, η σύλληψη του Παπαντωνίου ενίσχυσε (!) το Κινάλ και οι ΑΝΕΛ όχι μόνο δεν μπαίνουν στην Βουλή, αλλά εντοπίζονται πλέον στο όριο του στατιστικού σφάλματος καθώς συγκεντρώνουν ποσοστό 1,3%.

Αυτό το καταραμένο όριο στατιστικού σφάλματος- εφαρμοζόμενο και σε άλλα μικρά κόμματα κορφολογεί ένα καλό ποσοστό για το κόμμα που φαίνεται να προηγείται κι έτσι αν και αρχικά η δημοσκόπηση το δείχνει στο 32% ανεβαίνει άκοπα ως την αυτοδυναμία.

Η αλήθεια είναι πως δεν μπορούν να συμβούν ταυτόχρονα αυξήσεις των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ και του Κινάλ και η ύπαρξη ενός νέου δεξιού κόμματος δεξιά της Νέας Δημοκρατίας όχι μόνο θα της στερήσει την αυτοδυναμία που της υπόσχεται η δημοσκόπηση, αλλά θα την ανακόψει σε ποσοστά πολύ πιο κοντά στο 32% -που είναι πια εύκολα ο ΣΥΡΙΖΑ να πλησιάσει και να ξεπεράσει. Αν τα μικρά κόμματα χάσουν την δύναμή τους πιο ευνοημένος θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ -αν εξαιρέσουμε το Ποτάμι που αν καταποντισθεί ενισχύει τη Νέα Δημοκρατία.

Παραδόξως ενώ το «Μακεδονικό» θάφτανε τον ΣΥΡΙΖΑ σε μονοψήφια νούμερα στην Βόρεια Ελλάδα ενισχύθηκε -ίσως γιατί δεν αφορούσε το εκλογικό του κοινό η αντίδραση, αλλά ούτε δεξιά κόμματα μπόρεσαν να το αξιοποιήσουν -πλην ελαχίστων ακροδεξιών δε μηδαμινά ποσοστά.

Ο πρώτος διδάξας σε πολιτικό εμπόριο πατριωτισμού Αντώνης Σαμαράς με την Πολιτική Άνοιξη πήρε 5% στις εκλογές του ‘93 και τελικά οδηγήθηκε εκτός Βουλής- για να επιστρέψει ως πρόεδρος της ΝΔ και πρωθυπουργός. Είχε κατανοήσει πως απέναντι σε μια συμπαγή πολιτική ιδεολογία η «πλατειά» Νέα Δημοκρατία που ήθελε η Ντόρα Μπακογιάννη- βέβαιη πρωθυπουργός- θα ξεχύλωνε κι έτσι κέρδισε το κόμμα- αλλά η πορεία του στις εκλογές έφτασε το κόμμα του σε ιστορικά χαμηλά ποσοστά.

Το μάθημα από κόμματα που είχαν τέτοια ποσοστά -όπως η ΔΗΜΑΡ με 6%- που εξαφανίστηκε- το Ποτάμι με 6,4%, αλλά και οι ΑΝΕΛ με 11% είναι πως αν το Κινάλ -των λοιπών κομμάτων καταποντιζομένων- δεν μπορέσει να πιάσει ένα διψήφιο νούμερο στις εκλογές θα πρέπει να αναμένει την εξαφάνισή του- όταν σε κάποιες από τις επόμενες εκλογές μείνει εκτός Βουλής.

Η πολιτικά άθλια στάση του στο Μακεδονικό με στόχο να αποσπάσει ψήφους από το ΣΥΡΙΖΑ δεν το ωφέλησε. Η συγκυβέρνηση με την Νέα Δημοκρατία  θα το διασπάσει και θα το διαλύσει. Η συγκυβέρνηση έχει προαναγγελθεί δια της προσκλήσεως …όλων σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό την αιγίδα του -στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει κι ούτε θέλει να συμμετέχει.

Οι θέσεις του από την απλή αναλογική ως τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δείχνουν ένα κόμμα που έχει υποστεί αλλοίωση της ταυτότητάς του. Όλα αυτά μαζί το τοποθετούν όχι απλώς στη δεξιά σοσιαλδημοκρατία, αλλά πιο δεξιά από μια παλιότερη Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή με υστερικά σημάδια καθεστωτισμού -που το οδηγούν σε απίστευτες εκφράσεις όπως «να πάτε από κει που ήρθατε», «περαστικοί ένοικοι» που μάλλον σε κατίνες γειτονιάς παραπέμπουν, παρά σε πολιτικό κόμμα.

Η Νέα Δημοκρατία ευνοείται με μια μεγάλη ψαλίδα, αλλά αν όσο πλησιάζουμε τις εκλογές και το 16% του ΣΥΡΙΖΑ που έγινε 20, 21, τώρα 27% αρχίσει να ανεβαίνει κι άλλο θα ζήσουμε ένα πολύ συχνό φαινόμενο: όλες οι κυβερνήσεις -πλην αυτής του Μητσοτάκη- είχαν μια δεύτερη τετραετία. Ο Καραμανλής, ο Παπανδρέου, ο Σημίτης, και πάλι ο νεώτερος Καραμανλής. Γιατί όχι και ο Αλέξης Τσίπρας;

Όποτε κι αν γίνουν οι εκλογές θα γίνουν σε ένα κλίμα διαφορετικό από αυτό που διεξάγονται οι δημοσκοπήσεις. Η πορεία των μικρότερων κομμάτων, η δύναμη της πολυπρόσωπης Ακροδεξιάς, αλλά και η δυναμική των δυο μεγαλύτερων κομμάτων σε ένα παιχνίδι νέου δικομματισμού που διαμορφώνεται θα διαμορφώσουν ένα νέο πολιτικό σκηνικό. Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα θέσει ζήτημα ανανέωσης και αλλαγής της ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας.

Η νίκη της Νέας Δημοκρατίας με ένα μεγάλο ποσοστό από την βάση του 17% που ξεκίνησε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015 για να κατακτήσει απροσδόκητα το 35% θα θέσει σοβαρά προβλήματα στην ενότητα του Κινάλ. Με την εξαφάνιση ενδιάμεσων κομμάτων που στις τελευταίες εκλογές συγκέντρωσαν άθροιστικά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό αναπόφευκτα θα οδηγηθούμε σε ένα παράδοξο φαινόμενο που συνιστά την στρατηγική νίκη- κι όχι ήττα- του ΣΥΡΙΖΑ. Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ δεν θα διεκδικεί πια το χαμένο 35%, αλλά ένα μεγαλύτερο ποσοστό μέσα στα όρια της ευρύτερης δημοκρατικής παράταξης που ξεπερνά το 40%.

Ίσως αυτή να είναι η απάντηση σε ένα διαφαινόμενο αδιέξοδο -ιδιαίτερα αν οι μεθεπόμενες εκλογές γίνουν με απλή αναλογική: δεν θα μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση χωρίς συγκυβέρνηση των δύο μεγαλύτερων κομμάτων. Ούτε το πρώτο, αλλά ούτε το δεύτερο -ακόμα κι αν συμμαχούσε με δυο -τρία κόμματα, πλην ΚΚΕ και Χρυσής Αυγής- που όμως δεν θα υπάρχουν πλην ενός σε μια πεντακομματική Βουλή- μπορεί να κάνει κυβέρνηση.

Εδώ οι πολίτες πρέπει να αποδείξουν ότι δεν είναι ρομπότ. Οι επόμενες εκλογές θα είναι κατά κάποιο τρόπο ιδρυτικές για ένα νέο πολιτικό σκηνικό με την μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα είδος Δημοκρατικού Κόμματος και τη Νέα Δημοκρατία να αναζητά μια νέα ταυτότητα -που δεν της έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Θα πρέπει  να διαχειριστεί τις σχέσεις της με την Ακροδεξιά -που ενισχύεται για πρώτη φορά- και το περίφημο Κέντρο που εμφανίζεται ως μαγική εικόνα: οι μισοί ψηφοφόροι ανήκουν σ΄αυτό, αλλά ψηφίζουν κατά πλειοψηφία άλλα κόμματα.

Από το 2012 ζούμε το φαινόμενο της πολιτικής μετανάστευσης όπου οι ψηφοφόροι ενός άλλοτε ισχυρού κόμματος ψηφίζουν άλλα κόμματα στα οποία δεν ανήκουν ζώντας ένα είδος πολιτικής ομηρείας. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε 35%, αλλά δεν αύξησε την κομματική του βάση και στα συνδικάτα και τους δήμους είναι ακόμα ισχυρό το …ΠΑΣΟΚ -ένα κόμμα που πλέον δεν υπάρχει.

Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών και ποιος θα τις «κερδίσει» οι εκλογές αυτές θα λύσουν αυτό το «πρόβλημα» για να θέσουν προβλήματα ταυτότητας τόσο στη Νέα Δημοκρατία, όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ που δακρύζει όλο και πιο πολύ όταν ακούει το όνομα Ανδρέα Παπανδρέου- που μάλλον το Κινάλ- ένα κόμμα με όνομα κατάλληλο για απορρυπαντικό- ξέχασε το όνομά του.

Πετάξτε τις δημοσκοπήσεις -που καλούν τους πολίτες να «αποφασίσουν» τα αποτελέσματα που έχουν ήδη διαμορφώσει με ερωτήσεις που περιέχουν τις απαντήσεις. Οι εκλογές αυτές θα επανιδρύσουν τη σχέση των ψηφοφόρων με όλα τα κόμματα με καθοριστικό στοιχείο τους όχι το τι θα ψηφίσουν, αλλά αν θα πάνε να ψηφίσουν -πόσα και ποια κόμματα βλέπουν στην εικόνα.

Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα οι εκλογές αυτές όπου φαινομενικά οι ψηφοφόροι θα κληθούν να απαντήσουν σε ερωτήματα που αφορούν το παρελθόν θα καθορίσουν το μέλλον των κομμάτων που όσα δεν εξαφανιστούν θα κληθούν την επόμενη μέρα να θέσουν το ερώτημα τι είναι, που ανήκουν και τι πιστεύουν- χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα απαντήσουν ή ότι θα έχουν κατανοήσει τι συνέβη στην Ελλάδα την προηγούμενη -χαμένη- δεκαετία.