Κυριάκος Μητσοτάκης: Ανυπαρξίες

Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος

Ο Μητσοτάκης και ο Βορίδης έχουν παγιδευτεί σε ένα παιχνίδι ισορροπίας τρόμου και αμοιβαίων εκβιασμών που απολήγει σε βάρος της πολιτικής τάξης.

Απέχω από την ψηφοφορία έγκρισης νόμου σημαίνει ότι δεν τον ψηφίζω. Δεν τον ψηφίζω σημαίνει ότι διαφωνώ με το περιεχόμενό του. Διαφωνώ με τον νόμο σημαίνει διαφωνώ με την κυβέρνηση.

Ουδείς μπορεί να υποχρεώσει βουλευτή – ακόμη και της πλειοψηφίας – να ψηφίσει νόμο πού εισηγείται η κυβέρνηση στην οποία έχει δώσει ψήφο εμπιστοσύνης.

Αλλά η ιδιότητα του βουλευτή δεν αίρεται, με απόφαση του Πρωθυπουργού. Τη διατηρεί και όταν διαφωνεί μαζί του. Ακόμη και όταν αποσύρει την εμπιστοσύνη του.

Με τον υπουργό είναι διαφορετικά. Βρίσκεται στη θέση του αποκλειστικά χάρη στην εμπιστοσύνη του Πρωθυπουργού. Όποτε θέλει, τον «αποσχηματίζει».

Γι’ αυτό – πολιτικά, συνταγματικά και κοινοβουλευτικά – δεν νοείται διαφωνία υπουργού με τον Πρωθυπουργό. Αν διαφωνεί, παραιτείται. Ή αποπέμπεται.

Το σημείωσαν, με αφορμή τον νόμο για τον γάμο των ομόφυλων, πολλοί – και από τη ΝΔ. Μεταξύ τους και ο… Μάκης Βορίδης.

Αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δική του ερμηνεία του Συντάγματος, του Κανονισμού της Βουλής, των πολιτικών και της κοινοβουλευτικής πρακτικής.

Πχ με την ιδιωτικοποίηση των ΑΕΙ, εισήγαγε την πατέντα ότι μπορεί να παραβιάζει το άρθρο του Συντάγματος που ορίζει τον χαρακτήρα τους, προσφεύγοντας σε άλλο άρθρο που αφορά το… διακρατικό εμπόριο!

Μπορεί να διατηρεί τη συνοχή της Κοινοβουλευτικής του Ομάδας, κρατώντας στην αίθουσα της Βουλής όσους θα ψηφίσουν τον νόμο και στέλνοντας για καφέ όσους δεν προτίθενται.

Τώρα επέκτεινε τον θεσμικό στραγγαλισμό και στη λειτουργία του υπουργικού Συμβουλίου, παρέχοντας στον Βορίδη ασυλία διαφωνίας δια της «αποχής».

Πρακτικά τον εξευτελίζει: τον υποβιβάζει στο καθεστώς του βουλευτή και εμμέσως του υποδεικνύει ότι η θετική ψήφος του δεν είναι απαραίτητη – αφού δεν έχει και καμία ουσιώδη αρμοδιότητα.

Αντί να εισηγηθεί τον νόμο -αφού δεν είναι για τις πλάτες της Ζαχαράκη – τον σκαντζάρει ο Σκέρτσος, αλλά κάνει πως ψιχαλίζει.

Ακόμη και το υπονοούμενο ότι θα πάρει τον δρόμο της εξόδου – και θα τον βρουν μπροστά τους ως αρχηγό της Ακροδεξιάς – εξαερώθηκε με την αντιμετώπισή του από τον Μητσοτάκη, ως… ασήμαντο μέγεθος.

Το 1995 ο Σημίτης προσπάθησε πουλήσει τσαμπουκά στον Ανδρέα Παπανδρέου, λέγοντας ότι «οι υπουργοί δεν είναι υπάλληλοι».

Αλλά δεν διανοήθηκε να διαχωρίσει τη θέση του σε ψηφοφορία, γνωρίζοντας ότι στον επόμενο τόνο θα έθετε εαυτόν εκτός κυβέρνησης.

Ο Μητσοτάκης και ο Βορίδης έχουν παγιδευτεί σε ένα παιχνίδι ισορροπίας τρόμου και αμοιβαίων εκβιασμών που απολήγει σε βάρος της πολιτικής τάξης.

Ο ένας φοβάται τον άλλον για τη ζημιά που μπορεί να του κάνει. Αλλά ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος κρίνει πως ήλθε η στιγμή να την κάνει.

Σ’ αυτή την οιονεί «συμφωνία κυρίων» (;), ο Μητσοτάκης είναι ανύπαρκτος Πρωθυπουργός και ο Βορίδης ανύπαρκτος υπουργός.

ΑΠΟ ΤΟ IEIDISEIS.GR