Ο αλγόριθμος των κοινωνικών μετασχηματισμών: κοινωνικές διεκδικήσεις και προσαρμογή του συστήματος

Του Σωκράτη Αργύρη

 Η ιστορία της τεχνολογικής εξέλιξης είναι γεμάτη από υπόκωφες επαναστάσεις που περίμεναν δεκαετίες στα ράφια της ακαδημαϊκής λήθης μέχρι να βρουν τα υλικά μέσα για να μετουσιωθούν σε κυρίαρχη πραγματικότητα. 

Το 1974, ένας νεαρός Αμερικανός μαθηματικός στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ο Πολ Γουέρμπος (Paul Werbos), κατέθεσε μια διδακτορική διατριβή που περιέγραφε λεπτομερώς τον αλγόριθμο της οπισθοδιάδοσης σφάλματος (backpropagation). Σε μια εποχή που η τεχνητή νοημοσύνη βρισκόταν εγκλωβισμένη στον πρώτο της «χειμώνα», η ιδέα του Γουέρμπος —μια μαθηματική μέθοδος που επιτρέπει στα τεχνητά νευρωνικά δίκτυα να μαθαίνουν από τα λάθη τους προσαρμόζοντας αναδρομικά τα εσωτερικά τους βάρη— αντιμετωπίστηκε με παγερή αδιαφορία. 

Χρειάστηκε να περάσουν σαράντα χρόνια, να συσσωρευτούν δυσθεώρητοι όγκοι δεδομένων και να αναπτυχθούν πανίσχυροι επεξεργαστές, ώστε αυτή η ξεχασμένη μαθηματική μήτρα να γίνει η καρδιά της σύγχρονης βαθιάς μάθησης. Όταν όμως η οπισθοδιάδοση σφάλματος άλλαξε τελικά τον κόσμο, το όνομα του Γουέρμπος είχε ήδη απωθηθεί στο περιθώριο των υποσημειώσεων. 

Τα φώτα της δημοσιότητας και η δόξα της ψηφιακής επανάστασης στράφηκαν κυρίως στους μεταγενέστερους ερευνητές που συστηματοποίησαν, διέδωσαν και κατέστησαν πρακτικά εφαρμόσιμη την ιδέα.

Αυτή η μοίρα της οπισθοδιάδοσης σφάλματος —μια ριζοσπαστική θεωρητική σύλληψη που γεννιέται στην αφάνεια, αγνοείται από το κατεστημένο, οικειοποιείται από άλλους και τελικά μεταμορφώνει το σύστημα χωρίς να δικαιώσει τον αρχικό της δημιουργό— παρουσιάζει μια βαθιά, σχεδόν ειρωνική αναλογία με την ιστορική διαδρομή και την πολιτική σκέψη της Αριστεράς.

Για να κατανοήσουμε αυτή την πολιτική διάσταση, πρέπει να απογυμνώσουμε τον αλγόριθμο από τον τεχνολογικό του μυστικισμό και να τον δούμε στην καθαρή, μαθηματική του μορφή. Στην ουσία της, η μέθοδος του Γουέρμπος έλυσε ένα θεμελιώδες πρόβλημα: πώς μπορεί να εκπαιδευτεί ένας «κρυφός» νευρώνας που βρίσκεται βαθιά μέσα σε ένα δίκτυο, όταν δεν έχουμε απευθείας πρόσβαση σε αυτόν, παρά μόνο στα τελικά δεδομένα εξόδου. 

Η μαθηματική καρδιά του backpropagation βασίζεται στον κανόνα της αλυσίδας του διαφορικού λογισμού. Το δίκτυο δέχεται μια εισαγωγή, εκτελεί μια εμπρόσθια πάσα μεταβιβάζοντας δεδομένα από επίπεδο σε επίπεδο και παράγει μια έξοδο. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτό που παρήγαγε το δίκτυο και στην πραγματική, επιθυμητή τιμή ορίζεται ως η συνάρτηση σφάλματος. Εδώ ξεκινά η οπισθοδιάδοση: το σφάλμα μεταδίδεται προς τα πίσω, από το τελευταίο επίπεδο προς το πρώτο. Χρησιμοποιώντας τον κανόνα της αλυσίδας, ο αλγόριθμος υπολογίζει την κλίση του σφάλματος ως προς κάθε εσωτερικό βάρος, δείχνοντας πόσο και προς ποια κατεύθυνση πρέπει να αλλάξει η σύνδεση μεταξύ των νευρώνων για να μειωθεί η αποτυχία. 

Τα βάρη ενημερώνονται με τη μέθοδο της κλιμακωτής καθόδου, όπου ένας ρυθμός μάθησης ορίζει το μέγεθος του διορθωτικού βήματος. Αν το βήμα είναι πολύ μικρό ή αν λείπει η απαραίτητη δυναμική, το σύστημα παγιδεύεται σε ένα τοπικό ελάχιστο: μια περιοχή όπου η κλίση είναι μηδενική, δίνοντας την ψευδαίσθηση της βέλτιστης λύσης, ενώ η πραγματικά καθολική λύση βρίσκεται πολύ μακρύτερα.

Αυτή η μαθηματική δυναμική της διαρκούς αυτοκριτικής και της αναδρομικής διόρθωσης με βάση το αποτέλεσμα μοιάζει εκπληκτικά με την αριστερή παράδοση της διαλεκτικής. Η Αριστερά, από τις μαρξιστικές της απαρχές, αυτοπροσδιορίζεται ως μια ζωντανή μέθοδος ανάλυσης που πρέπει να προσαρμόζει τη στρατηγική της με βάση τα «σφάλματα» της ιστορικής πράξης. Η θεωρητική επεξεργασία της Αριστεράς παρουσιάζει δομικές ομοιότητες με έναν κοινωνικό μηχανισμό οπισθοδιάδοσης: εξετάζει την κοινωνική αδικία, εντοπίζει τις δομικές αιτίες στις ρίζες του συστήματος και επιχειρεί να αναδιανέμει την ισχύ και τους πόρους.

Ωστόσο, όπως ακριβώς η ιδέα του Γουέρμπος έπρεπε να περιμένει τις κατάλληλες υλικές συνθήκες για να λειτουργήσει, έτσι και οι ιδέες της Αριστεράς προσκρούουν στην ιστορική αναντιστοιχία. Παράγουν ριζοσπαστικές αναλύσεις σε περιόδους που η κυρίαρχη πολιτική και οικονομική δομή τις απορρίπτει ως ουτοπικές, για να τις οικειοποιηθεί αργότερα, όταν το ίδιο το σύστημα τις χρειαστεί για τη δική του σταθερότητα.

Στο κοινωνικό πεδίο, οι ριζοσπαστικές διεκδικήσεις λειτουργούν ως το σφάλμα που διαταράσσει τη συστημική ισορροπία. 

Αντί όμως ο καπιταλισμός να καταρρεύσει, χρησιμοποιεί έναν ιδιότυπο πολιτικό αλγόριθμο οπισθοδιάδοσης για να απορροφήσει την πίεση, να αναδιανέμει τις παραχωρήσεις και να ενσωματώσει το αίτημα, εξουδετερώνοντας την ανατρεπτική του δυναμική.

Στη γλώσσα της πολιτικής οικονομίας, η διαδικασία αυτή περιγράφεται από τον Αντόνιο Γκράμσι ως «παθητική επανάσταση»: ο τρόπος με τον οποίο οι άρχουσες τάξεις υιοθετούν τα αιτήματα των υποτελών στρωμάτων για να ενσωματώσουν μέρος των διεκδικήσεών τους και να περιορίσουν τη δυναμική της σύγκρουσης.

 Η ιστορία του 20ού αιώνα προσφέρει εμβληματικά παραδείγματα αυτής της πλαστικότητας του συστήματος, ξεκινώντας από τη θεσμοθέτηση του οκταώρου και των πληρωμένων αδειών το 1936 στη Γαλλία. Για την Αριστερά του Λαϊκού Μετώπου, η κατάκτηση του ελεύθερου χρόνου ήταν ένα εργαλείο βαθιάς χειραφέτησης, μια προσπάθεια να αποσπαστεί η ανθρώπινη ζωή από την απόλυτη κυριαρχία του εμπορεύματος.

Η κατάκτηση του ελεύθερου χρόνου διεύρυνε πραγματικά την αυτονομία των εργαζομένων. Ταυτόχρονα όμως δημιούργησε τις κοινωνικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη νέων αγορών, από τον μαζικό τουρισμό έως τη βιομηχανία του θεάματος. Το κεφάλαιο γρήγορα συνέλαβε αυτό το νέο πεδίο συσσώρευσης. Ο ελεύθερος χρόνος των εργαζομένων δεν αποτελούσε πλέον μόνο μια κοινωνική παραχώρηση αλλά και μια οικονομική ευκαιρία. Χωρίς χρόνο για κατανάλωση, η βιομηχανία δεν θα μπορούσε να απορροφήσει τα προϊόντα της φορντικής γραμμής παραγωγής.

Η μεταρρύθμιση που σχεδιάστηκε για να διευρύνει τον χώρο κοινωνικής χειραφέτησης συνέβαλε ταυτόχρονα στη συγκρότηση νέων μορφών κατανάλωσης και νέων πεδίων κερδοφορίας. Η βιομηχανία των διακοπών, του θεάματος και της αναψυχής αναπτύχθηκε ακριβώς πάνω σε αυτή τη νέα ιστορική πραγματικότητα.

Με ανάλογο τρόπο εξελίχθηκε η οικοδόμηση του μεταπολεμικού Κράτους Πρόνοιας στην Ευρώπη. Υπό την πίεση του σοβιετικού ανταγωνισμού μετά το 1945, οι δυτικές ελίτ αποδέχτηκαν τις καθολικές παροχές υγείας και παιδείας, τις οποίες η Αριστερά οραματιζόταν ως την απο-εμπορευματοποίηση των βασικών ανθρώπινων αναγκών. Το σύστημα ενσωμάτωσε αυτές τις δομές ως μια μακροπρόθεσμη επένδυση στην ίδια την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, καθώς ένα υγιές και μορφωμένο εργατικό δυναμικό είναι πολύ πιο αποδοτικό, ενώ τα κοινωνικά δικαιώματα λειτούργησαν ως ο απόλυτος σταθεροποιητής ενάντια στις επαναστατικές εξεγέρσεις. 

Ακόμα και εκεί που η Αριστερά επιχείρησε να αμφισβητήσει την εξουσία μέσα στους χώρους παραγωγής, όπως με τον θεσμό της Συνδιοίκησης στη Δυτική Γερμανία των δεκαετιών του 1960 και 1970, το αποτέλεσμα ήταν η αφομοίωση. Η συμμετοχή των εργαζομένων στα διοικητικά συμβούλια των μεγάλων βιομηχανιών, αντί να αποτελέσει προγεφύρωμα για τον εργατικό έλεγχο, μετέτρεψε τα συνδικάτα σε εγγυητές της κοινωνικής ειρήνης, αναγκάζοντάς τα σε περιόδους κρίσης να πείθουν τη βάση για την ανάγκη θυσιών στο όνομα της εταιρικής ανταγωνιστικότητας.

Αυτή η διαρκής κίνηση της ενσωμάτωσης αναδεικνύει την κοινή παγίδα που μοιράζονται η οπισθοδιάδοση σφάλματος και η μεταρρυθμιστική πολιτική: τον εγκλωβισμό στο τοπικό ελάχιστο. Όταν η Αριστερά επιλέγει τον δρόμο του καθαρού ρεφορμισμού, λειτουργεί ακριβώς όπως η κλιμακωτή κάθοδος που αναζητά λύσεις κάνοντας μόνο μικρά, τοπικά βήματα. Διορθώνει τα άμεσα σφάλματα —έναν μισθό, μια κοινωνική παροχή— αλλά παραμένει εγκλωβισμένη στη βασική αρχιτεκτονική του καπιταλιστικού συστήματος. Κάθε μικρή βελτίωση μειώνει την κοινωνική πίεση, κάνοντας το σύστημα να φαίνεται σταθερό και βέλτιστο, ενώ η ριζική λύση των δομικών αντιθέσεων απαιτεί ένα άλμα έξω από αυτή τη μαθηματική κοιλάδα. 

Ο αλγόριθμος του Πολ Γουέρμπος σχεδιάστηκε για να βελτιστοποιεί ένα σύστημα μέσα στα όρια των δεδομένων που του παρέχονταν, χωρίς να μπορεί να αναγκάσει το σύστημα να αμφισβητήσει τη φύση των ίδιων των δεδομένων. Με τον ίδιο τρόπο, η ιστορική Αριστερά, όταν μετατρέπεται σε έναν τεχνοκρατικό μηχανισμό διαχείρισης και αυτοδιόρθωσης, χάνει την ικανότητά της να παράγει το καινούργιο, εξασφαλίζοντας τελικά ότι η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων θα συνεχίσει να λειτουργεί πιο αποδοτικά.

Σήμερα, στον 21ο αιώνα, η σύγκλιση αυτή αποκτά μια ακόμη πιο ειρωνική τροπή, καθώς ο καπιταλισμός της πλατφόρμας χρησιμοποιεί αυτούς ακριβώς τους αλγορίθμους βαθιάς μάθησης για να αποδομήσει τις ιστορικές κοινωνικές κατακτήσεις.

Η οπισθοδιάδοση σφάλματος, που κάποτε γεννήθηκε στην ακαδημαϊκή αφάνεια, τροφοδοτεί τώρα τα συστήματα που οργανώνουν την εργασία στην πλατφορμοποιημένη οικονομία, μετατρέποντας τον εργαζόμενο σε ένα διαρκώς παρακολουθούμενο σημείο δεδομένων και υπονομεύοντας στην πράξη το οκτάωρο και τη σταθερή απασχόληση. 

Το παράδειγμα του Πολ Γουέρμπος μάς υπενθυμίζει ότι η ιστορία δεν είναι μια γραμμική πορεία δικαιοσύνης, αλλά ένα πεδίο ασύμμετρων δυνάμεων, όπου η γνώση και η ιδεολογία επικρατούν μόνο όταν εξυπηρετούν τις ανάγκες των κυρίαρχων υλικών δομών. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν η διαδικασία της μάθησης από τα λάθη του παρελθόντος μπορεί τελικά να οδηγήσει σε μια πραγματική υπέρβαση της δομικής αρχιτεκτονικής.

Διότι ένα σύστημα που μαθαίνει μόνο για να επιβιώνει μπορεί να γίνει εξαιρετικά ευφυές χωρίς να γίνει ποτέ πραγματικά διαφορετικό.