Τι είναι …ο ΣΥΡΙΖΑ;

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Καθόμουν τις προάλλες στη βεράντα, ξεφυλλίζοντας ένα παλιό αναγνωστικό του δημοτικού, από εκείνα τα ευλογημένα βιβλία που μύριζαν φρεσκοτυπωμένο χαρτί και πατριδογνωσία, όταν το μάτι μου έπεσε στο περίφημο ποίημα του Ιωάννη Πολέμη. «Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είναι οι κάμποι; Μην είναι τα άσπαρτα ψηλά βουνά; Μην είναι ο ήλιος της, που λάμπει; Μην είναι τ’ άστρα της τα φωτεινά;» Αναρίγησα, ομολογώ, από μια γλυκιά νοσταλγία. Ο ποιητής έψαχνε να βρει την ουσία της εθνικής μας υπόστασης ανάμεσα σε ακρογιαλιές, γαλανές σημαίες και αρχαία μάρμαρα.

Κι εκεί που ήμουν έτοιμος να δακρύσω από εθνική συγκίνηση, άνοιξα την τηλεόραση για να δω τις ειδήσεις. Παραβάν, φωνές, αποκλεισμοί, υπογραφές, Zoom, ξενοδοχεία, διασπάσεις, εξώδικα και μια ατμόσφαιρα που θύμιζε κάτι μεταξύ δικαστικού θρίλερ και επιθεώρησης του Δελφιναρίου. Και τότε, αγαπητοί μου αναγνώστες, μου ήρθε η φλασιά. Αν ζούσε σήμερα ο Πολέμης και είχε την ατυχία να παρακολουθεί τα πολιτικά δρώμενα αυτής της δύσμοιρης χώρας μετά το σωτήριο έτος 2023, δεν θα αναρωτιόταν για την πατρίδα. Θα έβαζε το χέρι στο μάγουλο, θα κοίταζε το υπερθέαμα και θα έγραφε μια νέα, εκσυγχρονισμένη εκδοχή: Τι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ; Μην είναι οι κάμποι της Κουμουνδούρου; Μην είναι τα άσπαρτα ψηλά ποσοστά που χάθηκαν στον ορίζοντα; Μην είναι το TikTok που λάμπει; Μην είναι τα στελέχη του τα φωτεινά που σφάζονται με το βαμβάκι στα πρωινάδικα;

Γιατί, κακά τα ψέματα, το ερώτημα δεν είναι πλέον ιδεολογικό, είναι καθαρά υπαρξιακό και μεταφυσικό. Μετά τις διπλές εκλογές του 2023, όπου το εκλογικό σώμα τους προσγείωσε ανώμαλα στην πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ μεταλλάχθηκε σε ένα ζωντανό πείραμα της πολιτικής επιστήμης, ή μάλλον της ψυχιατρικής. Μέχρι τότε ξέραμε την Αριστερά των αγώνων, των φυλακίσεων, των ατελείωτων θεωρητικών αναλύσεων για τον Μαρξ, τον Λένιν και τον Γκράμσι. Ξέραμε τους συντρόφους που κάπνιζαν βαριά τσιγάρα, φορούσαν ζιβάγκο και τσακώνονταν για μια υποσημείωση στη σελίδα 450 του Κεφαλαίου. Ξαφνικά, μέσα σε λίγους μήνες, όλα αυτά διαγράφηκαν με μια μονοκονδυλιά. Η ιστορία γύρισε σελίδα και μπήκαμε στην εποχή του μεταμοντερνισμού, όπου η πάλη των τάξεων αντικαταστάθηκε από την πάλη των followers.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι απέμεινε από εκείνο το κόμμα που κάποτε κυβέρνησε τη χώρα και υποσχόταν να βαράει τα νταούλια και να χορεύουν οι αγορές. Μην είναι οι αναμνήσεις από τα παλιά μεγαλεία; Τότε που ο Αλέξης, με το χαμόγελο της σιγουριάς και την ανοιχτή γιακά χωρίς γραβάτα, γέμιζε τις πλατείες και έκανε τους Ευρωπαίους ηγέτες να χάνουν τον ύπνο τους; Αυτός ο ίδιος Αλέξης που, βλέποντας το καράβι να μπάζει νερά από παντού το 2023, αποφάσισε να κάνει μια ηρωική έξοδο, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά που κανείς δεν ήξερε τι να την κάνει. Και κάπου εκεί, μέσα από την ομίχλη της απογοήτευσης και της εσωκομματικής κατάθλιψης, εμφανίστηκε ο από μηχανής θεός. Ή μάλλον, ο από την Αμερική εφοπλιστής.

Μην είναι, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ ο Στέφανος; Ένα παλικάρι αστραφτερό, με άψογα αγγλικά, λευκά πουκάμισα, γυμνασμένο σώμα και έναν σκύλο ονόματι Φάρλι που έγινε πιο διάσημος από το μισό πολιτικό γραφείο; Ήταν μια συγκλονιστική στιγμή για την ελληνική πολιτική ιστορία. Οι παλιοί, μπαρουτοκαπνισμένοι αριστεροί, που είχαν φάει τη ζωή τους στα πεζοδρόμια, βρέθηκαν ξαφνικά να υποκλίνονται σε έναν άνθρωπο που δεν ήξερε τι σημαίνει «κομματική βάση» αλλά ήξερε πολύ καλά πώς να κάνει live μετάδοση από το γυμναστήριο. Και το κόμμα, από φορέας της ριζοσπαστικής ανατροπής, μετατράπηκε σε μια απέραντη παραγωγή του Netflix. Κάθε μέρα κι ένα νέο επεισόδιο. Κάθε βδομάδα κι ένας νέος καυγάς. «Μας κάνει σαμποτάζ το βαθύ κόμμα», φώναζε η μία πλευρά. «Είναι ξένο σώμα, είναι φυτευτός», οδυρόταν η άλλη.

Και οι μήνες περνούσαν, και τα ποσοστά έπεφταν, αλλά το θέαμα παρέμενε πρώτης ποιότητας. Αν ο Ψαθάς ζούσε σήμερα, δεν θα χρειαζόταν να εφεύρει τον «Φον Δημητράκη» ή τον «Ζηλιαρόγατο». Θα του αρκούσε να κάτσει με ένα μπλοκάκι σε μια συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής. Εκεί όπου οι σύντροφοι, αντί να συζητούν για την ακρίβεια, για την παιδεία ή για την υγεία, κάθονται και μετρούν κουκιά. Κι όχι μόνο κουκιά στην αίθουσα, αλλά και κουκιά στις οθόνες των υπολογιστών. «Έχουμε απαρτία;» ρωτάει ο ένας. «Όχι, γιατί ο τάδε συνδέθηκε από το Zoom αλλά ξέχασε να ανοίξει την κάμερα και δεν ξέρουμε αν είναι αυτός ή η πεθερά του», απαντάει ο άλλος. «Ο δείνα έστειλε υπογραφή με Viber, αλλά η υπογραφή μοιάζει με μουτζούρα, άρα δεν μετράει».

Είναι να απορεί κανείς με την υπομονή του ελληνικού λαού, ο οποίος παρακολουθεί αυτό το απίστευτο γαϊτανάκι. Μην είναι, τελικά, ο ΣΥΡΙΖΑ οι διασπάσεις του; Διότι, όπως αποδείχθηκε, η κυτταρική διαίρεση δεν είναι μόνο βιολογικό φαινόμενο, είναι και πολιτικό. Μόλις κάποιος διαφωνήσει, παίρνει τα κουβαδάκια του, ιδρύει ένα νέο κόμμα, παίρνει μαζί του και καμιά δεκαριά βουλευτές και δηλώνει ότι αυτός είναι ο γνήσιος εκφραστής της Αριστεράς. Έτσι, καταλήξαμε να έχουμε περισσότερα αριστερά κόμματα από όσα είναι τα μέλη τους. Κι όλοι μαζί να αναρωτιούνται γιατί ο Μητσοτάκης κάνει περίπατο στις δημοσκοπήσεις, την ώρα που η κοινωνία στενάζει. Μα, χρυσέ μου άνθρωπε, όταν ο άλλος καίγεται να μάθει αν ο Κασσελάκης θα κάνει γάμο στην Κρήτη ή αν η Όλγα η Γεροβασίλη τον κοίταξε λοξά στο συνέδριο, πού να βρεθεί χρόνος για την ακρίβεια στα σούπερ μάρκετ;

Το αποκορύφωμα, βέβαια, έρχεται σε αυτές τις περίφημες συνεδριάσεις σε κεντρικά ξενοδοχεία της Αθήνας. Εκεί παίζεται η τελευταία πράξη του δράματος, που θυμίζει έντονα σκηνικό από ταινία του Κωνσταντάρα. Στελέχη που κάποτε μοιράζονταν το ίδιο κομμάτι ψωμί στις πορείες, τώρα ανταλλάσσουν εξώδικα και απειλούν με μηνύσεις. «Είσαι έκπτωτος!» φωνάζει ο ένας. «Είσαι πραξικοπηματίας!» απαντά ο άλλος. Κι από πίσω, οι κάμερες των καναλιών να καταγράφουν κάθε μορφασμό, κάθε ψίθυρο στους διαδρόμους, κάθε ειρωνικό χαμόγελο.

Αν, λοιπόν, με ρωτήσει κάποιος σήμερα, με το χέρι στην καρδιά, «τι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ;», θα του απαντήσω με τη σοβαρότητα ενός ανθρώπου που έχει δει πολλά σε αυτή τη ζωή. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πια κόμμα. Είναι μια κατάσταση του πνεύματος. Είναι η απόδειξη ότι στην Ελλάδα η πολιτική μπορεί να ξεπεράσει σε φαντασία ακόμα και τον πιο ευρηματικό σεναριογράφο. Είναι ένας θίασος που αρνείται να κατέβει από τη σκηνή, παρόλο που το κοινό έχει αρχίσει να ζητάει τα λεφτά του πίσω. Είναι μια ατελείωτη σειρά από «συνέδρια της οργής», όπου όλοι μιλούν ταυτόχρονα και κανείς δεν ακούει κανέναν.

«Όλα της, ομολογώ, είναι αγαπημένα», έγραφε ο Πολέμης για την πατρίδα. Για τον ΣΥΡΙΖΑ, φοβάμαι ότι ισχύει το αντίθετο: όλα τους είναι πλέον ακατανόητα. Κι ενώ ο κόσμος προχωράει, η τεχνητή νοημοσύνη κατακτά τον πλανήτη και οι γεωπολιτικές ισορροπίες αλλάζουν, οι σύντροφοι στην Αθήνα θα συνεχίσουν να μαλώνουν για το αν η ψηφοφορία πρέπει να γίνει με κάλπη, με ανάταση του χεριού ή με σήματα καπνού. Κι αν ποτέ βρεθείτε έξω από το Wyndham ή την Κουμουνδούρου και ακούσετε φωνές, μην τρομάξετε. Δεν γίνεται επανάσταση. Απλώς κάποιοι άνθρωποι προσπαθούν ακόμα να καταλάβουν τι είναι αυτό που ζουν, ψάχνοντας την απάντηση σε ένα ποίημα που δυστυχώς δεν γράφτηκε γι’ αυτούς.

(Συνεχίζεται)