
Του Θωμά Νούσια
Σαράντα οκτώ χρόνια ΠΑΣΟΚ (3η του Σεπτέμβρη σήμερα) και οι ‘Ελληνες παραμένουν διχασμένοι: Ευλογία η «Αλλαγή» για τους μεν, κατάρα για τους δε. Άσπρο-μαύρο, χωρίς άλλες αποχρώσεις.
Πολιτικούς και κόμματα, μάθαμε να τους χωρίζουμε σε καλούς και κακούς, όπως στα γουέστερν. Να επιχειρούσαμε, μακριά από αγιογραφίες και δαιμονοποιήσεις, να καταγράψουμε με νηφαλιότητα τα θετικά, τα αρνητικά και τις ιδιαιτερότητες καθενός; Αδιανόητο!
Οι δεκαετίες που πέρασαν θα έπρεπε να αποτελούν απόσταση ασφαλείας, εγγύηση ωριμότητας και ψύχραιμης αποτίμησης, απαλλαγμένης από πάθη και σκοπιμότητες. Θα έπρεπε να έχουν μπει στο χρονοντούλαπο τής ιστορίας τα ιδεοληπτικά κουτάκια: «Κλέφτες οι πασόκοι (οι άλλοι ούτε που το είχαν ακουστά το σπορ!), πατριώτες οι δεξιοί, σφάζουν… με τα κονσερβοκούτια οι κουκουέδες». Και ανάποδα: «Ταγματασφαλίτες και μαυραγορίτες οι συντηρητικοί, οσιομάρτυρες οι αριστεροί». Όλοι όμως!
Ανήκα στους φανατικούς αντιπασόκ. Τον στόχο του Ανδρέα για «βάθεμα και πλάτεμα της δημοκρατίας» τον ειρωνευόμουν, «θυμίζει σκάψιμο τάφου» σχολίαζα εξυπναδίστικα. Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να συνειδητοποιήσω πως δεν επρόκειτο για σχήμα λόγου. Ακόμα κι αν δεν είχε πετύχει τίποτε άλλο η «Αλλαγή», η κατάργηση των διακρίσεων αρκούσε για να δικαιώσει την ύπαρξή της.
Μέχρι το ’81, όλοι οι πολίτες ήταν ίσοι. Κάποιοι όμως ήταν πιο ίσοι. Οι μισοί Έλληνες παρέμεναν στο περιθώριο, δεν είχαν φωνή, δεν είχαν ίδια δικαιώματα και ευκαιρίες με τους άλλους. Πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι δεν υπήρχαν μετά το ’74, αλλά διορισμοί, δουλειές με το δημόσιο, δάνεια και κάθε είδους ευνοϊκή μεταχείριση ήταν ακόμα προνόμιο των «δικών μας».
1979. Γνωστός μου νεαρός που υπηρετεί τη θητεία του πληροφορείται κατάπληκτος ότι δεν μπορεί να γίνει αξιωματικός γιατί «έχει φάκελο». Ο πατέρας του όμως ανήκει στους καλούς «πελάτες» κορυφαίου υπουργού (πολλά ψηφαλάκια) και έτσι κατορθώνει να μάθει το περιεχόμενο τού επτασφράγιστου φακέλου: «Εθεάθη να αναγιγνώσκει την εφημερίδα ”Ελευθεροτυπία”»! Απόδειξη ότι το φακέλωμα συνεχιζόταν απρόσκοπτα και μετά τη χούντα, αφού η «Ελευθεροτυπία» ιδρύθηκε το ’75.
Στην εφημερίδα που εργαζόμουν το 1980, ένας δάσκαλος έγραφε με ψευδώνυμο αθώα, ακίνδυνα χρονογραφήματα. ‘Εμπαινε στα γραφεία μας με χίλιες προφυλάξεις, λες και έφερνε προκηρύξεις της «17 Νοέμβρη», και μας όρκιζε να μην αποκαλύψουμε σε κανέναν το όνομά του, γιατί η αρθρογραφία ήταν ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και φοβόταν για τη θέση του…
Ο άνδρας και η γυναίκα που έκαναν την ίδια ακριβώς δουλειά, με τις ίδιες σπουδές, χρόνια υπηρεσίας και υποχρεώσεις, δεν είχαν τον ίδιο μισθό. Η γυναίκα ήταν πολίτης β’ κατηγορίας.
Η εθνική μας αντίσταση κατά των κατακτητών αποτελούσε θέμα ταμπού για το οποίο έπρεπε να νιώθουμε ντροπή αντί για υπερηφάνεια. Οι αγωνιστές έκρυβαν το παρελθόν τους για να μη βρουν τον μπελά τους.
Τηλεόραση και ραδιόφωνο, κρατικό μονοπώλιο τότε, μετέδιδαν δηλώσεις και ανακοινώσεις μόνο της κυβέρνησης και ποτέ της αντιπολίτευσης. Γιατί, όπως έλεγε ο Καραμανλής, η αντιπολίτευση δεν παράγει έργο ώστε να δικαιούται προβολή.
Πολλά ακόμα που σήμερα θεωρούνται αυτονόητα (προσλήψεις με ΑΣΕΠ και όχι με «δόντι», ΕΣΥ και δωρεάν περίθαλψη, αργότερα ΚΕΠ, «Διαύγεια» και τόσα άλλα), πριν το ’81 ήταν αδιανόητα. Την Αλλαγή οφείλουμε να την αναγνωρίσουμε και να την πιστώσουμε στον Ανδρέα Παπανδρέου και στο ΠΑΣΟΚ από τούτη τη χρονική απόσταση ασφαλείας, όπου κι αν ανήκουμε πολιτικά. Χωρίς να ξεχνούμε τα ουκ ολίγα λάθη και αμαρτίες του «κινήματος», με σοβαρότερο τη συνθηκολόγηση, τον συμβιβασμό τελικά με τα οργανωμένα συμφέροντα που διαχρονικά λυμαίνονται τη χώρα.
Το ΠΑΣΟΚ της Αλλαγής, με όλα τα συν και τα μείον, γεννήθηκε σαν σήμερα πριν 48 χρόνια και πέθανε μαζί με τον ιδρυτή του. Δεν έμοιαζε σε τίποτα με το «εκσυγχρονιστικό» του Σημίτη και του μεγάλου πάρτι, ούτε μ’ εκείνο της άτυχης παρένθεσης Γιώργου Παπανδρέου. Πολύ περισσότερο, δεν είχε τίποτα κοινό με το μετέπειτα μεταλλαγμένο ΠΑΣΟΚ με τις πολλές ονομασίες και την απόλυτη συμπόρευση και ταύτιση με τη Νέα Δημοκρατία στα πάντα: στις νεοφιλελεύθερες επιλογές, στο κουκούλωμα των σκανδάλων, στην διαιώνιση του πελατειακού κράτους, της διαπλοκής και της σαπίλας που μας οδήγησαν στο σημερινό κατάντημα.
