Με ποιόν να πας και ποιόν ν’ αφήσεις

Του Γιώργου Μπράμου

Προ­σπά­θη­σα να γρά­ψω κάτι, για τον πραγ­μα­τι­σμό του Τσί­πρα και την στρο­φή του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ προς την σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία. Σεμνύ­νο­μαι να επι­μέ­νω ότι θε­ω­ρώ τον εαυ­τό μου-με την πνευ­μα­τι­κή και προ­σω­πι­κή μου συ­γκρό­τη­ση- ως Αρι­στε­ρό. Θεωρώ ότι η «κω­λο­τού­μπα» του πρω­θυ­πουρ­γού, απο­δεί­χθη­κε «σω­τή­ρια» για τον τόπο, έστω κι αν ήταν μια κα­θο­ρι­στι­κή διά­ψευ­ση, ήττα και απα­τε­ω­νιά. Σκε­φτεί­τε να είχε πε­ρά­σει του Γιάνη, της Ζωής και του Πανα­γιώ­τη. Ψεύ­της και καρ­πα­ζοει­σπρά­χτο­ρας ο λε­γά­με­νος, αλλά του­λά­χι­στον δεν κλαί­με (ακό­μα!) για νέες χα­μέ­νες πα­τρί­δες. Κρα­τώ­ντας κά­ποιους πα­λιούς, αν­θε­κτι­κούς δε­σμούς με πρό­σω­πα του χώ­ρου, αφου­γκρα­ζό­μουν τις αγω­νί­ες, τις εθε­λο­τυ­φλί­ες, τα πεί­σμα­τα τους, στην λο­γι­κή «να μη χα­θεί κι αυτή η ευ­και­ρία» και «δί­κιο έχεις, αλλά εί­ναι άγου­ροι ακό­μα, πιέ­ζο­νται από πα­ντού, θα μά­θουν. Ο­ Μικρός έχει αστέ­ρι». Σίγου­ρα εί­ναι με­τα­φυ­σι­κές προ­σεγ­γί­σεις, αλλά ποιος λέει πως οι Αρι­στε­ροί δεν εί­ναι βα­θιά θρη­σκευό­με­νοι.

Δια­βά­ζω, με ανοι­χτό, νο­μί­ζω, μυα­λό, τα όσα πρό­σφα­τα υπο­στη­ρί­ζει ο κα­θη­γη­τής κ. Ν. Μαραν­τζί­δης και, δεν κρύ­βω πως είχα με­γά­λη προ­σμο­νή για την «κα­νο­νι­κό­τη­τα» του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ­. Ήταν και η έσχα­τη ελ­πί­δα να μην μας κου­ρεύ­ουν αύ­ριο στους δρό­μους ως αρι­στε­ρούς. Γιατί, εμάς θε­ω­ρούν αρι­στε­ρούς, κι όχι τους άκα­πνους και τους νε­ό­κο­πους, που εί­δαν φως και μπή­καν. Αυτοί θα δουν αλ­λού, άλλο φως και θα ξα­να­μπούν.

Πράγ­μα­τι, στην ζωή όλα αλ­λά­ζουν. Όμως υπάρ­χουν δύο αγκά­θια, που όλη η φι­λο­λο­γία ως προς την «κα­νο­νι­κό­τη­τα» του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ­, πέ­φτει στο κενό. Το πρώ­το εί­ναι ο συ­νε­χι­ζό­με­νος ενα­γκα­λι­σμός με τον ψε­κα­σμέ­νο. Ακόμα και προ­χθές, με εκεί­νον τον άθλιο, (πως τον λένε;) που ταύ­τι­σε την ομο­φυ­λία με την παι­δε­ρα­στία, δεν ση­κώ­θη­κε ένας βου­λευ­τής του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ να τον κρά­ξει και το έκα­νε ο δε­ξιός Βαρ­βι­τσιώ­της. Και δεύ­τε­ρο, εί­ναι το πο­λι­τι­κό κλί­μα που εκ­πο­ρεύ­ε­ται από την «πα­ρέα του Μαξί­μου». Βαρ­βα­ρό­τη­τα, κυ­νι­σμός, ηθι­κο­λο­γία μιας «πε­ριού­σιας» πα­ρά­τα­ξης που εκ­προ­σω­πεί το «καλό», όλη η χυ­δαία και ανι­στό­ρη­τη με­τα­φυ­σι­κή του «ή εμείς, ή οι άλ­λοι».

Η­ Αρι­στε­ρά-αυτή η Αρι­στε­ρά του Τσί­πρα-ζυ­γί­στη­κε, με­τρή­θη­κε και βρέ­θη­κε απελ­πι­στι­κά ελ­λι­πής. Όμως, πίσω από αυ­τήν την θλι­βε­ρή ει­κό­να, υπάρ­χει ένας κό­σμος που αγω­νιά, που ψά­χνει, εγκα­λεί, απο­γοη­τεύ­ε­ται και ανα­κα­λεί τις ιδρυ­τι­κές αξί­ες της Αρι­στε­ράς. 

Το δί­λημ­μα εί­ναι απλό, όσο και δυ­σε­πί­λυ­το. Ποιες εί­ναι-ή μπο­ρεί να εί­ναι-οι με­τε­κλο­γι­κές συ­νερ­γα­σί­ες; Και το δί­λημ­μα αφο­ρά μόνο έναν πο­λι­τι­κό χώρο. Το Μεταρ­ρυθ­μι­στι­κό Κέντρο ή αλ­λιώς την Κεντρο­α­ρι­στε­ρά. Οι επι­λο­γές εί­ναι συ­γκε­κρι­μέ­νες. Με τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ή με την Νέα Δημο­κρα­τία.

Πριν επι­λε­γεί όμως ο σύμ­μα­χος και συ­νερ­γά­της η Κεντρο­α­ρι­στε­ρά θα πρέ­πει να κα­θο­ρί­σει, όσο το δυ­να­τό εναρ­γέ­στε­ρα και κα­θα­ρά, το πο­λι­τι­κό της πε­ριε­χό­με­νο και την κοι­νω­νι­κή της ανα­φο­ρά. Γιατί μέ­χρι σή­με­ρα, το ΚΙ­ΝΗ­ΜΑ­ ΑΛ­ΛΑ­ΓΗ­Σ, ο κύ­ριος φο­ρέ­ας της Κεντρο­α­ρι­στε­ράς, σαν να θέ­λει να απο­φύ­γει την, εκ των προ­τέ­ρων, επι­λο­γή, της μιας ή της άλ­λης εκ­δο­χής.

Έχει δί­κιο. Ο­ ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ εί­ναι πράγ­μα­τι προ­βλη­μα­τι­κός και πο­λι­τι­κά υπα­νά­πτυ­κτος, με όλους τους τσα­μπου­κά­δες για σκάν­δα­λα και εχθρούς, για την βάρ­βα­ρη και κυ­νι­κή, στο επί­πε­δο της αλη­τεί­ας, αντι­με­τώ­πι­ση όλων, όσων δεν απο­δέ­χο­νται την αυτο-ανα­κή­ρυ­ξή του ως Αρι­στε­ρή πο­λι­τι­κή έκ­φρα­ση. Ο­ Συμ­βι­βα­σμός του, δεν εί­ναι προ­ϊ­όν επε­ξερ­γα­σμέ­νης ανα­θε­ώ­ρη­σης, αλλά μια πα­νι­κό­βλη­τη, έξω από κάθε μέ­τρο και κοι­νω­νι­κή ανα­φο­ρά, Υπο­τα­γή σε εκ­βια­στι­κές, κατά τα άλλα, πιέ­σεις, που κα­θυ­στε­ρη­μέ­να συ­νει­δη­το­ποί­η­σε. Αυτή η Υπο­τα­γή εί­ναι βέ­βαια, εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κή από τον «εξορ­θο­λο­γι­σμό» που του απο­δί­δε­ται από πολ­λούς, άλ­λο­τε αντι­πά­λους. Στα συ­ντρίμ­μια της Υπο­τα­γής του ανι­χνεύ­ε­ται όλη η έπαρ­ση, η επι­πο­λαιό­τη­τα, η αμορ­φω­σιά και προ­πα­ντός ο κυ­νι­σμός μιας πο­λι­τι­κής αυ­θά­δειας.

Η Νέα Δημο­κρα­τία, παρά τις, αρ­χι­κά, εν­θου­σιώ­δεις κραυ­γές, περί «με­ταρ­ρυθ­μι­στή», «ευ­ρω­παϊ­στή» κ.λ.π, κ.λ.π Κυριά­κου Μητσο­τά­κη, κάθε μέρα και σε κάθε αφορ­μή, απο­κα­λύ­πτει μια ιστο­ρι­κή δυ­σκι­νη­σία, επα­να­λαμ­βά­νει τα περί εκλο­γών και στο τέ­λος, θε­ω­ρεί, όπως και ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ­, την κα­τά­τα­ξη σε «δι­κούς μας» και «απέ­να­ντι», εύ­λο­γη συν­θή­κη στην νε­ο­ελ­λη­νι­κή μας πο­λι­τι­κή δια­δρο­μή. Εφαρ­μό­ζει αντε­στραμ­μέ­νο, ως αντι­πο­λί­τευ­ση, το ίδιο δι­χα­στι­κό «ή εμείς, ή αυ­τοί». Περισ­σό­τε­ρο εί­ναι εμ­φα­νής η Δει­λία, που εκ­πέ­μπει ο Αρχη­γός της, να κα­θο­ρί­σει τους άξο­νες των πο­λι­τι­κών επι­λο­γών του. Κάπως έτσι, υπεκ­φεύ­γει στο Μακε­δο­νι­κό, δεν κα­τα­φέρ­νει να πάει πα­ρα­πέ­ρα από την μα­ζι­κή και ανι­στό­ρη­τη κλά­ψα ενός ακρο­α­τη­ρί­ου, που έμα­θε πά­ντα να επι­βά­λει την κα­θυ­στέ­ρη­ση και την ιδιο­τέ­λεια, ως «κοι­νή γνώ­μη», η οποία, μά­λι­στα, εί­ναι και πρέ­πει να εί­ναι σε­βα­στή και άθι­κτη σε οποιο­δή­πο­τε προ­σαρ­μο­γή, αυ­το­κρι­τι­κή και συμ­βι­βα­σμό.

Σ’ αυ­τόν τον Ιανό, των Υπο­ταγ­μέ­νων της μιας πλευ­ράς και των Δει­λών της άλ­λης, τι μέ­νει; Παλαιό­τε­ρα, η Αρι­στε­ρά, του­λά­χι­στον η λε­γό­με­νη Ανα­νε­ω­τι­κή, ήταν ένα πο­λι­τι­κό φρο­ντι­στή­ριο, πε­ρισ­σό­τε­ρο, ίσως, από μια πο­λι­τι­κή έκ­φρα­ση άμε­σης πο­λι­τι­κής. Το ΚΙ­ΝΗ­ΜΑ­ ΑΛ­ΛΑ­ΓΗ­Σ αρ­χί­ζει να προ­σο­μοιά­ζει με ένα μετά-Κ­ΚΕ εσ; Θα ήταν άτυ­χο και πα­ρω­χη­μέ­νο.

Πρώτο στοι­χείο που εί­ναι ανά­γκη να απα­ντή­σει το εί­ναι οι επι­θέ­σεις που δέ­χε­ται από δε­ξιά, για το αν ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ανή­κει ή δεν ανή­κει στο δη­μο­κρα­τι­κό τόξο, αν εί­ναι ή όχι εφι­κτή όποια συ­νεν­νό­η­ση μαζί του. Το ερώ­τη­μα αυτό, από μόνο του, εί­ναι μια ύβρις. Η­ Αρι­στε­ρά δεν ανή­κε στους ηγέ­τες και τα κόμ­μα­τά της, αλλά στις ιδέ­ες και τον απε­λευ­θε­ρω­τι­κή θε­ω­ρία και πρά­ξη της. Η ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία, με τον Τσί­πρα και τους άλ­λους κυ­νι­κούς της εξου­σί­ας, δεν ακυ­ρώ­νει την συμ­με­το­χή της Αρι­στε­ράς στην δη­μο­κρα­τι­κή δια­δρο­μή της χώ­ρας. Ο­ Εμφύ­λιος εί­ναι ακό­μα ένα τραύ­μα, όμως η Εθνι­κή Αντί­στα­ση πα­ρα­μέ­νει ακό­μα ένα Έπος. Η με­τεμ­φυ­λια­κή Αρι­στε­ρά ήταν πλή­ρως ενταγ­μέ­νη στην δη­μο­κρα­τι­κή πο­ρεία. Από αλ­λού ήρθε η πα­ρε­κτρο­πή της χού­ντας. Ας μην λέμε ανού­σια και αυ­τα­πό­δει­κτα πράγ­μα­τα.

Το ερώ­τη­μα λοι­πόν εί­ναι σε ποια πε­δία, αυ­τός ο Υπο­ταγ­μέ­νος, πά­ντα κυ­νι­κός και υπε­ρό­πτης, πά­ντα δη­μα­γω­γός και βάρ­βα­ρος ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ­, εί­ναι σε θέση να κοι­τά­ξει μπρο­στά. Σύμ­φω­νοι. Με την Novartis, με τον Βαξε­βά­νη κή­ρυ­κα της επί­θε­σης κατά του κα­τε­στη­μέ­νου, με τα ανα­ρίθ­μη­τα αν­θρω­πά­κια, που συ­νω­στί­ζο­νται και αε­ρο­λο­γούν φο­βι­σμέ­να και άκα­πνα περί ηθι­κού πλε­ο­νε­κτή­μα­τος, μπο­ρεί όλα να μοιά­ζουν μοι­ραία και ανυ­πέρ­βλη­τα. Η­ Αρι­στε­ρά-αυτή η Αρι­στε­ρά του Τσί­πρα-ζυ­γί­στη­κε, με­τρή­θη­κε και βρέ­θη­κε απελ­πι­στι­κά ελ­λι­πής. Όμως, πίσω από αυ­τήν την θλι­βε­ρή ει­κό­να, υπάρ­χει ένας κό­σμος που αγω­νιά, που ψά­χνει, εγκα­λεί, απο­γοη­τεύ­ε­ται και ανα­κα­λεί τις ιδρυ­τι­κές αξί­ες της Αρι­στε­ράς. Αν αυ­τός ο κό­σμος απα­ξιω­θεί και εγκα­τα­λει­φθεί στην επαρ­χία της Τσι­πρι­κής εξου­σιο­μα­νί­ας και «τι­μω­ρη­θεί» από την νε­ο­δη­μο­κρα­τι­κή αντια­ρι­στε­ρή υστε­ρία, τότε το εφιαλ­τι­κή εκ­δο­χή ενός νέου, πε­ρισ­σό­τε­ρο ίσως υπα­νά­πτυ­κτου από τον προη­γού­με­νο, με γκρε­μι­σμέ­να όλα του τα γε­φύ­ρια, Διπο­λι­σμού, θα εί­ναι τρα­γι­κή για την χώρα.

Υπάρ­χει, τε­λευ­ταία και κα­ταϊ­δρω­μέ­νη, μια ελ­πί­δα. Ο­ ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ­, ανε­ξάρ­τη­τα από την κα­τάρ­ρευ­ση ή την αντο­χή του, να ανα­θε­ω­ρή­σει, πριν κι όχι μετά τις προ­σε­χείς εκλο­γι­κές ανα­με­τρή­σεις, εκ βά­θρων, όλη την ηθι­κή του συ­μπε­ρι­φο­ρά. Είναι προ­φα­νώς ένα ου­το­πι­κό, με­λο­δρα­μα­τι­κό αί­τη­μα, για έναν χώρο, βα­θιά συ­ντη­ρη­τι­κό, αμε­τα­κί­νη­το δη­λα­δή, από φα­ντα­σιώ­σεις και τις βε­βαιό­τη­τες που έχει και τις εκ­φρά­ζει με φω­νές και σχη­μα­τι­κές κα­τα­τά­ξεις, στο αδιέ­ξο­δο σχή­μα του «εμείς κι αυ­τοί». Η­ Πορεία του Τσι­πρι­κού Σύρι­ζα προς την κο­ρυ­φή εί­ναι αλή­θεια ότι οφεί­λε­ται στην κουλ­τού­ρα του Αλέ­κου Αλα­βά­νου κι όχι του Μιχά­λη Παπα­γιαν­νά­κη. Η ελ­πί­δα, όμως, όπως λένε και οι αθε­ρά­πευ­τα αι­σιό­δο­ξοι, πε­θαί­νει τε­λευ­ταία.

ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ. GR