Τεχνητή Νοημοσύνη: η σύγχρονη μορφή υποδούλωσης

Του Σωκράτη Αργύρη 

Πού είναι η σοφία που χάσαμε μέσα στη γνώση;

Πού είναι η γνώση που χάσαμε μέσα στην πληροφορία;

— T. S. Eliot, The Rock

Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες η εξουσία χρειαζόταν αλυσίδες. Άλλοτε αρκούσε η βία, άλλοτε η πείνα, άλλοτε ο φόβος. Κάθε ιστορική περίοδος επινόησε τη δική της μορφή υποδούλωσης, πάντοτε προσαρμοσμένη στις παραγωγικές της δυνάμεις και στις πολιτισμικές της βεβαιότητες. Η αρχαιότητα γνώρισε τον δούλο ως ιδιοκτησία. Η φεουδαρχία καθήλωσε τον δουλοπάροικο στη γη. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός μετέτρεψε την ανθρώπινη εργασία σε εμπόρευμα και τον χρόνο σε μετρήσιμη αξία. Όμως η εποχή μας φαίνεται να επιχειρεί κάτι ποιοτικά διαφορετικό. Για πρώτη φορά στην ιστορία, δεν επιδιώκεται πρωτίστως η κατοχή του σώματος ούτε καν του χρόνου, αλλά η σταδιακή εκχώρηση της ίδιας της πνευματικής λειτουργίας του ανθρώπου.

Η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται ως το αποκορύφωμα της προόδου. Η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την αύξηση της παραγωγικότητας, την αποτελεσματικότητα, την επιτάχυνση της έρευνας, τη βελτίωση της διοίκησης και την εξοικονόμηση χρόνου. Σπάνια όμως τίθεται ένα βαθύτερο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν μια κοινωνία αρχίζει να θεωρεί περιττή τη διαδικασία μέσω της οποίας αποκτά γνώση; Τι απομένει από τον άνθρωπο όταν η αναζήτηση αντικαθίσταται από την άμεση παροχή απαντήσεων;

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ιστορική ιδιαιτερότητα της τεχνητής νοημοσύνης. Δεν είναι απλώς μία ακόμη μηχανή. Οι ατμομηχανές πολλαπλασίασαν τη μυϊκή δύναμη. Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές επιτάχυναν τους υπολογισμούς. Η τεχνητή νοημοσύνη φιλοδοξεί να υποκαταστήσει τη γνωστική διαδρομή. Δεν αυτοματοποιεί μόνο την εργασία· αυτοματοποιεί την ίδια τη σχέση του ανθρώπου με τη γνώση.

Στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», ο Μαρξ περιέγραψε τις ιστορικές μορφές κυριαρχίας και εκμετάλλευσης ως προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων. Δεν κατηγορούσε τις μηχανές, αλλά τις σχέσεις εξουσίας μέσα στις οποίες αυτές λειτουργούσαν. Αν ζούσε σήμερα, ίσως δεν θα χαρακτήριζε την τεχνητή νοημοσύνη μια νέα μορφή δουλείας με τη στενή έννοια. Θα παρατηρούσε, όμως, ότι οι κυρίαρχες οικονομικές δυνάμεις επιχειρούν να ιδιοποιηθούν όχι μόνο τα μέσα παραγωγής αλλά και τα μέσα παραγωγής της ίδιας της γνώσης. Για πρώτη φορά, το κεφάλαιο δεν φιλοδοξεί απλώς να οργανώσει την εργασία. Φιλοδοξεί να οργανώσει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος σκέφτεται.

Η εποχή μας παρουσιάζει την τεχνητή νοημοσύνη σαν μια νέα μεγάλη εξίσωση της ανθρωπότητας: μια τεχνολογική λύση που υπόσχεται να μειώσει την αβεβαιότητα, να αυξήσει την αποτελεσματικότητα και να οργανώσει καλύτερα τον κόσμο. Όμως κάθε εξίσωση προϋποθέτει ότι γνωρίζουμε τα μεγέθη της και ότι το άγνωστο μπορεί να προσδιοριστεί. Εδώ το άγνωστο δεν είναι τεχνικό αλλά βαθύτερα ανθρωπολογικό: ποιος θα ελέγχει τη γνώση που παράγουν οι μηχανές και ποιος θα καθορίζει τους όρους πρόσβασης σε αυτήν; Γιατί η μεγάλη εξίσωση του μέλλοντος μπορεί να αποδειχθεί μια νέα ανίσωση: όχι μια απλή αποτυχία της τεχνολογικής υπόσχεσης, αλλά μια μετατόπιση της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και στη γνώση, όπου ο άνθρωπος κινδυνεύει να παραχωρήσει σταδιακά εκείνο ακριβώς που τον καθιστά φορέα της γνώσης, της κρίσης και της δημιουργίας. 

Αυτή η μετατόπιση είναι κοσμοϊστορική. Η γνώση υπήρξε πάντοτε διαδικασία. Από τον Σωκράτη μέχρι τον Καντ, η αλήθεια δεν παραδιδόταν ως έτοιμο αντικείμενο προς κατανάλωση. Ήταν αποτέλεσμα διαλόγου, αμφιβολίας, σφάλματος, αναθεώρησης και προσωπικού μόχθου. Η γνώση δεν ήταν πληροφορία· ήταν μεταμόρφωση του ίδιου του ανθρώπου.

Ο Σωκράτης δεν μοίραζε απαντήσεις στην αγορά της Αθήνας. Αντίθετα, αποδόμησε τη βεβαιότητα των συνομιλητών του. Η μαιευτική του δεν παρήγαγε πληροφορίες αλλά υποκείμενα ικανά να σκέπτονται. Η αλήθεια δεν μπορούσε να δοθεί ως δώρο. Έπρεπε να γεννηθεί μέσα από την αγωνία του ερωτήματος. Σήμερα, αντίθετα, ολόκληρη η ψηφιακή οικονομία στηρίζεται στην υπόσχεση ότι κάθε ερώτηση θα έχει άμεση απάντηση και ότι κάθε πνευματική δυσκολία μπορεί να παρακαμφθεί με ένα κλικ. Δεν πρόκειται απλώς για τεχνολογική ευκολία. Πρόκειται για μια βαθιά ανθρωπολογική μεταβολή.

Ο Μισέλ ντε Μονταίν συμπύκνωσε ολόκληρη τη φιλοσοφική του στάση σε δύο λέξεις: «Que sais-je?» — «Τι γνωρίζω;». Η ερώτηση αυτή δεν εξέφραζε άγνοια αλλά πνευματική ελευθερία. Ο άνθρωπος δεν ορίζεται από τον αριθμό των απαντήσεων που διαθέτει, αλλά από τη διαρκή επίγνωση των ορίων της γνώσης του. Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, όμως, το ερώτημα «Τι γνωρίζω;» αντικαθίσταται αθόρυβα από ένα άλλο: «Τι γνωρίζει το σύστημα;». Η μετατόπιση αυτή μοιάζει ασήμαντη. Στην πραγματικότητα, είναι ίσως η βαθύτερη πολιτισμική αλλαγή των τελευταίων αιώνων.

Η πραγματική γνώση δεν είναι ποτέ έτοιμη γνώση. Είναι η διαδρομή που οδηγεί στην κατανόηση. Όταν αφαιρείται η διαδρομή, δεν παραμένει η γνώση· παραμένει μόνο η πληροφορία. Και η πληροφορία, όσο ακριβής κι αν είναι, δεν μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Η γνώση απαιτεί χρόνο, κόπο, αμφιβολία και προσωπική συμμετοχή. Η έτοιμη γνώση απαιτεί μόνο κατανάλωση.

Ίσως εδώ να βρίσκεται η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση της εποχής μας. Πιστεύουμε ότι επειδή έχουμε άμεση πρόσβαση σε απεριόριστες πληροφορίες, γνωρίζουμε περισσότερο από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά. Στην πραγματικότητα, μπορεί να συμβαίνει το αντίθετο. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρχε τόσο μεγάλη αφθονία πληροφοριών και τόσο μικρή εμπιστοσύνη στην προσωπική κρίση. Η πληροφορία αυξάνεται εκθετικά, ενώ η αυτονομία της σκέψης συρρικνώνεται.

Ο Καντ όριζε τον Διαφωτισμό ως την έξοδο του ανθρώπου από την ανωριμότητα, την οποία ο ίδιος επέβαλλε στον εαυτό του, όταν αδυνατούσε να χρησιμοποιήσει τον δικό του νου χωρίς την καθοδήγηση άλλων. Δύο αιώνες αργότερα, η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά σε μια παράδοξη αντιστροφή. Δεν της απαγορεύεται να σκέπτεται. Αντίθετα, της προσφέρεται διαρκώς η δυνατότητα να μην χρειάζεται να σκέπτεται. Η εξάρτηση δεν επιβάλλεται πλέον διά της βίας. Προσφέρεται ως υπηρεσία.

Η μεγαλύτερη επιτυχία κάθε μορφής εξουσίας δεν είναι να υπαγορεύει τις απαντήσεις. Είναι να καταστήσει περιττή την ίδια τη διαδικασία των ερωτήσεων. Εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να αναρωτιέται, παύει σταδιακά και να αυτονομείται. Η υποδούλωση δεν αρχίζει όταν απαγορεύεται η σκέψη. Αρχίζει όταν η σκέψη θεωρείται άσκοπη.

Η μεγάλη ιστορική ειρωνεία είναι ότι η ανθρωπότητα έφθασε στο υψηλότερο επίπεδο τεχνολογικής ισχύος ακριβώς τη στιγμή που άρχισε να αμφισβητεί τη σημασία της ίδιας της ανθρώπινης σκέψης. Ολόκληρη η ιστορία του πολιτισμού μπορεί να ιδωθεί ως μια αδιάκοπη προσπάθεια επέκτασης των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Το εργαλείο δεν κατασκευάστηκε ποτέ για να αντικαταστήσει τον άνθρωπο, αλλά για να επεκτείνει την εμβέλειά του. Το σφυρί δεν υποκατέστησε το χέρι· του έδωσε μεγαλύτερη δύναμη. Το πλοίο δεν υποκατέστησε τα πόδια· επέκτεινε τον ορίζοντα της μετακίνησης. Το βιβλίο δεν υποκατέστησε τη μνήμη· την εμπλούτισε και της επέτρεψε να υπερβεί τα όρια μιας ανθρώπινης ζωής.

Η τεχνητή νοημοσύνη εισάγει μια ιστορική ασυνέχεια. Δεν επεκτείνει απλώς μια ανθρώπινη λειτουργία· τείνει να την αντικαταστήσει. Η μετάβαση αυτή σηματοδοτεί τη μετατροπή της ιστορίας της επέκτασης σε ιστορία της υποκατάστασης. Και αυτή η υποκατάσταση δεν αφορά τη μυϊκή δύναμη ούτε τη μηχανική δεξιότητα. Αφορά τη σκέψη, τη μνήμη, τη γλώσσα, τη σύνθεση, την κρίση· όλα εκείνα που συγκροτούν τον άνθρωπο ως πνευματικό ον.

Ίσως για πρώτη φορά βρισκόμαστε μπροστά σε μια τεχνολογία που δεν μας ζητά απλώς να τη χρησιμοποιήσουμε, αλλά να της εκχωρήσουμε λειτουργίες που μέχρι σήμερα θεωρούσαμε αδιαπραγμάτευτο πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η υπόσχεση είναι δελεαστική: λιγότερος κόπος, περισσότερη ταχύτητα, άμεσες απαντήσεις, αδιάκοπη διαθεσιμότητα της γνώσης. Κάθε υπόσχεση, όμως, έχει ένα τίμημα. Και το τίμημα εδώ δεν είναι οικονομικό. Είναι ανθρωπολογικό.

Η πραγματική γνώση δεν ταυτίζεται ποτέ με το αποτέλεσμά της. Είναι η διαδρομή προς αυτό. Ο μαθηματικός δεν γίνεται μαθηματικός επειδή διάβασε μια λύση, αλλά επειδή αγωνίστηκε να τη βρει. Ο φιλόσοφος δεν γίνεται φιλόσοφος επειδή αποστήθισε θεωρίες, αλλά επειδή έμαθε να κατοικεί μέσα στην αμφιβολία. Ο επιστήμονας δεν προοδεύει επειδή έχει περισσότερες πληροφορίες, αλλά επειδή διαθέτει την πειθαρχία να αμφισβητεί ακόμη και τις πιο επιτυχημένες θεωρίες του. Η γνώση είναι μια διαδικασία αυτομεταμόρφωσης. Όταν αφαιρείται η διαδικασία, δεν παραμένει η γνώση· παραμένει μόνο το ίχνος της.

Εδώ αναδύεται η πιο λεπτή μορφή κυριαρχίας. Δεν πρόκειται για λογοκρισία ούτε για απαγόρευση της σκέψης. Αντιθέτως, ο σύγχρονος άνθρωπος βομβαρδίζεται από πληροφορίες και επιλογές. Η εξουσία δεν του λέει τι να σκεφθεί. Του προσφέρει έτοιμες διαδρομές, τόσο αποτελεσματικές ώστε η προσωπική αναζήτηση μοιάζει περιττή. Η υποταγή δεν επιβάλλεται· γίνεται εθελούσια, επειδή παρουσιάζεται ως άνεση.

Η παλιά βιομηχανική μηχανή απαιτούσε ανθρώπινα χέρια για να λειτουργήσει. Η νέα γνωστική μηχανή ίσως απαιτεί ανθρώπους που να λειτουργούν μέσα στις απαντήσεις της. Η πρώτη εκμεταλλευόταν την εργασία. Η δεύτερη κινδυνεύει να οργανώσει όχι μόνο τη συνείδηση της εργασίας, αλλά και τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται, αποφασίζει και παράγει νόημα.

Εδώ η μαρξική έννοια της αλλοτρίωσης αποκτά μια νέα διάσταση. Ο εργάτης του δέκατου ένατου αιώνα αποξενωνόταν από το προϊόν της εργασίας του. Ο άνθρωπος του εικοστού πρώτου αιώνα κινδυνεύει να αποξενωθεί από το προϊόν της ίδιας του της σκέψης. Η παραγωγή νοήματος μεταφέρεται σταδιακά σε συστήματα που συγκεντρώνουν δεδομένα, υπολογιστική ισχύ και αλγοριθμικές δυνατότητες πρωτοφανείς στην ιστορία. Δεν ιδιωτικοποιούνται μόνο τα μέσα παραγωγής. Ιδιωτικοποιείται η ίδια η διαδικασία μέσω της οποίας παράγεται η γνώση.

Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο πολιτικό γεγονός της εποχής μας. Γιατί όποιος ελέγχει την παραγωγή της γνώσης δεν ελέγχει απλώς τις απαντήσεις. Επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο τίθενται τα ερωτήματα. Και όταν μια κοινωνία παύει να διαμορφώνει μόνη της τα ερωτήματά της, έχει ήδη αρχίσει να χάνει την πνευματική της κυριαρχία.

Ο Μονταίν είχε θέσει πριν από πέντε αιώνες το απλό αλλά συγκλονιστικό ερώτημα: «Τι γνωρίζω;». Η δύναμη αυτού του ερωτήματος δεν βρίσκεται στην απάντηση. Βρίσκεται στο ότι υποχρεώνει τον άνθρωπο να στραφεί προς τον εαυτό του, να εξετάσει τα όρια, τις προκαταλήψεις και τις δυνατότητές του. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να απαντήσει σε αμέτρητα ερωτήματα. Δεν μπορεί όμως να ζήσει αυτή την υπαρξιακή εμπειρία της αμφιβολίας. Και αν ο άνθρωπος πάψει να τη ζει, τότε δεν θα έχει αποκτήσει μια ανώτερη μορφή γνώσης. Θα έχει εγκαταλείψει εκείνο ακριβώς που έκανε τη γνώση ανθρώπινη.

Ίσως, τελικά, η σημαντικότερη διαχωριστική γραμμή του μέλλοντος να μην είναι ανάμεσα σε ανθρώπους και μηχανές ούτε ανάμεσα σε δημοκρατίες και αυταρχικά καθεστώτα. Ίσως να είναι ανάμεσα σε κοινωνίες που εξακολουθούν να καλλιεργούν ανθρώπους ικανούς να σκέπτονται και σε κοινωνίες που αρκούνται σε ανθρώπους ικανούς μόνο να ζητούν απαντήσεις. Από αυτή τη διάκριση θα εξαρτηθεί όχι απλώς το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά το μέλλον της ίδιας της ανθρώπινης ελευθερίας.

Δεν πρόκειται για μια απλή άρνηση της τεχνολογίας. Κάθε κοινωνία προχώρησε επειδή χρησιμοποίησε εργαλεία. Η πρόοδος δεν ήταν ποτέ επιστροφή σε έναν κόσμο χωρίς μηχανές. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν θα χρησιμοποιήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη. Το ερώτημα είναι ποια σχέση θα διατηρήσουμε μαζί της. Θα παραμείνει εργαλείο της ανθρώπινης αυτονομίας ή θα μετατραπεί σε υποκατάστατο της ανθρώπινης κρίσης;

Ο κίνδυνος δεν βρίσκεται στην ύπαρξη των αλγορίθμων, αλλά στην αλλαγή της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και στη γνώση. Όταν ο άνθρωπος χρησιμοποιεί ένα εργαλείο για να διευρύνει τις δυνατότητές του, παραμένει κυρίαρχος της διαδικασίας. Όταν όμως παραδίδει σε αυτό το εργαλείο την ίδια τη διαδικασία σκέψης, τότε η σχέση αντιστρέφεται. Το εργαλείο παύει να υπηρετεί τον άνθρωπο και ο άνθρωπος αρχίζει να προσαρμόζεται στις ανάγκες του εργαλείου.

Η νεωτερικότητα δεν είδε αρχικά τη μηχανή ως απειλή αλλά ως υπόσχεση απελευθέρωσης. Ο Λε Κορμπυζιέ, μιλώντας για το σπίτι ως “μηχανή για κατοίκηση”, εξέφραζε την πεποίθηση μιας ολόκληρης εποχής ότι η τεχνική μπορούσε να οργανώσει καλύτερα τον κόσμο του ανθρώπου. Η μηχανή παρέμενε τότε ένα εξωτερικό εργαλείο: ένα δημιούργημα του ανθρώπου για την εξυπηρέτηση των αναγκών του. Η τεχνητή νοημοσύνη σηματοδοτεί όμως μια ιστορική μετατόπιση. Η μηχανή δεν περιορίζεται πλέον στον χώρο που κατοικούμε· εισέρχεται στον χώρο όπου σκεφτόμαστε. Από τη μηχανή ως προέκταση του ανθρώπου περνάμε στη μηχανή ως πιθανό υποκατάστατο ανθρώπινων λειτουργιών.

Εδώ συναντάμε τη βαθύτερη προειδοποίηση του Χάιντεγκερ για την τεχνική. Η τεχνική δεν είναι απλώς ένα σύνολο μηχανών και εργαλείων. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Ο κίνδυνος δεν είναι ότι διαθέτουμε ισχυρές μηχανές. Είναι ότι αρχίζουμε να βλέπουμε τα πάντα με τη λογική της υπολογισιμότητας, της αποτελεσματικότητας και της άμεσης απόδοσης. Ο άνθρωπος, η γνώση, η παιδεία και η δημιουργία μετατρέπονται σε δεδομένα προς επεξεργασία.

Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη, η έννοια της αυτονομίας του Καστοριάδη αποκτά νέα επικαιρότητα. Μια αυτόνομη κοινωνία δεν είναι εκείνη που έχει τις περισσότερες πληροφορίες. Είναι εκείνη που μπορεί να δημιουργεί τους δικούς της θεσμούς, τις δικές της σημασίες και τα δικά της ερωτήματα. Η δημοκρατία δεν στηρίζεται στην κατοχή έτοιμων απαντήσεων. Στηρίζεται στην ικανότητα των πολιτών να συμμετέχουν στη δημιουργία του κοινού νοήματος.

Μέσα σε αυτή τη μεταβολή διαμορφώνεται ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος: ο Homo delegans (ο άνθρωπος της εκχώρησης, εκείνος που μεταθέτει σταδιακά σε εξωτερικά τεχνολογικά συστήματα λειτουργίες που κάποτε αποτελούσαν προσωπική άσκηση της μνήμης, της κρίσης και της σκέψης του). Δεν πρόκειται για έναν άνθρωπο λιγότερο ευφυή, αλλά για έναν άνθρωπο που συνηθίζει να παραχωρεί μέρος της γνωστικής του αυτονομίας. Η μνήμη μεταφέρεται στις μηχανές, η αναζήτηση στους αλγορίθμους, η σύνθεση στα γλωσσικά μοντέλα, η κρίση σε συστήματα που παρουσιάζονται ως ουδέτερα. Η νέα εξάρτηση δεν βασίζεται στην απαγόρευση της γνώσης, αλλά στην ευκολία της ανάθεσής της. Ο άνθρωπος δεν στερείται πλέον την πληροφορία· στερείται σταδιακά την εμπειρία μέσα από την οποία η πληροφορία μετατρέπεται σε προσωπική γνώση.

Γι’ αυτό η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί μόνο τεχνολογικό ζήτημα. Είναι πολιτικό και φιλοσοφικό ζήτημα. Το ερώτημα δεν είναι ποιος έχει τον πιο ισχυρό αλγόριθμο. Το ερώτημα είναι ποιος διατηρεί το δικαίωμα να ορίζει τους σκοπούς για τους οποίους χρησιμοποιείται η γνώση. Διότι μια κοινωνία μπορεί να διαθέτει τις πιο προηγμένες μηχανές και ταυτόχρονα να στερείται το σημαντικότερο στοιχείο της ελευθερίας: την ικανότητα να αποφασίζει συλλογικά προς ποια κατεύθυνση θέλει να κινηθεί.

Η ιστορία της ανθρωπότητας υπήρξε μέχρι σήμερα μια ιστορία δημιουργικής σχέσης με τα εργαλεία. Ο άνθρωπος κατασκεύασε εργαλεία για να υπερβεί τα φυσικά του όρια, όχι για να παραιτηθεί από τον εαυτό του. Η τεχνητή νοημοσύνη θέτει για πρώτη φορά το ερώτημα αν η τεχνολογική εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε μεγαλύτερη δύναμη αλλά και σε μεγαλύτερη εξάρτηση.

Αν ο Μαρξ ανέλυσε την εποχή του ως εποχή όπου ο άνθρωπος αποξενώθηκε από την εργασία του, η δική μας εποχή καλείται να αντιμετωπίσει μια νέα μορφή αποξένωσης: την αποξένωση από τη σκέψη του. Ο άνθρωπος δεν χάνει πλέον μόνο τον έλεγχο του προϊόντος που παράγει. Κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο της ίδιας της διαδικασίας μέσα από την οποία παράγει νόημα.

Ίσως λοιπόν η μεγάλη σύγκρουση του 21ου αιώνα δεν θα είναι ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μηχανή, όπως συχνά παρουσιάζεται. Θα είναι ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις για τον άνθρωπο. Η μία θα βλέπει την τεχνητή νοημοσύνη ως μέσο απελευθέρωσης, ένα εργαλείο που επιτρέπει στον άνθρωπο να δημιουργεί περισσότερο, να ερευνά βαθύτερα και να απελευθερώνεται από μηχανικές εργασίες. Η άλλη θα οδηγήσει σε μια κοινωνία όπου η ευκολία θα αντικαταστήσει την προσπάθεια και η απάντηση θα αντικαταστήσει το ερώτημα.

Η τελική δοκιμασία δεν θα είναι αν οι μηχανές μπορούν να μιμηθούν τον άνθρωπο. Θα είναι αν ο άνθρωπος θα συνεχίσει να υπερασπίζεται εκείνο που οι μηχανές δεν μπορούν να αποκτήσουν: την εμπειρία της αναζήτησης, την αμφιβολία, την ευθύνη της κρίσης και την αγωνία της δημιουργίας.

Πέντε αιώνες μετά, το ερώτημα του Μονταίν «Que sais-je;» — «Τι γνωρίζω;» — παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ.

 Ίσως μάλιστα σήμερα να έχει αποκτήσει μια νέα, πιο επείγουσα μορφή: «Γνωρίζω πραγματικά ή απλώς λαμβάνω γνώση;». Γιατί η γνώση που δεν περνά μέσα από τον άνθρωπο δεν τον μορφώνει. Τον πληροφορεί.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγάλη αντίφαση της εποχής μας: δημιουργήσαμε μηχανές ικανές να παράγουν απαντήσεις σε κλίμακα που δεν είχε ποτέ φανταστεί η ανθρωπότητα, αλλά κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε ότι ο πολιτισμός δεν οικοδομήθηκε από εκείνους που είχαν τις περισσότερες απαντήσεις. Οικοδομήθηκε από εκείνους που είχαν το θάρρος να θέτουν τα πιο δύσκολα ερωτήματα.

Ίσως η ανθρωπότητα να εισέρχεται σε μια νέα περίοδο πριν από έναν επόμενο Διαφωτισμό. Ο πρώτος Διαφωτισμός απαίτησε από τον άνθρωπο να εξέλθει από την ανωριμότητα και να τολμήσει να χρησιμοποιήσει τον δικό του νου. Ο επόμενος ίσως χρειαστεί να αντιμετωπίσει μια νέα μορφή ανωριμότητας: όχι την αδυναμία να σκεφτούμε, αλλά την παραίτηση από την ανάγκη να σκεφτούμε. Αν ο 18ος αιώνας έδωσε το σύνθημα Sapere aude — «τόλμησε να γνωρίζεις» — ο 21ος αιώνας θα κληθεί να υπερασπιστεί το δικαίωμα του ανθρώπου να συνεχίσει να γνωρίζει ο ίδιος.

Η μεγαλύτερη νίκη της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα είναι να γίνει εξυπνότερη από τον άνθρωπο. Θα είναι να πείσει τον άνθρωπο ότι δεν χρειάζεται πλέον να είναι ο ίδιος φορέας της γνώσης. Εκεί θα ολοκληρωθεί η ιστορία της υποκατάστασης: όχι όταν οι μηχανές αποκτήσουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, αλλά όταν οι άνθρωποι εγκαταλείψουν εκείνα τα χαρακτηριστικά που τους έκαναν ανθρώπους.

Γιατί η ελευθερία δεν βρίσκεται στην κατοχή όλων των απαντήσεων. Βρίσκεται στην αδιάκοπη ικανότητα να ρωτάμε. Και όσο ο άνθρωπος εξακολουθεί να ρωτά «τι γνωρίζω;», παραμένει κύριος του εαυτού του.