Νίκος Χριστοδουλάκης: Η ολέθρια κληρονομιά της Επταετίας

Οι οικονομικές πολιτικές που υιοθέτησε η Χούντα (1967 – 1974) προκάλεσαν όχι μόνο άμεσα δυσμενή αποτελέσματα στους εργαζομένους και τα νοικοκυριά αλλά δημιούργησαν έμμεσα και μακροπρόθεσμα κόστη, τα οποία έβλαψαν τη χώρα για δεκαετίες. Οι επιπτώσεις αυτές εκτείνονται από τη λειτουργία της οικονομίας και των θεσμών έως το περιβάλλον και το ανθρώπινο δυναμικό, διαμορφώνοντας στρεβλώσεις που δεν ήταν άμεσα ορατές, αλλά αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ζημιογόνες για την Ελλάδα. Παρακάτω, παραθέτουμε ορισμένα μείζονα προβλήματα που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν κατά την διάρκεια της επταετίας.

Η αλλοπρόσαλλη συναλλαγματική πολιτική που ακολουθήθηκε τη διετία 1973–1974. Παραμένοντας τυφλά και ανεξήγητα προσδεμένη στο δολάριο, ενώ όλα τα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης, με τα οποία η Ελλάδα είχε τις κυρίως εμπορικές της σχέσεις, είχαν απομακρυνθεί από αυτό.  Προκλήθηκε έτσι μια ιδιαίτερη αδυναμία και πληθωριστική ευπάθεια στο νόμισμα, προκαλώντας σε σημαντικό βαθμό το μελλοντικό σπιράλ υποτιμήσεων και πληθωρισμού για αρκετά χρόνια.

Το διαχρονικό κόστος που επέφερε στο περιβάλλον, μέσω της άναρχης αστικής δόμησης που επέτρεψε να φουντώσει ανεξέλεγκτα. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι εμφανή έως και σήμερα καθόσον δεν μπορούν να εξαλειφθούν ούτε με μια απλή απόφαση ούτε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτό συνδέεται και με την καταστροφική τουριστική πολιτικήπου ακολουθήθηκε σε πολλές περιοχές, με την ανέγερση τεράστιων ξενοδοχειακών μονάδων, καθώς και με την εκτεταμένη καταπάτηση του αιγιαλού, η οποία παραμένει ακόμη και σήμερα χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής αποκατάστασης από την πολιτεία.

Η δημιουργία της βραδυφλεγούς βόμβας των προβληματικών επιχειρήσεων. Το συγκεκριμένο πρόβλημα προέκυψε σε μεγάλο βαθμό από την άκριτη και χωρίς αξιολόγηση δανειοδότηση επιχειρήσεων κατά την περίοδο της Χούντας. Η πρακτική αυτή έδωσε τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να παραβλέψουν σημαντικά ζητήματα προσαρμογής και εκσυγχρονισμού, με αποτέλεσμα την κατάρρευση πολλών προβληματικών επιχειρήσεων (οι πλείστες των οποίων υπήρξαν αδρά ευνοημένες από τον δανεισμό της Χούντας) τη δεκαετία του 1980.

Η βίαιη αποκόλληση της Ελλάδας από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Αυτό συντελέστηκε τόσο με τη διακοπή των σχέσεων με την τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα όσο και με την έξωση από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε μείζονα εθνική προσβολή για τη χώρα και τους πολίτες της και άφησε μια αμαύρωση που διήρκεσε για πολλά χρόνια.

Το πλήγμα στην εκπαίδευση: Επιπρόσθετα, η Χούντα επέφερε μια μακροχρόνια πληγή στο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο είχε αρχίσει να αναπτύσσεται και να καταλαμβάνει τη θέση που του άρμοζε στην κοινωνία, ιδίως μετά την ώθηση που είχε δεχθεί από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 της Ένωσης Κέντρου. Η ιστορική μεταρρύθμιση Γεωργίου Παπανδρέου, Ευάγγελου Παπανούτσου και Λουκή Ακρίτα σημάδεψε τις εξελίξεις της εποχής εκείνης γιατί  παρότρυνε την νεολαία να σπουδάζει έχοντας λιγότερη οικονομική δυσκολία και μεγαλύτερη αξιοκρατία συγκριτικά με το παρελθόν. Η εξέλιξη αυτή ανακόπηκε με δύο βασικά πλήγματα:

  • Πρώτον τη μετατροπή της εννεαετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης σε εξαετή, γεγονός που οδήγησε στον αποκλεισμό σημαντικού αριθμού νέων ανθρώπων από την περαιτέρω εκπαίδευση, είτε λόγω στερήσεων είτε λόγω αδυναμίας πρόσβασης σε γυμνάσια και λύκεια. 
  • Δεύτερο τη δίωξη καθηγητών δημοκρατικών φρονημάτων στα πανεπιστήμια, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν υψηλής ποιότητας, και την αντικατάστασή τους από άλλους σαφώς υποδεέστερους, κάτι που είχε άμεση αρνητική επίπτωση στην ποιότητα των σπουδών, παρά το γεγονός ότι τυπικά διατηρήθηκε το πλαίσιο της ανώτατης παιδείας.

Η στέρηση πρόσβασης στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε συνδυασμό με την εκπαιδευτική ασφυξία και την πολιτική τρομοκρατία που επιβλήθηκε στα ΑΕΙ επηρέασαν αρνητικά την ελληνική κοινωνία για πολλά χρόνια. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις, την οδήγησαν και στο αντίθετο άκρο της υπερελευθερίας σε εκπαιδευτικές πρακτικές και καταχρηστικές συμπεριφορές, από την βία των διαφόρων μικρο-ομάδων έως την χωρίς συνέπειες αδιαφορία για τις ακαδημαϊκές σπουδές. Αποτέλεσμα ήταν να προκύψει κόστος εκπαιδευτικό, κοινωνικό και οικονομικό τόσο από την συστηματική παραβίαση των κανόνων που πρέπει να διέπουν την παιδεία όσο και εις βάρος της ελευθερίας της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Πού πήγαν τα λεφτά; Πέρα όμως των παραπάνω επισημάνσεων, υπάρχει και ένα αλάνθαστο κριτήριο για την αποτίμηση της οικονομικής πολιτικής ενός καθεστώτος, το οποίο δεν είναι άλλο από την απάντηση στο ερώτημα «Πού πάνε τα λεφτά;». Δηλαδή, πού κατευθύνονταν οι εθνικοί πόροι το 1967 και πού το 1974, μεταξύ δύο βασικών κοινωνικών κατηγοριών, των μισθωτών εργαζομένων και των επιχειρήσεων. Ένας αξιόπιστος και αντιπροσωπευτικός δείκτης είναι η κατανομή τους στο σύνολο του ΑΕΠ κάθε χώρας όπως δημοσιεύεται από την Eurostat (Βάση δεδομένων Ameco). Αν παρατηρήσουμε το μερίδιο των μισθών επί του συνολικού ΑΕΠ στην Ελλάδα, διαπιστώνουμε ότι από το 1967 έως το 1974 μειώθηκε από το 62,4% στο 51,1%. Αυτό σημαίνει ότι οι μισθωτοί, παρά την αύξηση του εθνικού εισοδήματος, συγκριτικά με τα κέρδη λάμβαναν 11,3% του ΑΕΠ λιγότερο σε σχέση με το 1967. Την ίδια περίοδο, σε άλλες χώρες επίσης με αυταρχικά καθεστώτα, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, το αντίστοιχο μερίδιο παρέμεινε σχεδόν σταθερό, για διάφορους λόγους. Σε αριθμητικούς όρους, το 11,3% του ΑΕΠ αντιστοιχεί σε περίπου 31 δισεκατομμύρια ευρώ, σημερινές ονομαστικές τιμές. Αυτό είναι το ποσό που έχασαν οι εργαζόμενοι το 1974 σε σχέση με αυτό που θα λάμβαναν εάν η κατανομή εισοδήματος είχε παραμείνει στα επίπεδα του 1967.

Και όμως χωρίς συνέπειες: Όλα τα παραπάνω γεγονότα αφέθηκαν σε μεγάλο βαθμό χωρίς ουσιαστική λογοδοσία για το πραξικόπημα και τις οικονομικές, εκπαιδευτικές, περιβαλλοντικές και αναδιανεμητικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν την επταετία. Ενδεχομένως, αυτό οφείλεται στο ότι η προσοχή της κοινής γνώμης και του Κοινοβουλίου επικεντρώθηκε στην τραγωδία της Κύπρου, με αποτέλεσμα οι προσπάθειες να στραφούν κυρίως στην αναζήτηση ευθυνών για το κυπριακό πραξικόπημα και τη μετέπειτα εισβολή και κατοχή. Κατά συνέπεια, το οικονομικό κόστος των πολιτικών της Χούντας οδηγήθηκε σε μια μορφή νομικής λήθης, η οποία σταδιακά εξομάλυνε την εικόνα του καθεστώτος. Έτσι, διαμορφώθηκε η εντύπωση ότι «κάτι έκανε» και προώθησε την οικονομία.

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η Ελλάδα θα μπορούσε να βρίσκεται σε πιο προνομιακή θέση, αν σκεφτεί κανείς πως έχασε ορισμένες κρίσιμες ευκαιρίες. Ακόμη και όταν άρχισε να ανακτά όσα στερήθηκε, όπως με την ένταξη της στην ΕΕ, η ευνοϊκή περίοδος της ΕΕ είχε ήδη παρέλθει και η χώρα είχε χάσει τη «χρυσή εποχή» της δεκαετίας του 1960, όταν οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες ανθούσαν.

Κατά συνέπεια, η αποτίμηση όλων αυτών των εξελίξεων δεν περιορίζεται σε μια απλή καταγραφή γεγονότων, αλλά συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη μετέπειτα πορεία της χώρας και τις επιλογές που διαμόρφωσαν το παρόν. Η κατανόηση του τι ακριβώς συνέβη, των συνεπειών και των στρεβλώσεων που προκάλεσε η Χούντα αποτελεί τον καλύτερο τρόπο όχι μόνο για να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της, αλλά και για να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει μελλοντικά παρόμοια απειλή.

(Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, 21/4/2026)