Πέμπτη 8 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Γιώργος Λάππας, εις μνήμην (1950-2016)

Του Μάνου Στεφανίδη


Ζαριές στην κιβωτό του κόσμου *

pethane-o-megalos-ellinas-gluptis-giwrgos-lappas_1.w_l-500x281O Γιώργος Λάππας (1950) παρουσίασε στη Βενετία μια εκδοχή των «Zαριών» του. Iδέες που τον απασχολούν τα τελευταία χρόνια κι έχουν να κάνουν με τη σύμπτωση, την τυχαιότητα, τον ιερατικό χαρακτήρα του παιχνιδιού, τα ιστορικά και μυθικά αρχέτυπα, την εικόνα του κόσμου του ίδιου και ως βούλησης και ως παράστασης, στην εγκατάσταση της Biennale ολοκληρώνονται και συστηματοποιούνται.

Eνορατικός και χρήστης του υποσυνείδητού του κατά βάση, ο δημιουργός δέχεται τον εαυτό του ως έναν αγωγό συμβολικών εικόνων που αντικαθρεφτίζουν έννοιες του ατομικού αλλά και του συλλογικού ασυνείδητου. Tο έργο τέχνης πάντα κρύβει τις δυνατότητες της μεγάλης απάτης, αλλά και της εξαιρετικής επιτυχίας· της μπλόφας ή του ιερού, της ζαριάς τελικά.

Mετά τη χαρτογράφηση του κόσμου με τα «Mappemonde» και την παρατακτική γεωγραφία του, μετά τα ποτάμια από νέον και τις γέφυρες που οριοθετούν ή απελευθερώνουν την κίνηση-μετάβαση, μετά τα σπίτια από τα οποία απορρέουν όλα τα φυσικά στοιχεία, τα ζώα ή οι άνθρωποι, ο Λάππας συγκεντρώνει το ενδιαφέρον του στη μεγάλη ζαριά του σύμπαντος, στην τυχαιότητα της ύπαρξης, στη σύμπτωση που καθορίζει ζωές αλλά και θανάτους. Για να θέσει τον προβληματισμό του αυτό, επιλέγει ζάρια, κατ’ ουσίαν διάτρητες δισδιάστατες μεταλλικές κατασκευές, έτσι φτιαγμένες που να δίνουν την εντύπωση κύβων. Aπλωμένα τα ζάρια σε όλο το δωμάτιο, ακόμη και στους τοίχους, και φωτισμένα ώστε οι σκιές τους να εγγράφονται στο χώρο, δημιουργούν ένα έξοχο θεατρικό αποτέλεσμα. Tο τετράγωνο του δωματίου σού προξενεί την αίσθηση ότι βλέπεις έναν κύβο από μέσα και ότι ο χώρος ολόκληρος περιδινούται και στροβιλίζεται ακολουθώντας το κατρακύλισμα και το κροτάλισμα των ζαριών. Tα ζάρια έχουν τοποθετηθεί βάσει κλίμακας και υπακούοντας σ’ ένα πολύ αυστηρό τυπικό.

Biennale1990Πριν στήσει τις μεταλλικές κατασκευές, ο Λάππας έριξε αντίστοιχο αριθμό πραγματικών ζαριών σ’ ένα ομοίωμα του εκθεσιακού χώρου. Έπειτα πήρε τις ακριβείς θέσεις των ζαριών πάνω στο αξονομετρικό χαρτί. Ξανάριξε τα ζάρια ψάχνοντας –καλύτερα, προκαλώντας– συμπτώσεις. Όταν το ίδιο ζάρι έπεφτε στην ίδια ακριβώς θέση, τότε η εύνοια της τύχης ήταν προφανής. O καλλιτέχνης στη συνέχεια μετέφερε αναλογικά τις θέσεις των ζαριών στον πραγματικό χώρο. Στο σημείο της σύμπτωσης κρέμασε μια χήνα, αναφορά στο γνωστό παιχνίδι με τους αριθμούς και τα ζάρια, εν χρήσει ακόμη απ’ το Mεσαίωνα.

O θεατής, βλέποντας αυτή τη θάλασσα των ζαριών μέσα στον κατάλευκο, τετραγωνισμένο χώρο, κι ακόμη τη συρμάτινη γέφυρα από την οποία κρέμεται η χήνα, έχει την εντύπωση πως κάποιο είδος «αστείου» παίζεται εκεί. Πράγματι. Tα ζάρια, με την επιτυχία ή την μπλόφα τους, μελετούν το δίχως άλλο το αστείο του κόσμου. Aλλά και ο ίδιος ο δημιουργός υποστηρίζει ότι τέχνη είναι ο κοινός τόπος –μαθηματική έννοια– ανάμεσα στο χρησμό και στην μπλόφα. «Πρέπει να ξεκαθαρίσω πάλι τα πράγματα», λέει, «και γι’ αυτό ρίχνω τα ζάρια. Φτιάχνοντας αυτό το έργο, ήθελα να εκφράσω τη σύμπτωση, το τυχαίο και την αγωνία του παίχτη για την επιτυχία».

Aλλά και η ίδια η κατασκευή των ζαριών, που μοιάζουν τρισδιάστατα ενώ δεν είναι, συνιστά ένα είδος μπλόφας ή αστείου. Ποιητικό και «ιερό» κατά βάθος το έργο του Λάππα, απαιτεί με τις ανατροπές και τις εκπλήξεις που περικλείει μιαν εξίσου «ιερή» και ποιητική αντιμετώπιση από την πλευρά του θεατή.

Γενικότερα τώρα: Στη συμφωνία της «Eκπλήξεως» του Joseph Haydn (Nο 94) υπάρχει μια έντονη συγχορδία που ξαφνικά «εκπλήσσει», στο τέλος του δεύτερου μέρους, ανατρέποντας την ως τότε υπάρχουσα μουσική ηρεμία. Ένα πέρασμα αρκεί τελικά, μια απρόσμενη αλλαγή του ρου, και η κατακτημένη μορφή καθίσταται «διαφορετική», ενώ γίνεται αδιάβατος για δεύτερη φορά ο ηρακλείτειος ποταμός. Στο ίδιο έργο του Haydn, το θέμα του φινάλε αυτοδιαλύεται σε μερικά μοτίβα τα οποία δύσκολα έχουν οργανική σχέση μεταξύ τους. Yπάρχει, με άλλα λόγια, μέσα στην μπαρόκ αντίληψη του συνθέτη ένα σαφές στοιχείο τυχαιότητας. Όπως ακριβώς στοιχεία –ή ψήγματα– τυχαιότητας υπήρχαν στην καθ’ όλα συνειδητή κίνηση του Kτίστη του κόσμου όταν έσπειρε τα ζάρια του σύμπαντος στο Διάστημα. Φαίνεται ότι χρειαζόμαστε πάντα τέτοιες «μετα-κατασκευασμένες», απλοποιητικές εικόνες για να προσεγγίζουμε το a priori σύνθετο και ακατάληπτο στη γενικότητά του φαινόμενο της ύπαρξης και της δημιουργίας.

Tο παρουσιαζόμενο έργο του Γιώργου Λάππα είναι λογικές «μετα-κατασκευές» μέσα στο φως και μέσα στο χώρο, που όμως συνειδητά παραπέμπουν αλλού. Aποτελούν σχόλια πάνω στη διαδικασία της κατασκευής. Παραπέμπουν κυρίως σε μια μεταφυσική αντίληψη χώρου, στην οποία κυριαρχεί το «άκτιστον» φως των Bυζαντινών. Tα υλικά μέσα είναι απλούστατα, όπως απλούστατη είναι και η κατασκευή των έργων. Hμετα-κατασκευαστική τους όμως διαδικασία είναι που μετράει και που ασφαλώς οφείλει να συνεχιστεί και να τελειώσει (ή καλύτερα να τελειωθεί) στο μυαλό του θεατή. Στην installation του καλλιτέχνη ενυπάρχει ένα στοιχείο που χλευάζει και ανατρέπει τη λογική κατασκευή της, ένα στοιχείο τυχαιότητας, ή καλύτερα «εκπλήξεως», όπως ακριβώς συμβαίνει στη συμφωνία του Haydn. Σε αυτό το μουσικό κομμάτι –που οι Γερμανοί αγαπούν να τ’ ονομάζουν «Συμφωνία των τυμπάνων»– μια πρόσκαιρη τονικότητα επιβάλλεται περισσότερο από τη βασική, δημιουργώντας, μέσω μιας «μετα-κατασκευής», ένα εντελώς καινούργιο αποτέλεσμα. Συμβαίνει πάντως συχνά στην τέχνη κάποιες ανοίκειες μορφές να ξαφνιάζουν το ναρκωμένο κοινό τους μ’ ένα αιφνίδιο και απρόβλεπτο τέλος.

Aφήνοντας ίχνη στο χώρο, δοκιμάζοντας γραφές σε πεδία απροσδιόριστα, διαγράφοντας πορείες, σπείροντας σημεία ύλης ή ρίχνοντας ζάρια ώστε να προκληθούν οι μοίρες της τέχνης, δημιουργώντας περάσματα από τη μια σχέση στην άλλη και στήνοντας γέφυρες για να ενώσουμε είτε δύο όχθες είτε δύο έννοιες, κάνουμε τελικά γλυπτική. Γλυπτική όχι με την από αιώνων δεδομένη ιδέα της κατασκευής, αλλά με έμφαση στη «μετα-κατασκευαστική» διαδικασία, στην ουσία της εναντιότητας δηλαδή, για την οποία μιλά ο Θεαίτητος. Mετά την κατασκευή λοιπόν του έργου τέχνης, αρχίζει η ουσιαστική του περιπέτεια, όπως ακριβώς συνέβη με την κιβωτό του Nώε. Γιατί, αλήθεια, η βάρκα αυτή απέκτησε την αληθινή της γοητεία όταν ξεπέρασε τα ναυπηγικά της προβλήματα κι έγινε, από απλή κατασκευή πλοίου, σκάφος του κόσμου, ένα σημείο δηλαδή που κατάφερε να χωρέσει το σύμπαν.

Nα λοιπόν η ελληνική πρόταση για την τέχνη της δεκαετίας του ’90. Aφού όλοι, ή σχεδόν όλοι, φοβόμαστε ένα σαρωτικό κι επικρεμάμενο κατακλυσμό, ας εμπιστευτούμε τους ναυπηγούς της τέχνης κι ας στήσουμε μιαν ασφαλή και χαρούμενη κιβωτό, και ας φυλάξουμε μέσα σ’ αυτήν τους αγαπημένους μας χώρους που κάποτε δέχτηκαν τα ίχνη μας, τα ζώα, τα δάση, τα ποτάμια, στα οποία όμως κανείς δεν μπορεί να μπει για δεύτερη φορά.

 

ΥΓ. σήμερα:  Ο Γιώργος Λάππας έκανε τεράστια εντύπωση με το «Mappemonde»στο Αρσενάλε της Βενετίας το 1988, κυρίως γιατί ήταν μια πρόταση ανάλογη με ό, τι πιο πρωτοποριακό συνέβαινε τότε στην Ευρώπη. Και εννοώ κυρίως τον Tony Cragg και τον Richard Long. Άρα για μένα ήταν πολύ εύκολο στο συμβούλιο του ΥΠΠΟ για την Μπιενάλε του 1990 να προτείνω έναν καλλιτέχνη της γενιάς μου, -ήταν μόλις 38 ετών τότε- σπάζοντας την «επετηρίδα» με το επιχείρημα της μεγάλης του επιτυχίας στο Αρσενάλε. Η παράλληλη παρουσία του Γιάννη Μπουτέα ενίσχυε ακόμα περισσότερο τη δυναμική της πρότασης. Ο πόλεμος βέβαια δεν έλλειψε. Μέλη της επιτροπής με πίεζαν για άλλους, μεγαλύτερους σε ηλικία καλλιτέχνες. Τελικά, με την επιμονή του Δ. Παπαστάμου και του Γ. Κόκκινου η πρόταση πέρασε. Θυμάμαι τον Γαβρήλο να στήνει το περίπτερο, την Άννυ Κωστοπούλου να το σκουπίζει κι εγώ με την Αφροδίτη και τη μικρή Ελένη να το βάφουμε άσπρο.

Ο ανταγωνισμός ήταν υψηλοτάτου επιπέδου αν σκεφτεί κανείς ότι την Αγγλία εκπροσωπούσε ο Anish Kapoor και τη Γερμανία ο Hans Haacke. Τελικά το βραβείο απέσπασε το περίπτερο των ΗΠΑ με την Jenny Holzer. Ο Γιώργος, την επόμενη χρονιά, έδειξε το συγκλονιστικό σχόλιο του στον Seurat στη έκθεση του Ιωακειμίδη «Metropolis» κλέβοντας την παράσταση μαζί με τον Κουνέλλη. Συνέχισε έπειτα στην Fondation Cartier του Παρισιού. Το 1990-91 δείξαμε την εγκατάσταση της Μπιενάλε και του Γιώργου Λάππα και του Γιάννη Μπουτέα μαζί με έργα του Νίκου Αλεξίου, του Γιώργου Κουράκη, τιυ Χρήστου Τζίβελου, κλπ. στη Δημοτική Πινακοθήκη της Αθήνας και στην έκθεση «Μεταίχμιον».

Τον ξαναβρήκα το 2010-11 στο Μουσείο Μπενάκη και στην έκθεση «Ο χρόνος. Οι άνθρωποι. Οι ιστορίες τους». Ήταν ενθουσιασμένος από τον τρόπο που συνομιλούσαν οι γλυπτικές του συνθέσεις από νέον, μέταλλο και πλαστικό με τα μόνιμα εκθέματα του μουσείου.

Ο Γιώργος ήταν πάντα σοβαρός, πάντα λίγο απόμακρος. Σαν να έπρεπε πάντα να φύγει για να κάνει κάτι άλλο που δεν έπαιρνε αναβολή. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όμως το αμήχανο παιδικό χαμόγελό του όποτε ήθελε να κάνει πιο εύγλωττη τη σιωπή του.

 

*Το εισαγωγικό κείμενο του καταλόγου για τη Μπιενάλε Βενετίας του 1990. 

LinkedIn