Παρασκευή 2 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η Αρχαία Ελλάδα και ο σύγχρονος κόσμος

PAVLOPOULOS1

Κείμενο του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας  Προκόπη Παυλόπουλου*

Ασμένως ανταποκρίνομαι στο κάλεσμά σας, και μάλιστα σ’ αυτόν τον κατάφορτο από ιστορία Τόπο που επιπλέον φυλάσσει στα σπλάχνα του τον αθάνατο σπόρο του Ολυμπιακού Πνεύματος και της διαχρονικής σημειολογίας του, ν’ απευθύνω χαιρετισμό στο εξαιρετικά σημαντικό και πολλαπλώς επίκαιρο Συνέδριό σας, το οποίο έχει στο επίκεντρο της θεματικής του την σχέση ανάμεσα «στην Αρχαία Ελλάδα και τον Σύγχρονο Κόσμο». Ένα Συνέδριο το οποίο έχει, κατά συνέπεια και κατά βάθος, ως στόχο ν’ αποκαλύψει τις διαστάσεις της επιρροής του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος κατά την γέννηση, την μετέπειτα εξέλιξη και την τωρινή υπόσταση του Ευρωπαϊκού και του εν γένει Δυτικού Πολιτισμού.

Έχουν λεχθεί τα πάντα, σχεδόν, γι’ αυτή την άρρηκτη και άφατη σύζευξη ανάμεσα στο Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα και τον Πολιτισμό μας, πλην όμως κάθε υπενθύμιση και τεκμηρίωση προς αυτή την κατεύθυνση όχι μόνον δεν είναι περιττή αλλά, όλως αντιθέτως, εμφανίζεται επιβεβλημένη και διδακτική προκειμένου να βρισκόμαστε σε πλήρη ετοιμότητα, κάθε φορά που η υπεράσπιση του Πολιτισμού τούτου είναι απαραίτητη για να διασφαλισθεί η διαιώνισή του και η συνακόλουθη άμυνα κατά των πολεμίων του. Σπεύδω λοιπόν –χωρίς ίχνος εθνικής έπαρσης αλλ’ αποδίδοντας μιαν αλήθεια που ουδείς μπορεί ν’ αμφισβητήσει μ’ αξιόπιστα επιστημονικώς κριτήρια- να συνοψίσω προλογικώς τα όσα εκτίθενται στη συνέχεια του χαιρετισμού μου:

Δίχως το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα, την επινοητικότητά του και την μεθοδολογία του είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η Επιστήμη θα είχε ακολουθήσει αυτήν την ραγδαία ή και ιλιγγιώδη –φυσικά με τα μέτρα του χρόνου που χρειάσθηκαν οι επιμέρους φάσεις εξέλιξης της Ανθρωπότητας- άνοδο και καταξίωση, συνακόλουθα δε αν ο Πολιτισμός μας θα είχε τον προσανατολισμό και τη μορφή που γνωρίζουμε και βιώνουμε. Κι ακόμη περισσότερο, αν ο Πολιτισμός μας εγκαταλείψει τις πνευματικές ρίζες της αρχαιοελληνικής του προέλευσης, τότε η λάμψη του θα σβήσει. Και ο Άνθρωπος θα περιπλανιέται πάλι καταστροφικά μέσα σ’ έναν σκοτεινό λαβύρινθο βαρβαρότητας, δίχως μάλιστα να μπορεί να συνειδητοποιήσει, ιδίως στα πρώτα στάδια της κατάπτωσης και λόγω μιας βαρειάς μορφής αρνητικού πολιτισμικού «μιθριδατισμού», τις ανεπανόρθωτες συνέπειες μιας τέτοιας συγκλονιστικής ανατροπής για την όλη πορεία της Ανθρωπότητας. Και να γιατί:

  1. Από την πληροφορία στη γνώση κι από την γνώση στη σοφία.

Δύο κείμενα, φυσικά μεταξύ πολλών άλλων σε μια τόσο μακρά ιστορική διαδρομή, συνοψίζουν –κατά την γνώμη μου βεβαίως και μ’ όλη την αυθαιρεσία της υποκειμενικότητας που τούτο συνεπάγεται- μ’ άκρως αντιπροσωπευτικό και περιεκτικό τρόπο την καθοριστική συμβολή του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος και των επιτευγμάτων του στην διαμόρφωση του σύγχρονου Ευρωπαϊκού και, κατ’ επέκταση, του Δυτικού Πολιτισμού, ιδίως μεσ’ από τους διαύλους της Επιστήμης και της «δίδυμης αδελφής της», της Τεχνολογίας.

Α. Οι προφητικοί στίχοι του Τ.Σ. Έλιοτ.

Το πρώτο κείμενο είναι οι ακόλουθοι στίχοι του Τ.Σ. Έλιοτ από το ποίημά του “Δέκα χορικά από το «Βράχο»” (Πρώτο Χορικό), εκδ. Ίκαρος, 3η έκδ., 2005), γραμμένο, προφητικά, το 1934, μέσα στη δίνη του Μεσοπολέμου που πολλοί τότε δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να συνειδητοποιήσουν:

«Που είναι’ η Ζωή, που τη σπαταλήσαμε ζώντας;

Που είν’ η σοφία, που τη χάσαμε μέσα στη γνώση;

Που είν’ η γνώση, που τη χάσαμε στις πληροφορίες

Η αξία των στίχων αυτών του Τ.Σ. Έλιοτ, αναφορικά με την ανάδειξη του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος ως του πιο κρίσιμου φορέα δημιουργίας του Πολιτισμού μας, έγκειται στο ότι διατρέχουν τα βήματα και τις βαθμίδες διαμόρφωσης του Πολιτισμού τούτου με κύριους σταθμούς την πληροφορία, την γνώση και την σοφία. Ουσιαστικώς δηλαδή διαγράφουν τον δρόμο που ακολούθησε το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα αξιοποιώντας την πληροφορία και την εμπειρία, προκειμένου να θέσει τις βάσεις της Επιστήμης και, επέκεινα, του Πολιτισμού. Συνακόλουθα, οι ως άνω στίχοι του Τ.Σ. Έλιοτ προειδοποιούν, e contrario, από τι κινδυνεύει σήμερα ο Πολιτισμός μας. Μ’ άλλες λέξεις περιγράφουν μ’ έμφαση τι είναι εκείνο που μπορεί, ορισμένες φορές υποδορίως, να οδηγήσει στην αποσύνθεσή του.

Β. Ο «διθύραμβος» του Αντρέ Μαλρώ.

Το δεύτερο κείμενο είναι ένα απόσπασμα από την μνημειώδη ομιλία του Αντρέ Μαλρώ, στις 28 Μαΐου 1959, για την πρώτη φωταγώγηση της Ακρόπολης:

Δεν θα πάψουμε ποτέ να διακηρύσσουμε: Ό,τι σημαίνει για μας η τόσο συγκεχυμένη λέξη παιδεία –το σύνολο των έργων της τέχνης και του πνεύματος- η Ελλάδα το μετέτρεψε, προς δόξαν της, σε μείζον μέσο διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου. Είναι ο πρώτος πολιτισμός χωρίς ιερό βιβλίο, όπου η λέξη ευφυΐα σήμαινε να θέτεις ερωτήματα. Ερωτήματα που έμελε να γεννήσουν την κατάκτηση του κόσμου από το πνεύμα, της μοίρας από την τραγωδία, του θείου από την τέχνη και τον άνθρωπο. Σε λίγο, η Αρχαία Ελλάδα θα σας πει: «Αναζήτησα την αλήθεια και βρήκα την δικαιοσύνη και την ελευθερία. Επινόησα την ανεξαρτησία της τέχνης και του πνεύματος. Αναβίβασα τον άνθρωπο και τον έθεσα αντιμέτωπο με τους θεούς του, τον άνθρωπο που είχε σκύψει το κεφάλι παντού εδώ και τέσσερις χιλιετίες. Και την ίδια στιγμή τον έβαλα ν’ αναμετρηθεί με τον δυνάστη»”. Αυτές είναι οι σκέψεις που οδήγησαν τον Αντρέ Μαλρώ, στην ίδια ομιλία του και προκειμένου να διακηρύξει τον κυρίαρχο ρόλο του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος στην εξέλιξη του Πολιτισμού μας, ν’ «αποφανθεί» αλληγορικά: «Μια κρυφή Ελλάδα υπάρχει στην καρδιά όλων των ανθρώπων της Δύσης». Η «κρυφή Ελλάδα» είναι το Αρχαίο Πνεύμα της και η «καρδιά» των ανθρώπων της Δύσης είναι ο Πολιτισμός τους, ως οικοδόμημα με κοινή ρίζα και αδιάλειπτη συνέχεια ανά τους αιώνες.

  1. Η «προμηθεϊκή» πορεία του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος.

Η πορεία του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος προς την θεμελίωση της Επιστήμης και της Φιλοσοφίας παραπέμπει, εν πολλοίς, στο μύθο του Προμηθέα κατά την Αισχύλεια εκδοχή του. Ιδίως δε παραπέμπει στον ημίθεο, ο οποίος τίθεται στην υπηρεσία του Ανθρώπου για να τον απελευθερώσει από τα κάθε είδους δεσμά ως προς την ακώλυτη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, έστω κι αν αυτό στοιχίζει στον Προμηθέα την σύγκρουση ακόμη και με τον Δία, σύγκρουση που «σφραγίσθηκε» με την ποινή της αρχαίας τραγωδίας.

Α. Ίωνες και Προσωκρατικοί: Οι πρωτοπόροι.

Ειδικότερα, μεσ’ απ’ αυτήν την, οιονεί προμηθεϊκή, πορεία του το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα γέννησε, σχεδόν ταυτοχρόνως, την Επιστήμη και την Φιλοσοφία. Την τελευταία δε με τη μορφή της κορύφωσης αλλά και του επικέντρου της επιστημονικής μεθόδου, ως θεμελιώδους «εργαλείου» αναζήτησης κι επεξεργασίας της γνώσης που έχει ως τελικό στόχο την διεπιστημονική της προσέγγιση ως την, κατά το δυνατόν, ολιστική θεώρησή της.

1. Η «δοξαστική» σύλληψη και κυοφορία της Επιστήμης –που συνιστά το ισοδύναμο του bigbag στο πεδίο μορφοποίησης του «σύμπαντος» της ανθρώπινης δημιουργίας, καθώς ο Άνθρωπος πλάθει το δικό του Σύμπαν για να κατανοήσει εκείνο του Δημιουργού του- είναι, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, έργο των Ιώνων και των Προσωκρατικών φιλοσόφων καθώς και των Σοφιστών, οι οποίοι επηρεάσθηκαν απ’ αυτούς με κυριότερους τους Πρωταγόρα και Ιππία, φυσικά με βάση τα υπάρχοντα, δυστυχώς άκρως ελλιπή, ιστορικά στοιχεία. Και τούτο διότι ήταν εκείνοι που πρώτοι επιχείρησαν –και ουσιαστικώς το πέτυχαν- ν’ απαλλάξουν την ανθρώπινη διανόηση από τα «προπατορικά» δεσμά του μύθου και να την οδηγήσουν, σταδιακώς, προς την κατανόηση κι εξήγηση του κόσμου στις πραγματικές του, φυσικές, διαστάσεις. Ταυτοχρόνως, αυτή η ριζοσπαστική δημιουργική παρακαταθήκη των Ιώνων και των Προσωκρατικών υπήρξε, στην μετέπειτα πορεία του Πνεύματος, το σπουδαιότερο όπλο για την αντιμετώπιση των εμποδίων του κάθε είδους δογματισμού που έκανε, κατά καιρούς, την εμφάνισή του. Πόσο αργότερα, άραγε, ο Μαξ Βέμπερ, στη μελέτη του «Η επιστήμη ως επάγγελμα», «ανακάλυψε» ότι η Επιστήμη σημαίνει το «ξεμάγεμα», την «απομάγευση» (“Entzaubern”), του κόσμου, ήτοι την απαλλαγή της σκέψης κατά την έρευνα του κόσμου τούτου από τα «μάγια» του κάθε είδους μύθου! Βεβαίως, και για ν’ αποδοθούν «τα του καίσαρος τω καίσαρι και του Θεού τω Θεώ», είχε προηγηθεί η σκέψη του Λάιμπνιτς και, ειδικότερα, η «αρχή του αποχρώντος λόγου», σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχουν θαύματα, τίποτα στον κόσμο μας δεν συμβαίνει χωρίς λόγο. Όλως αντιθέτως, κάθε φαινόμενο έχει την αιτία του, άρα η πρόοδος της επιστήμης μπορεί να εξηγηθεί μόνο με όρους αιτίου και αποτελέσματος. Όπου ως αίτιο εμφανίζεται αυτό το οποίο επιτρέπει στο αιτιατό να προκύψει υπό συνθήκες δυνατότητας επιστημονικής απόδειξης, που φυσικά και υπόκειται στην διαρκή δοκιμασία της επιλάθευσης.

2. Ίωνες και Προσωκρατικοί λοιπόν, παρατηρώντας τον κόσμο που απλωνόταν γύρω τους, πήραν την εμπειρία και την πληροφορία, η οποία εκπορεύεται απ’ αυτήν, την μετέτρεψαν σε ουσιαστική, εξελικτικώς αναπαραγόμενη, γνώση και, βασιζόμενοι πρωτίστως στην μεθοδική αποδεικτική διαδικασία, παρήγαγαν σοφία. Δηλαδή, σε τελική ανάλυση, την Επιστήμη. Βασικό τους όπλο υπήρξε η «πραγματική σκέψη», όπως προσφάτως την «κωδικοποίησε» ο Κορνήλιος Καστοριάδης ως μέθοδο που επιτρέπει, διαδοχικώς:

α) Αρχικώς την «εξήγηση», που σημαίνει την αναγωγή ενός φαινομένου στις αιτίες του.

β) Έπειτα την «κατανόηση», που σημαίνει την δημιουργία νοημάτων για την σύλληψη της σημασίας της εξήγησης.

γ) Και, τελικώς, την «διαύγαση», που σημαίνει την μέσω της εξήγησης και της κατανόησης ολιστική σύλληψη της γνώσης. Κάπως έτσι το Πνεύμα φθάνει στον τελευταίο σταθμό του ταξιδιού της επιστημονικής δημιουργίας, που είναι η Φιλοσοφία.

3. Τέλος, δεν πρέπει να προσπεράσει κανείς το γεγονός ότι Ίωνες και Προσωκρατικοί, ακριβώς επειδή υπήρξαν συνεπείς πολέμιοι της πνευματικής «αιχμαλωσίας» του μύθου και του δόγματος κατά τα προαναφερόμενα, ουδέποτε επιφύλαξαν στο έργο τους ένα είδος επιστημονικού «σολιψισμού». Όλως αντιθέτως, και μ’ αφετηρία π.χ. τις ρήσεις του Ηράκλειτου «πάντα χωρεί και ουδέν μένει» και του Πρωταγόρα «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», έβαλαν πρώτοι στο χώρο της επιστήμης τον «θεμέλιο λίθο» της σχετικότητας. Άρα, έστω κι εμμέσως, της επιλάθευσης, που επειδή δεν θεωρεί τίποτε δεδομένο αλλ’, όλως αντιθέτως, ανοίγει τον δρόμο αναγνώρισης του σφάλματος προκειμένου η επιστημονική έρευνα να εξελιχθεί ως την τελική, οριακή, καταγωγή της, συνιστά τον θεμέλιο λίθο της Επιστημονικής Μεθόδου. Είναι, λοιπόν, οι Ίωνες και οι Προσωκρατικοί που, κατ’ αποτέλεσμα, υπήρξαν οι εμπνευστές του Καρλ Πόπερ, όταν έγραφε για την «ανοιχτή κοινωνία και τους εχθρούς της» -ο ίδιος, άλλωστε, τ’ ομολογεί, ουσιαστικώς ευθέως, στο έργο του «Ο κόσμος του Παρμενίδη, Δοκίμια για τον προσωκρατικό διαφωτισμό», εκδ. Καρδαμίτσα, 2002- και του Τόμας Κουν, όταν θεμελίωνε την θεωρία του για την «δομή των επιστημονικών επαναστάσεων». Δε ήταν, άραγε, αυτοί που –για ν’ αναχθούμε στο κατά Κουν πρότυπο της επιστημονικής επανάστασης- αποτέλεσαν την πρώτη, πραγματική, «επιστημονική κοινότητα», η οποία διαμόρφωσε και το επίσης πρώτο, γνήσιο, «επιστημονικό παράδειγμα», αφήνοντας μάλιστα ανοιχτό το δρόμο της μελλοντικής αμφισβήτησής του και αντικατάστασής του από ένα νέο παράδειγμα με το ανάλογο περιβάλλον μιας εξίσου νέας επιστημονικής κοινότητας;

Β. Το «ξεμάγεμα» της σκέψης.

Αυτό το «ξεμάγεμα», η «απομάγευση» του κόσμου μέσω της επιστημονικής μεθόδου σημαίνει, όπως τονίσθηκε, την απελευθέρωση της σκέψης από τα «μάγια» του μύθου. Κατά βάθος είναι μια πραγματική «έκρηξη» ελευθερίας της σκέψης, η οποία μετάγει τον Άνθρωπο από την κατάσταση της μεταφυσικής εξάρτησης σ’ εκείνη της οντολογικής κατανόησης μιας αυτονομίας, που όσο επώδυνη κι αν φαίνεται λόγω της αβεβαιότητας του τυχαίου, δεν παύει να είναι τελικώς λυτρωτική αναφορικά με την πεμπτουσία της σχέσης του Ανθρώπου με τον κόσμο γύρω του. Αυτή όμως η εκ μέρους του κατανόηση, υπό όρους οντολογίας, της ελευθερίας και της αυτονομίας του είναι η «βασιλική οδός» της Φιλοσοφίας.

1. Η προαναφερόμενη στενή διαλεκτική σχέση μεταξύ Επιστήμης και Φιλοσοφίας βρήκε την πρώτη –και ίσως μεγαλύτερη ιστορικώς- κορύφωσή της στο φαινόμενο «Αριστοτέλης». Ο Αριστοτέλης υπήρξε ο μέγιστος των φιλοσόφων και πραγματικός πανεπιστήμονας. Συγκεκριμένα, η ευρύτητα των επιστημονικών ενδιαφερόντων του Αριστοτέλη δεν έχει όμοιά της στην ιστορία της παγκόσμιας σκέψης. Συνήθως εξαίρουμε το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης ενδιαφέρθηκε για ένα πεδίο γνωστικών αντικειμένων μοναδικής ευρύτητας. Και, ίσως, δεν τονίζουμε όσο πρέπει το γεγονός ότι, στην πραγματικότητα, θεμελίωσε την πλειονότητα των επιστημών. Ο Αριστοτέλης έχει, κατ’ ουσίαν, θέσει τις επιστημονικές βάσεις της πολιτειολογίας, της ηθικής, της κοινωνιολογίας, της αισθητικής, της λογοτεχνίας, της λογικής, της φιλοσοφίας των μαθηματικών, της οντολογίας, της ψυχολογίας, της βιολογίας, της μετεωρολογίας, της αστρονομίας, και όχι μόνον. Ειδικά όσον αφορά την συνεχώς και ραγδαίως εξελισσόμενη επιστήμη της βιολογίας –ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο 21ος είναι ο αιώνας της βιολογίας- η αριστοτελική σκέψη, παρά το πέρασμα τόσων αιώνων, εξακολουθεί ν’ ασκεί μεγαλύτερη επιρροή από την σκέψη κάθε άλλου φιλοσόφου.

2. Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της συμβολής και συνεισφοράς του Αριστοτέλους στην δημιουργική πορεία του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος αρκεί ν’ αντιληφθεί ότι υπήρξεν ο πρώτος που έκανε την διάκριση, αλλά και προσδιόρισε –έστω και σε γενικές γραμμές- τις αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ Επιστήμης και Φιλοσοφίας, ύστερα από μια μακρά περίοδο «σύγκρουσης». Συγκεκριμένα ο Αριστοτέλης, στα έργα του γενικώς, διέκρινε, αμέσως ή εμμέσως, τα περί του φυσικού κόσμου από τα φιλοσοφικά ζητήματα. Απτό δείγμα αυτής της επιστημονικοφιλοσοφικής νοοτροπίας του υπήρξε το έργο του «Περί ψυχής», στο πλαίσιο του οπίου ανακινεί ευθέως το ζήτημα αν ο περί ψυχής λόγος εμπίπτει στο πεδίο της φυσικής θεωρίας ή του φιλοσοφικού στοχασμού. Τολμώ δε να προτείνω ότι αυτός είναι ο ορθότερος αλλά και ασφαλέστερος τρόπος για να κατανοήσουμε την ουσία του όλου έργου του Αριστοτέλους «Μετά τα φυσικά», έργου που, όπως είχα την ευκαιρία να θυμίσω προλογίζοντας ένα Συνέδριο αφιερωμένο στα 2400 χρόνια από τον θάνατο του Σταγειρίτη, «στοιχειώνει» ως σήμερα την Φιλοσοφία στην προσπάθειά της να συλλάβει τις πραγματικές διαστάσεις του έργου τούτου.

  1. Το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα «αιγίδα» του Πολιτισμού μας.

Όπως ήδη επισημάνθηκε εισαγωγικώς, η καθοριστική συμβολή του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος στην έκβαση του Ευρωπαϊκού και του εν γένει Δυτικού Πολιτισμού, πρωτίστως μέσω της θεμελίωσης –κατά κυριολεξία- της Επιστήμης και της Φιλοσοφίας, παρέχει ταυτοχρόνως και τα εφόδια για την υπεράσπιση του Πολιτισμού αυτού από τους κινδύνους, οι οποίοι υπονομεύουν σήμερα τα θεμέλιά του. Μ’ άλλες λέξεις αρκεί να έχουμε κατά νου με ποιο τρόπο το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα οδήγησε στην δημιουργία του Πολιτισμού μας, για να συνθέσουμε τα κατάλληλα αντισώματα εναντίον του «ιού», που «πολιορκεί» τον πνευματικό ανοσοποιητικό θώρακά του. Επιτρέψατέ μου λοιπόν στο σημείο αυτό να γίνω σαφέστερος:

Α. Ο Πολιτισμός μας σε κίνδυνο.

Μ’ αφετηρία τους κατά τ’ ανωτέρω στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ, θα μπορούσε καθένας βασίμως να ισχυρισθεί ότι ο Πολιτισμός μας τίθεται σε κίνδυνο όταν το διάνυσμα της δημιουργίας του, που συντίθεται –κι ας μου συγχωρηθεί αυτή η σχηματικότητα που, πάντως, δεν είναι αβάσιμη κι αυθαίρετη- από την μετατροπή της πληροφορίας σε γνώση και της γνώσης σε σοφία, αρχίζει ν’ αντιστρέφεται. Όταν δηλαδή, σε πλήρη αντίθεση προς τις κατευθυντήριες επιταγές του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος, η σοφία τείνει να μεταπέσει στο επίπεδο της γνώσης και, εν τέλει, η γνώση τείνει να περιορισθεί στην κατάσταση της απλής συλλογής και, έστω, συστηματοποίησης της πληροφορίας. Κι ας μην ξεχνάμε ότι, κατά κανόνα που η Ιστορία επιβεβαιώνει καθημερινά, κάθε κατάκτηση του Ανθρώπου προς την τελική του καταξίωση, από την πιο ανεπαίσθητη ως την πιο καθοριστική, κινδυνεύει όταν οι αντηρίδες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε χάνουν τον στατικό δυναμισμό τους, συνήθως εξαιτίας της ανθρώπινης αβελτηρίας και, κατ’ εξοχήν, της αβελτηρίας που οφείλεται στην υποτίμηση των χρόνιων κραδασμών στο υπέδαφος των αντηρίδων αυτών.

Β. Οι «οιωνοί» της παρακμής.

Υπάρχουν, άραγε, σημάδια που δείχνουν στις μέρες μας μια τέτοια αναστροφή, η οποία όχι μόνον εμποδίζει τον Πολιτισμό μας να κάνει ένα αποφασιστικό βήμα υπέρβασης των ήδη μεγάλων επιτευγμάτων του, αλλά υποσκάπτει, κυριολεκτικώς, τα θεμέλιά του εκείνα που στηρίχθηκαν στις ανυπέρβλητες αντηρίδες του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος; Πιστεύω πως ναι. Και είναι απόλυτη ανάγκη να δούμε, το συντομότερο δυνατό και κατάματα, πού οφείλεται μια τέτοια δυσοίωνη προοπτική, έτσι ώστε όσο υπάρχει καιρός ν’ ανακοπεί.

1. Ουδείς μπορεί, με πειστικά επιχειρήματα, ν’ αμφισβητήσει το γεγονός ότι η πρόσφατη εξέλιξη της τεχνολογίας, ενώ έχει πολλαπλές ευεργετικές συνέπειες ως προς την σύλληψη της ουσίας του κόσμου μας, επέφερε και σημαντικές παρενέργειες όταν ορισμένες εκφάνσεις της «λοξοδρόμησαν» σε σχέση με τον πραγματικό προορισμό της.

2. Επιτρέψατέ μου ν’ αναφέρω δύο από τις παρενέργειες αυτές, τις οποίες θεωρώ και τις πιο καθοριστικές:

α) Η πρώτη αφορά την ραγδαία εξάπλωση κι επικράτηση της απόλυτης εξειδίκευσης- σ’ όλα τα επίπεδα οικοδόμησης του επιστητού, από την περίοδο της «μαθητείας» ως και την τελική φάση της πιο εξελιγμένης έρευνας- της επιστημονικής γνώσης. Αυτός ο αυτοπεριορισμός του επιστημονικού πεδίου με το ωραιοποιητικό περικάλυμμα ενός είδους «splendid isolation», σε συνδυασμό με την, προφανή ή και κραυγαλέα, έλλειψη μηχανισμών ουσιαστικής επικοινωνίας των επιστημόνων-εκπροσώπων συγγενών κλάδων, στερεί, νομοτελειακώς, από τον πραγματικό επιστήμονα την δυνατότητα της ολιστικής σύλληψης της επιστήμης του και του αντικειμένου της, ως ευρύτερου συνόλου που απαρτίζεται από συγκοινωνούντα μεταξύ τους επιμέρους υποσύνολα. Έτσι όμως η «σοφία» καθίσταται ανέφικτη, ενώ και η απλή γνώση τείνει να μεταπέσει στο επίπεδο της απλής συλλογής και ταξινόμησης της πληροφορίας. Κάτι που δεν απέχει πολύ από μια μορφή συγκεκαλυμμένου –κάτω από την «λεοντή» μιας, δήθεν, επιταγής της σύγχρονης επιστημονικής δεοντολογίας- «εμπειρισμού». Κι εδώ, προκειμένου να μην υπάρχει οιαδήποτε παρεξήγηση, διευκρινίζω τούτο: Ουδείς μπορεί να υποτιμήσει την αξία του εμπειρισμού, πλην όμως ως σημαντικού μεθοδολογικού συμπληρώματος προκειμένου η πληροφορία να καταστεί γνώση και η γνώση σοφία. Και όχι, βεβαίως, προκειμένου να οδηγήσει στην εμπέδωση της, έστω και πλήρως συστηματοποιημένης, πληροφορίας, ως οιονεί τελικού σταδίου της επιστημονικής έρευνας υφ’ όλες της τις εκφάνσεις.

β) Η δεύτερη αφορά την εδραίωση μιας οικονομικής παγκοσμιοποίησης, δίχως τους θεσμικούς και τους stricto sensu οικονομικούς μηχανισμούς, οι οποίοι θα ήταν σε θέση ν’ αποτρέψουν τις δυνάμεις στρέβλωσης του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος που το απομακρύνουν, ολοένα και περισσότερο, από τις ρίζες του και τον προορισμό του.

β1) Ας μην ξεχνάμε ότι οι ρίζες αυτές και ο συνακόλουθος προορισμός ήταν οι παράγοντες που επέτρεψαν, αιώνες τώρα, στον καπιταλισμό να εξελιχθεί στο οικονομικό εκείνο σύστημα, το οποίο επιτρέπει στον Άνθρωπο να υπερασπισθεί την αξία του και ν’ αναπτύξει ελευθέρως την προσωπικότητά του με τον καλλίτερο και πιο παραγωγικό τρόπο. Οπωσδήποτε δε καλλίτερο από εκείνον που διέθετε ο μεγάλος «αντίπαλος» του καπιταλισμού, ο μαρξισμός, πράγμα που πιστοποίησε με τον πιο «εκκωφαντικό» τρόπο η κατάρρευση του τελευταίου, τουλάχιστον υπό την εκδοχή του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

β2) Αυτή η στρεβλωτική τάση της υπό τις ανωτέρω συνθήκες παγκοσμιοποίησης, εξαιτίας της δυσμενούς επιρροής της και σ’ επιστημονικούς χώρους πολύ πέραν της οικονομίας –με πιο χαρακτηριστικό εκείνον της, stricto sensu, τεχνολογίας για τον οποίο έγινε λόγος προηγουμένως- λειτουργεί, κατ’ αποτέλεσμα, αποτρεπτικώς ως προς την τάση του σύγχρονου επιστήμονα ν’ αποκτήσει μια συνολικότερη αντίληψη των επιπτώσεων της έρευνάς του. Σε συνδυασμό λοιπόν με την προμνημονευόμενη τάση εξειδίκευσης, η παγκοσμιοποίηση αυτή επιτείνει την τάση μετάπτωσης της σοφίας σ’ απλή γνώση και της γνώσης σε πληροφορία. Ιδίως δε σε πληροφορία προορισμένη να «τεκμηριώσει» καταλλήλως –και, ίσως, με μια τάση «αμάχητου τεκμηρίου» που καλλιεργεί μιαν ιδιότυπη νοοτροπία «δόγματος»- την νομοτελειακή «αυτορρύθμιση» της οικονομίας, η οποία έχει ως συνέπεια την «δαιμονοποίηση» κάθε ίχνους διορθωτικού κρατικού παρεμβατισμού και την αντίστοιχη «θεοποίηση» της ολοκληρωτικής «απορρύθμισης», δηλαδή της ουσιαστικής κατάργησης των παρεμβατικών αρμοδιοτήτων των επιμέρους κρατικών οργάνων.

β3) Πέραν τούτων όμως η παγκοσμιοποίηση αυτής της μορφής καλλιεργεί, από την φύση της, μιαν ιδιόμορφη νοοτροπία υλισμού –με την έννοια της αναγκαστικής προσήλωσης στην «βιωτή» που η ίδια η παγκοσμιοποίηση συνεπάγεται προσδιορίζοντας, καθοριστικώς, τις ανάγκες των ανθρώπων- εντελώς αντίθετη προς τις «οραματικές» προοπτικές, οι οποίες συνιστούν απαραίτητη προϋπόθεση για την, σύμφυτη με την μετάβαση από την πληροφορία στη γνώση και από την γνώση στη σοφία, υπέρβαση της τετριμμένης καθημερινότητας. Ίσως αυτό υπονοούσε το Τ.Σ. Έλιοτ όταν, στους προαναφερόμενους στίχους του, προσέθετε την εξής συνέχεια:

«Οι εποχές τ’ Ουρανού μες στους είκοσι αιώνες

Μας φέρνουν μακρύτερ’ απ’ το Θεό και κοντύτερα

προς το Χώμα».

Υπενθυμίζω ότι, όπως ήδη διευκρινίσθηκε πιο πάνω, οι στίχοι αυτοί του Τ.Σ. Έλιοτ γράφτηκαν λίγο μετά το πρώτο τρίτο του κατά τον Έρικ Χομπσπάουμ «σύντομου αιώνα» («Η εποχή των άκρων: Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας», εκδ. ΜΙΕΤ, 9η ανατ., 2012), αφού κατ’ αυτόν ο εικοστός αιώνας «άρχισε» το 1914, με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και «τελείωσε» το 1991, με την διάλυση της ΕΣΣΔ και την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.

γ) Καταληκτικώς, εξειδίκευση και παγκοσμιοποίηση, υπό την έννοια που προεκτέθηκε, μεσ’ από τον δογματισμό –και τις συνακόλουθες εμμονές- που καλλιεργούν για να διαιωνίσουν την επικυριαρχία των σκοπιμοτήτων τους και του αντίστοιχου «υλισμού» τους, οδηγούν, αμέσως ή εμμέσως, στην αναβίωση μιας νοοτροπίας επιστημονικού «σολιψισμού», υποταγμένου στην επικυριαρχία της πεζής καθημερινότητας. Νοοτροπίας η οποία είναι εντελώς αντίθετη προς τον πραγματικό προορισμό της επιστημονικής δημιουργίας. Αφού, όπως εκτέθηκε, προϋπόθεση της επιστημονικής εξέλιξης είναι η εκ προοιμίου αναγνώριση της σχετικότητας των εκάστοτε επιστημονικών συμπερασμάτων και η συνακόλουθη αποδοχή του ενδεχομένου επιλάθευσής τους, επέκεινα δε η υπέρβαση κάθε μορφής συμβιβασμού με μια δεδομένη καθημερινότητα. Με βάση όμως αυτά τα δεδομένα ίσως πρέπει να επιχειρήσουμε ένα «ξαναμάγεμα» του δικού μας κόσμου, όχι με την έννοια της επανόδου στην αιχμαλωσία του μύθου και του δόγματος, αλλά με τη μορφή της δημιουργίας ενός είδους ορθολογικού ανθρωπιστικού «τοτέμ», μπροστά στο οποίο η επιστήμη οφείλει να «υποκλίνεται» για να διαδραματίσει τον φυσικό της ρόλο, δηλαδή την υπαγωγή της στην υπηρεσία του Ανθρώπου κατά την διαδρομή του προς τον τελικό προορισμό του. Έστω κι αν το εγχείρημα αυτό φαίνεται οριακό, δοθέντος ότι οδηγεί τον Άνθρωπο στην ασυμβίβαστη υπεράσπιση της αξίας του και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του, με απώτερο στόχο την ολοκλήρωση της μεγαλειώδους πορείας του που κατατείνει στο να καταστεί ο Άνθρωπος εικόνα και ομοίωση του Δημιουργού του.

Επίλογος

Συνοψίζοντας λοιπόν τα όσα προαναφέρθηκαν, βασίμως μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η συμβολή του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος σε σχέση με τον Πολιτισμό μας, ήτοι τον σύγχρονο Ευρωπαϊκό και, εν γένει, Δυτικό Πολιτισμό είναι, τουλάχιστον, διπλή: Από τη μια πλευρά το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα διέπλασε τον Πολιτισμό αυτόν θέτοντας, μέσω της απελευθέρωσης του Πνεύματος από τον μύθο, τις βάσεις της Επιστήμης και, σε τελικό στάδιο, της Φιλοσοφίας. Θάλεγε κανείς πως ο Πολιτισμός μας γεννήθηκε από το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα όπως, κατά την μυθολογία, η Αθηνά βγήκε από το κεφάλι του Δία, πάνοπλη, φορώντας περικεφαλαία και κρατώντας ασπίδα. Και, από την άλλη πλευρά, μας δείχνει σήμερα το δρόμο υπεράσπισης του Πολιτισμού μας, κυρίως δια της αποτροπής της μετάπτωσης της Επιστήμης και της Φιλοσοφίας σε άγονα εμπειρικά πεδία σώρευσης απλής γνώσης και συλλογής άπειρης, πλην όμως ανώφελης, πληροφορίας. Μεσ’ απ’ αυτή την διπλή συμβολή του το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα μένει αενάως ζωντανό κι επίκαιρο, τόσον ως γενάρχης όσο και ως αμετακίνητος πυλώνας του Πολιτισμού μας και τον προτρέπει, στην σύγχρονη ζοφερή συγκυρία, με τα λόγια που βάζει ο Οδυσσέας Ελύτης στο στόμα του Αντιφωνητή προς τη Μαρία Νεφέλη: «Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά». Διότι χωρίς ένα τέτοιο άλμα, πολύ σύντομα ο Πολιτισμός μας θα μοιάζει με «υπερκαινοφανή», ένα «μεγαλιθικό» άστρο που σβήνει ταχύτατα διότι φέρνει, για να ξαναθυμηθούμε τον Τ.Σ. Έλιοτ στο ίδιο ποίημά του, «Τη γνώση των λόγων και την άγνοια του Λόγου». Και για το τι σημαίνει «Λόγος», ας γυρίσουμε πίσω στον Ηράκλειτο που τον περιγράφει, περίπου, ως την αιωνίως και αενάως σταθερή ρυθμιστική αρχή η οποία εξασφαλίζει την ενότητα του κόσμου: «Του δε λόγου τουδ’ εόντος αεί». Κι αρκετά μεταγενεστέρως, αλλά πάντα σε μια διήκουσα γραμμή, στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο: «Εν αρχή ήν ο Λόγος και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός ήν ο Λόγος». Ως προς το ποια είναι η πραγματική θέση του Ανθρώπου απέναντι σ’ αυτό το Λόγο, την απάντηση, με την μορφή «αντίστιξης», δίνει εύγλωττα ο Κώστας Αξελός («Γιατί σκεφτόμαστε; Τι να πράξουμε: Δύο διαλέξεις-δοκίμια», εκδ. Νεφέλη, 1993): Ο Λόγος είναι το «ανοιχτό Παιχνίδι του Χρόνου, όπου ο Άνθρωπος είναι συγχρόνως παίκτης και παίγνιο». Ακριβώς όπως τον περιγράφει, με τρόπο μοναδικό στα χρονικά της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, ο Σοφοκλής τόσο στον, «μοιραίο» κι εμβληματικό ως «ηγέτη», «Οιδίποδα Τύραννο», όταν ο Οιδίπους υπερασπίζεται την «Πόλη», όσο και στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ», όταν υπερασπίζεται πια τον εαυτό του για ν’ αμυνθεί απέναντι στην Ειμαρμένη αλλά κι απέναντι σ’ εκείνους που την εκμεταλλεύονται με σκοπό να σκυλεύσουν την άτεγκτη προς αυτόν μοίρα του προς ίδιον όφελος, σε μια κορυφαία «τραγική» ανάδειξη της διαχρονικής πληγής της πολιτικής, του κυνισμού.

 

*ΣΗΜΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ «Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ» ΣΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΤΙΣ 29.8.2016

LinkedIn