Αποδιοπομπαίος ο Μητσοτάκης και το ΠΑΣΟΚ δεν αρκεί ως συμπλήρωμά του: Ώρα να στραφεί ο Τσίπρας σε νέες δυνάμεις που θα εφαρμόσουν την πολιτική του- αποσύροντας βαρίδια και πρόσωπα της ήττας του 2019 που τον καθηλώνουν- για να αποκτήσει ρεύμα επικράτησης

Του Γ. Λακόπουλου

 

Σπάνια υπάρχει τόσο διαυγής εικόνα της πολιτικής σκηνής όπως σήμερα. Όποιος απομακρύνει το δημοσκοπικό γράσο από τα μάτια του και απομακρυνθεί από τις κομματικές συσκοτίσεις θα δει καθαρά ποιοι παράγοντες μπορούν να διαμορφώσουν τις πολιτικές εξελίξεις εν όψει των εκλογών.

Πρώτο: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι πλέον κάτι περισσότερο από αποτυχημένη: είναι αποδιοπομπαία. Ο Πρωθυπουργός, του οποίου ακόμη και ο τρόπος ζωής είναι προκλητικός, στρέφει διαρκώς όλο και περισσότερους εναντίον του.

Η επέλαση της ακρίβειας, λειτούργησε ως καταλύτης  στην απογύμνωσή του και η κάλυψη -που του προσφέρει το μιντιακό σύστημα- με το αζημίωτο- μάλλον τον ζημιώνει περισσότερο. Η πραγματικότητα είναι πιο ισχυρή από την προπαγάνδα: απέτυχε και πρέπει να φύγει

Δεύτερο: Το θολό ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη, όπως ξανά-μετονομάσθηκε το ΚΙΝΑΛ της Φώφης, παραμένει κόμμα χωρίς προοπτική  καθώς έχει δυο ελλείψεις: δεν διαθέτει ισχυρή ηγεσία και διαυγή πολιτική ταυτότητα. 

Ο επικεφαλής του είναι προϊόν του κομματικού σωλήνα χωρίς προσωπικό πολιτικό εκτόπισμα και οι χονδροειδείς αναφορές στην Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατια δεν καλύπτουν το ιδεολογικό κενό.    

Η υπαγόρευση όρων από τον Λοβέρδο, η αναδιοργάνωση των «Γεννηματικών»  και ο  ρεβανσισμός της ομάδας Γ. Παπανδρεου – που δεν  ανέχεται να μένει κάτω από τον υποδεέστερο, όπως τον αναδείκνυε προεκλογικά ο ίδιος τον Ανδρουλάκη- τον αποσταθεροποιούν. Παρά τη στήριξη  από μιντιακά κέντρα της διαπλοκής, ως  μετεκλογικό συμπλήρωμα του Μητσοτάκη. 

Η  κυβερνητική ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ

Απέναντι και στα δυο κόμματα της συγκυβέρνησης του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ του  Αλέξη Τσίπρα, παλεύει να αναδειχθεί ως εναλλακτική λύση, αξιοποιώντας κυρίως το βασικό του πλεονέκτημα στη Δημοκρατική Παράταξη: το βεληνεκές της δημόσιας παρουσίας του Τσίπρα.

Ωστόσο ως πολιτικός φορέας καθυστέρησε να διευρυνθεί και να βάλει στο ίδιο κομματικό κανάλι την Αριστερά και την Κεντροαριστερά. Με αποτέλεσμα, καθώς πλησιάζουν οι εκλογές, να μην διακρίνεται νέα κυβερνητική ομαδα, ενώ τα πρόσωπα που οδήγησαν την ήττα του 2019 επιστρέφουν ως πρωταγωνιστές και συντηρούν το χάσμα με τον κοινωνία.

Η αλήθεια είναι ότι κυβερνητικό προφίλ έχουν πράγματι ορισμένοι βουλευτές που αναδείχθηκαν επί Τσίπρα και κάποιοι- όχι πολλοί- προερχόμενοι από το ΠΑΣΟΚ και μπορούν να εκπροσωπήσουν με επάρκεια την πολιτική πρόταση του Αλέξη Τσίπρα για προοδευτική κυβέρνηση.  

Αλλά η πλειοψηφία των κομματικών παραγόντων που βρίσκονται στο προσκήνιο δεν πείθουν ως μέλλοντες διαχειριστές. Δεν χρειάζονται μισόλογα: κανείς δεν προτίθεται να δει, σε μια κρίσιμη στιγμή για την χώρα, να αναλαμβάνουν υπουργικούς ρόλους όσοι έχουν εκτεθεί με τις συμπεριφορές, τις ανεπάρκειες και τις ιδεοληψίες τους. 

Για τα πιάσουμε δειγματοληπτικά όλο το εσωκομματικό φάσμα του Πολιτικού Συμβουλίου: μια χαρά άνθρωποι -και ίσως και καλοί «κομματικοί» – είναι ο Παππάς, ο Τζανακόπουλος, ο Σκουρλέτης, η Δούρου, ο Φλαμπουράρης, ο  Φίλης, ο Μπίστης, η Τζάκρη, ο Πολάκης,  η «ομάδα Παναγιωτακόπουλου» και οι «νεολαίοι του Άκη» από το ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν κάνουν για την επόμενη κυβέρνηση Τσίπρα. Τουλάχιστον αυτή την εντύπωση έχει η κοινωνία. 

Το δίλημμα των εκλογών

Στον κομματικό χώρο του ΣΥΡΙΖΑ -και στη ζώνη των  «άστεγων» του πρώην ΠΑΣΟΚ- υπάρχουν στελέχη  με κοινωνική αποδοχή. Όπως υπάρχουν και στον ευρύτερο πολιτικό χώρο του πρόσωπα που θέλουν να  συμβάλουν στην ήττα της ΝΔ και μπορούν να αναλάβουν κυβερνητικές ευθύνες για λογαριασμό του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά μένουν έξω από το κόμμα και τα όργανά του, απωθούμενοι από τα «βαρίδια» που κρατούν τα κομματικά αξιώματα και καθηλώνουν το κόμμα.

Ποσοστά  36% και 32% διαμορφώθηκαν λόγω της παρουσίας του Τσίπρα στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Αν πρόκειται να επαναληφθούν θα είναι πάλι λόγω του προσωπικής επιρροής του στο εκλογικό σώμα.  

Αυτή η επιρροή αποδυναμώνεται όσο δίπλα του υπάρχουν φιγούρες με συγκεκριμένες επιβαρύνσεις, κάποιοι που προκαλούν και πάντως όσοι απλώς δεν έχουν τα προσόντα που αναζητά η κοινωνία για να εναποθέσει την τύχη της στην  προοδευτική κυβέρνηση. Έτσι η προοπτική της εκλογικής νίκης απομακρύνεται.

Στις  εκλογές, οι πολίτες θα κληθούν να απαντήσουν σε ένα απλό δίλημμα: Μητσοτάκης ή Τσίπρας;  Όχι ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ.

Ό,τι και αν ισχυρίζονται οι φιλοκυβερνητικοί΄ αναλυτές ο Τσίπρας ως πολιτική παρουσία πλεονεκτεί έναντι του αντιπάλου του για έναν απλό λόγο: είναι κυρίαρχος στη μεγάλη δεξαμενή όσων αυτοτοποθετούνται στη Δημοκρατική Παράταξη, σε αντίθεση με τον Μητσοτάκη τον οποίο οι συντηρητικοί ψηφοφόροι δεν αναγνωρίζουν ως παραταξιακό ηγέτη. 

Ποιοι δεν αρέσουν και ποιοι μπορούν 

Ωστόσο ενώ η «ορατή» ΝΔ επί Μητσοτάκη ανανεώθηκε και εμπλούτισε το ανθρώπινο δυναμικό της, ο παλαιός ΣΥΡΙΖΑ παραμένει στο κομματικό ρετιρέ- ακόμη και όταν εκπροσωπείται από νέα πρόσωπα. Ιδιαίτερα όσοι    αυτοπροσδιορίζονται ως «Αριστερά», και δεν έχουν καμία σχέση με την σύγκρουση αριστερή αντίληψη των προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης για τη διακυβέρνηση, απλώς ανανεώνουν την » προβληματική» πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο κόμπος όμως φτάνει το χτένι. Οσονούπω ο Τσίπρας θα αναμετρηθεί στα μαρμαρένια αλώνια με τον Μητσοτάκη, τον οποίο ένα πανίσχυρο σύστημα θα επιχειρήσει να κρατήσει στην κυβέρνηση επενδύοντας πολλά λεφτά σε εξελιγμένες επικοινωνιακές τεχνικές.

Δεν θα εκθειάζουν τον Πρωθυπουργό -απλώς θα τον σκηνοθετούν, αλλά κυρίως θα επιτίθενται στον αντίπαλό του με θεμιτά και κυρίως αθέμιτα μέσα- συμπεριλαμβανομένης και της παρωδίας των Ειδικών Δικαστηρίων.

Απέναντι σ’ αυτό το σύστημα, αν ο Τσίπρας εμφανιστεί πλαισιωμένος με πρόσωπα που «δεν αρέσουν» ή «δεν μπορούν», θα αποδυναμώσει τον εαυτό του. 

Για να αντιμετωπίσει την υπεροπλία του Μητσοτάκη και να φέρει στην κάλπη την -αμήχανη τα τελευταία χρόνια- δημοκρατική κοινή γνώμη πρέπει να έχει ορατή απάντηση στο πιο φυσιολογικό ερώτημα σε εκλογές: με ποιους θα κυβερνήσει.  

Ποιος θα είναι ο υπουργός Εξωτερικών του, Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης, Υγείας κλπ.;  Ποιοι θα υλοποιήσουν όσα αναφέρει στο πρόγραμμά του;

 Όχι να ανακοινώσει πρόσωπα. Αλλά να καταστήσει σαφείς ότι οι δεξαμενές του είναι περισσότερες και πιο περιεκτικές από το Πολιτικό Συμβούλιο του κόμματος και τους τομεάρχες του στη Βουλή.  Δεν θα πάρει την εντολή για σχηματισμό κυβερνηση η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ο ίδιος. 

Αν η απάντηση είναι ότι οι υπουργοί θα προέλθουν από όσους βρίσκονται στα κομματικά όργανα του ΣΥΡΙΖΑ , το αποτέλεσμα θα είναι απογοητευτικό.

 Δεν υπάρχουν κορόιδα να ψηφίσουν όσους νομίζουν ότι θα πάρουν «ρεβάνς» ή όσους  θεωρούν ότι η κομματική ιδιότητα τους καθιστά και υποψήφιους υπουργούς.  Όπως δεν τους καθιστά και η στοχοποίηση τους από τη σημερινή κυβέρνηση. 

Το βάρος στα ψηφοδέλτια

Τα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ- αλλά και τα ψηφοδέλτια για την Αυτοδιοίκηση- είναι η τελευταία ευκαιρία που έχει ο Τσίπρας να αναδείξει την ανάγκη επιστροφής του στην κυβέρνηση, εμφανίζοντας νέο πολιτικό προσωπικό που θα συσπειρώνει την Δημοκρατική Παράταξη δίπλα του. 

Με τη διαμόρφωσή τους -χωρίς να λαμβάνει υπόψη εσωκομματικές πιέσεις και ισορροπίες- πρέπει να φέρει στο προσκήνιο -ως υποψήφιους βουλευτές, συνεργάτες του και αυτοδιοικητικούς- δυο ομάδες εν δυνάμει κυβερνητικών στελεχών:

Μια είναι ό,τι καλύτερο διαθέτει το κόμμα του –με σημερινά κυβερνητικά κριτήρια– και από την άλλη πρόσωπα που θα αποδεχθεί η κοινωνία και θα του δώσουν ώθηση στην τελική ευθεία προς τις κάλπες.

Αυτό είναι δική του δουλειά και όχι των «οργάνων». Αρκεί να αποσύρει από το  προσκήνιο τους ανθρωποδιώχτες και να ρίξει τα φώτα της δημοσιότητας σε  πραγματικά ικανούς και κατάλληλους να κυβερνήσουν.  Για τα υπόλοιπα θα αποφασίσουν οι πολίτες.