Γιατί θάφτηκε η κατάθεση Τουλουπάκη; Γιατί αναδεικνύει ότι η έρευνα για σκάνδαλο Νοβάρτις μπορεί να ξανανοίξει. Για όλους.

Του Γ. Λακόπουλου

Το υπόμνημα που κατέθεσε η, ηρωική, επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς Ελένη Τουλουπάκη στον  Άρειο Πάγο- λόγω των μηνύσεων που κατατέθηκαν σε βάρος της από πολιτικούς τους οποίους ερευνούσε νομίμως- είναι συγκλονιστικό  κείμενο.  Για δυο λόγους:

Ο ένας είναι η κραυγή αγωνίας της δικαστικής λειτουργού για την τύχη της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα, από τη στιγμή που αντί να διωχθούν οι ύποπτοι διώκονται οι… εισαγγελείς.  Αυτή η αναφορά θα μείνει στην Ιστορία του Δικαστικού Σώματος:

«Οπου οι κυνηγοί της διαφθοράς, μετατρέπονται σε θηράματα συμφερόντων, η διαφθορά θα ανθίζει.  …Αναρωτιέμαι μετά την παρούσα υπόθεση ποιος δικαστικός λειτουργός θα τολμήσει να ασχοληθεί με θέματα διαφθοράς πολιτικού προσώπου; Θα υπάρξει ποτέ ξανά κανείς πρόθυμος να καταθέσει ως μάρτυρας σε ένα κράτος που το καθεστώς προστασίας που ισχύει σε όλα τα πολιτισμένα κράτη, απαξιώνεται ως δοσιλογισμός; Ποια ξένη αρχή θα ξαναδώσει στοιχεία στην Ελλάδα;».

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι όσα παρατίθενται σε 95 σελίδες, δεν κονιορτοποιούν απλώς τις επιθέσεις εναντίον της και δεν καταρρίπτουν μόνο την ελεεινή θεωρία της «σκευωρίας» και τις μεθόδους  στήριξής της. 

Από το  υπόμνημά -που είναι επίσημο κείμενο της εισαγγελικής αρχής- προκύπτει αυτό που πολλοί προσπαθούν να αποσιωπήσουν: η έρευνα για τα δέκα πολιτικά πρόσωπα δεν παραμένει απλώς ανοικτή για τους τρεις από αυτούς, αλλά μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανοίξει και για τους άλλους εφτά.  

Η εισαγγελέας Τουλουπάκη τονίζει ότι οι ενδείξεις που οδήγησαν στη έρευνα υπερβαίνουν τις καταθέσεις προσώπων.

» Η εμπλοκή των πολιτικών προσώπων δεν στηρίζεται αποκλειστικά στις καταθέσεις των προστατευόμενων μαρτύρων. Στοιχεία προέκυπταν από κατασχεμένα αρχεία και έγγραφα της Novartis και δεν αμφισβητείται η γνησιότητά τους καθόσον έχουν ελεγχθεί από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών»

Εκ παράλληλου αποκαθιστά την αξία των μαρτυριών: «Οι προστατευόμενοι μάρτυρες έχουν εισφέρει μεγάλο αριθμό στοιχείων που επιβεβαιώθηκαν κατά την πορεία της έρευνας της Εισαγγελίας Διαφθοράς. Ενδεικτικά, τα στοιχεία που αποκτήθηκαν, μέσω δικαστικής συνδρομής, σχετικά με τις τιμές των φαρμάκων της εταιρείας Novartis, επιβεβαιώνουν πλήρως τις αντίστοιχες καταθέσεις των προστατευόμενων μαρτύρων».

Για όσους τα επίσημα δικαστικά κείμενα και οι νόμιμες έρευνες εισαγγελικών λειτουργών έχουν περισσότερη αξία από τους κακοήθεις ισχυρισμούς των ερευνώμενων και τις σκοπιμότητες των πολιτικών συστημάτων που τους καλύπτουν τα συμπεράσματά είναι εμφανή:

Πρώτον: όχι μόνο δεν υπήρξε «σκευωρία» και «πολιτική δίωξη», αλλά στην καθόλα νόμιμη έρευνα, στην οποία προέκυψαν στοιχεία από πολλές πλευρές, η αρμόδια εισαγγελέας και οι συνεργάτες της έκριναν ότι τα στοιχεία είναι σοβαρά, αλλά δεν επαρκούν για να στηριχθεί κατηγορία για τόσο βαριά αδικήματα.

Με άλλα λόγια η εισαγγελική αρχή όπου υπήρξε αμφιβολία τάχθηκε υπέρ των ερευνώμενων .

Είναι χαρακτηριστική η αναφορά της στις κατηγορίες για συμμετοχή της σε σκευωρία: «Είναι σουρεαλιστική φαρσοκωμωδία», ότι «έστησε» μια υπόθεση, η οποία σχεδόν στο σύνολό της αρχειοθετήθηκε. Όχι γιατί οι εισαγγελείς «πτοήθηκαν από τις υποβληθείσες μηνύσεις», αλλά για να είναι «απολύτως αντικειμενικοί και αμερόληπτοι».

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι προφανές: μόνο άκαρπη δεν υπήρξε η έρευνα: βρέθηκαν στοιχεία. Για εφτά πολιτικά πρόσωπα κρίθηκαν ανεπαρκή για παραπομπή, όπως έγινε στην περίπτωση Λοβέρδου- και αρχειοθετήθηκαν. Για δυο η έρευνα δεν τέλειωσε.

Κανείς δεν «αθωώθηκε» γιατί κανείς δεν κατηγορήθηκε για τίποτε.  Η  Εισαγγελία Διαφθοράς  κάθε άλλο παρά τους «διαπόμπευσε» καθώς την υποχρέωση να κοινοποιηθούν τα ονόματα τους στη Βουλή, θέσπισαν τα κόμματα από τα οποία προέρχονται οι πολιτικοί που ερευνήθηκαν.

Με βάση τα δεδομένα της έρευνας, όπως τα εξέθεσε η αρμόδια εισαγγελέας  όλες οι υποθέσεις θα επανεξετασθούν αν προκύψουν νέα στοιχεία. Προφανώς αυτό προσπαθούν να εξουδετερώσουν όσοι πήραν μέρος στην εκστρατεία εναντίον της:

«Τόσο εγώ όσο και οι συνεργάτες μου έχουμε υποστεί τη μεγαλύτερη δυνατή διαπόμπευση. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει περισσότερο απαξιωτική κατηγορία για δικαστικούς λειτουργούς από εκείνη που μας αποδίδεται».

Η Ελένη Τουλουπάκη θέτει επί τάπητος την ουσία της έρευνας: 

«Πρωταρχικό μέλημα μας, όπως και της προκατόχου μου, ήταν και παραμένει η αποζημίωση του ελληνικού δημοσίου για την όποια ζημία αποδειχθεί ότι υπέστη και όχι βέβαια η εμπλοκή πολιτικών προσώπων, εκ των οποίων, σημειώνω, έχουν τεθεί στο αρχείο ήδη 7, με έγκρισή μου».

Συμπέρασμα: Όχι μόνο δεν προκύπτει «σκευωρία», αλλά η δικαστική  έρευνα για το σκάνδαλο Νοβάρτις δεν έκλεισε. Η  εισαγγελέας Διαφθοράς μένει όρθια και συνεχίζει άφοβα, παρά το μπούλινγκ και τις συνέπειες στην υγεία της. 

Αυτό τρομάζει και γι’ αυτό θάφτηκε η κατάθεσή της. Αν είναι δυνατόν πλέον να θαφτεί: εκτός από τα αρχεία του Αρείου Πάγου, βρισκεται πλέον και στα πρακτικά της Βουλή των Ελλήνων και εκεί θα μείνει, άσχετα με την εκάστοτε πλειοψηφία.

Σε συνδυασμό με τα έγγραφα που κατέθεσε στην Προανακριτική ο  «χρήσιμος» αντιεισαγγελέας, που στρατολογήθηκε εναντίον της, μάλλον έγινε η μεγάλη γκάφα από τους διώκτες της.