Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Για τον Πολιτισμό και την Μελαγχολία του

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΠΠΑΣ

Του Μάνου Στεφανίδη

 

Η ποιότητα του πολιτισμού ενός τόπου είναι ευθέως ανάλογη προς το κύρος και το ήθος όσων συγκροτούν τον πολιτισμό αυτόν (θεσμικών παραγόντων, δημιουργών, ακαδημαϊκών δασκάλων, θεωρητικών, κριτικών, εμπλεκομένων πολιτικών κλπ). Στην χώρα μας πολιτισμός συνήθως σημαίνει δημόσιες σχέσεις, ίντριγκες, προσωπικές στρατηγικές και κομματική σπέκουλα χαμηλού επιπέδου.

Εξ αιτίας αυτού του κλίματος ελλείπουν οι ουσιαστικοί διάλογοι, οι ιδεολογικές συγκρούσεις, η γενικότερη πνευματική ανησυχία και άρα η μεγάλη δημιουργία. Απλώς σκεφθείτε ποιοι έχουν διαδεχτεί σήμερα τον Χειμωνά, τον Καρούζο, τον Ταχτσή, την Καραπάνου, τον Κουν, τον Χορν, την Παξινού, την Ζαβιτσιάνου, τον Μόραλη, τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο, την Κατράκη, τον Σκλάβο, τον Χατζιδάκι, τον Κανιάρη, τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, τον Γκίκα, τον Βολανάκη, τον Λάππα, τον Μουρσελά, τον Μάτεσι, την Συνοδινού, τον Κώστα Πασχάλη, τον Δραγατάκη, τον Βασίλη Φωτόπουλο κλπ. (Αυτό που θα ονόμαζα το αισθητικό ύφος μιας εποχής). Μικροί άνθρωποι κατά κανόνα σε μεγάλους ρόλους δηλαδή…

Στις αρχές του νέου αιώνα είχα κυκλοφορήσει ένα βιβλίο με πρόλογο του Αντώνη Καρκαγιάννη και τίτλο “Ο πολιτισμός στην εποχή της μελαγχολίας”. Φοβάμαι πως σήμερα θα πρόσθετα στον τίτλο “…και της παρακμής”. Κυρίως λόγω της μετριοκρατίας που ταλανίζει τα πολιτιστικά μας ζητήματα. Ας αρχίσουμε ενδεικτικά από την πολιτεία και τις σχετικές στρατηγικές της. Και η κυβέρνηση και τα λοιπά κόμματα εξουσίας δεν έχουν – παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις τους – την παραμικρή άποψη για το τι είναι πολιτισμός, για το πως ασκείται η πολιτική του, ούτε και την παραμικρή επιθυμία να εμπλακούν λίγο πιο σοβαρά σ’ ένα θέμα, κατά τ’ άλλα, εθνικής σημασίας. Υπουργείο Πολιτισμού είναι ο χώρος που παραδοσιακά “αδειάζουν” στο τέλος κάθε ανασχηματισμού όποιον άτυχο περίσσεψε από τα υπόλοιπα, “σοβαρά” υπουργεία.

Έτσι κατά καιρούς έλαμψαν στην θέση αυτή ο Λιάπης, ο Κούβελας, ο Βουλγαράκης, ο Πάνος Παναγιωτόπουλος, ο Κωστάκης, ο Γιωργάκης, η Ντόρα, ο Αλέξης, ο Μπαλτάς κλπ. Παρένθεση: Έχω αποκαλέσει τον Αλέξη μοιραίο και για την απίστευτη ανεπάρκεια του στα θέματα κουλτούρας, εκεί δηλαδή που παραδοσιακά υπερτερούσε η αριστερά. Ο Τσίπρας οδήγησε παρά τις εκλογικές του επιτυχίες στην ύστατη και οριστική ήττα της Αριστεράς μετά τον Γράμμο ακυρώνοντας το παράδειγμα της γενιάς των Μακρονησιωτών και της γενιάς που αντιστάθηκε στην Δικτατορία. Ο εθνικολαϊκισμός είναι η δική του απάντηση στην αισθητική της “Επιθεώρησης Τέχνης”, του “Αντί” και του “Πολίτη”. Γιαυτό και δεν εκτιμώ τους καλλιτέχνες που συνεργάζονται με τους Συριζανέλ παρότι διεκδικούν προοδευτικές περγαμηνές. Ο δεξιός Λούκος υπήρξε απείρως πιο έντιμος.

Και η κυβέρνηση και τα λοιπά κόμματα εξουσίας δεν έχουν – παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις τους – την παραμικρή άποψη για το τι είναι πολιτισμός, για το πως ασκείται η πολιτική του, ούτε και την παραμικρή επιθυμία να εμπλακούν λίγο πιο σοβαρά σ’ ένα θέμα, κατά τ’ άλλα, εθνικής σημασίας.

Στο θέμα μας πάλι : Είναι ενδεικτικό ότι η πλειονότητα των υπουργών πολιτισμού μπαίνουν για πρώτη φορά στην Εθνική Πινακοθήκη, το Βυζαντινό Μουσείο ή την Εθνική Λυρική Σκηνή μετά την ανάληψη των υψηλών καθηκόντων τους! (Για να μην ξαναπατήσουν, ανακουφισμένοι, όταν εγκαταλείψουν την Μπουμπουλίνας). Τέτοια απόσταση από το αντικείμενο. Κάποτε τους υπουργούς διόριζε αποκλειστικά ο Χρήστος Λαμπράκης, σήμερα την δύσκολη αυτή επιλογή έχουν αναλάβει οι έρμοι, οι απειρόκαλλοι πρωθυπουργοί.

ΒΛΑΣΗΣ ΚΑΝΙΑΡΗΣ

Ο χειρότερος πάντων όμως και πιο επικίνδυνος υπήρξε ο Ευάγγελος Βενιζέλος· ιδίως με τον υπουργοκεντρικό και φασίζοντα Πολυνόμο του συνέπεια του οποίου είναι, εκτός των άλλων, η διοικητική κατάντια και η έλλειψη αυτονομίας και πόρων των μεγάλων μουσείων της χώρας. Των στελεχωμένων από προσωπικά ρουσφέτια του ίδιου του Βενιζέλου και των διαδόχων του. Αν σάς προβληματίζει η παρακμή του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, της Εθνικής Πινακοθήκης, του Νομισματικού Μουσείου κλπ. τώρα ξέρετε την απάντηση.

Προσωπικά δεν έχω τίποτε εναντίον της κ. Λαμπράκη, της κ. Κοσκινά, της κ. Καφέτση, το θεωρώ όμως σκανδαλώδες να διορίζονται κατ’ επανάληψη και καταχρηστικά χωρίς ανοιχτή προκήρυξη της θέσης διευθυντή και διεθνή – γιατί όχι; – υποβολή υποψηφιοτήτων. Πράγμα που υπήρξε ανέκαθεν η επίσημη θέση και του ΚΚΕ και του Συνασπισμού. Είναι δηλαδή άθλιο να διατηρούνται στην θέση τους, παρά την πανθομολογούμενη αποτυχία τους, η μεν Καφέτση 15 τόσα χρόνια (διάλυσης του ΕΜΣΤ) και η Λαμπράκη 30 ανάλογα (έτη ταφόπλακας) στην Εθνική Πινακοθήκη.

Και για να μην ειπωθεί ότι γράφω έτσι λόγω διαψευσμένων φιλοδοξιών, σάς πληροφορώ πως δεν περιμένω τίποτε από την εξουσία και το Σύστημα που την κυοφορεί αφ’ ης στιγμής ασκώ σταθερά οξύτατη κριτική και στο σύστημα και στην εκάστοτε εξουσία του. Αφ’ στιγμής έχω διαρρήξει ακόμη και τις προσωπικές μου σχέσεις με την κυβερνώσα αριστερά. Αυτήν που πρώτα ψηφίζει θρηνώντας μνημόνια και έπειτα διαδηλώνει εναντίον της εξουσίας και υπέρ της Ηριάννας. Και που δεν τολμάει να αλλάξει τον άθλιο Τρομονόμο.

Στάση μου είναι η αντίσταση μου και οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ έχουσιν γνώση. Όμως χωρίς θεσμούς δεν προχωρούν τα πράγματα ούτε χτίζονται παραδόσεις πολιτισμού. Και το χειρότερο, δεν ανοίγουμε δρόμο στους νεότερους που και το αξίζουν και το δικαιούνται.

Ο Μάνος Στεφανίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του ΕΚΠΑ