Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η κοινωνική σύνθεση της ορθολογικότητας

Του Αντώνη Χαριστού

 

 

«Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι μια δημοκρατία τέλεια και ολοκληρωμένη μας πέφτει από τον ουρανό, είναι σίγουρο ότι δεν θα μπορέσει να επιζήσει περισσότερο από μερικά χρόνια, αν δεν δημιουργήσει τα άτομα που της αντιστοιχούν και που είναι, πρώτα και πάνω απ’ όλα, ικανά να την κάνουν να λειτουργήσει και να την αναπαραγάγουν. Δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική κοινωνία χωρίς δημοκρατική παιδεία»

Κορνήλιος Καστοριάδης

 

Η δόμηση του πολιτικού υποκειμένου στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες νομιμοποιείται μέσα από την κοινωνική κατασκευή της πληροφόρησης και της γνώσης. Η τελευταία εκλαμβάνεται από τα κοινωνικά υποκείμενα ως το τέλος μίας διεργασίες η οποία εκκινά και ολοκληρώνεται έξωθεν του ατόμου, με την παρέμβαση της υποκειμενικότητας να εκμηδενίζεται υπαγόμενη στο όνομα της κοινωνικής αυτοτέλειας.

Τίθεται το παρακάτω ερώτημα: εάν θεωρήσουμε την κοινωνική πραγματικότητα ως το αποτέλεσμα μίας συνολικής κατασκευής που λειτουργεί στο όνομα ατομικών και συλλογικών συμφερόντων αλλά πράττει προς όφελος «ολιγαρχικών» οικονομικών, εν τέλει, αναφορών πώς ορίζεται το άτομο (ως μέλος της κοινωνίας) και κατ΄ επέκταση η συμμετοχή του πολιτικού υποκειμένου στην διαμόρφωση των προταγμάτων εκείνων που με γνώμονα το συλλογικό συμφέρον αναδεικνύουν την ισορροπία μεταξύ πραγματισμού και υπέρβασης αυτού;

Στο παραπάνω ερώτημα, η αναγνώριση της κοινωνικής ολότητας ως αποτέλεσμα διαμορφωμένων αναγκαιοτήτων  συνδέεται με τις δομές που η ίδια η κοινωνία στην προσπάθεια θέσμισης της προκρίνει ως απαραίτητους για την αποδοχής της από τα συμβαλλόμενα μέρη. Πριν ωστόσο αποκτήσει συνείδηση της αυτοτέλειας της ετεροκαθορίζεται από την οικονομική της βάση και στην εξέλιξη της λειτουργίας αυτής, αποκτά καθορισμένη συνείδηση του ρόλου που καλείται να υπηρετήσει αναπαράγοντας μία συνολική κατάσταση προτεραιοτήτων. Επομένως, η αναπαραγωγή των οικονομικών δομών και του θεσμικού πλαισίου που υπάγονται σε αυτούς προς όφελος ενός διευρυμένου πεδίου αναφοράς φαινομενικά λειτουργούν σε παράλληλο επίπεδο ωστόσο είναι αδύνατο το πολυδιάστατο εποικοδόμημα να αποκτήσει αυτοτέλεια ενεργειών άνευ αναφορών στην οικονομική του βάση.

Στην εξέλιξη των δυτικών κοινωνιών του 20ου αιώνα, η προώθηση ελευθεριακών πρακτικών σε ομάδες συμφερόντων που  άπτονται έμμεσα των οικονομικών αναγκών ενός συστήματος, δεν συνεπάγεται ταυτόχρονη εκμηδένιση αυτών των ομάδων αλλά διαμόρφωση ενός παράπλευρου πεδίου λειτουργίας των, άμεσα ελεγχόμενων, επιδιώκοντας μέσα από την προώθηση της αντίληψης και της αίσθησης της ελευθερίας (άνευ περιεχομένου και νοηματοδότησης) να υποκαταστήσει την αυτενέργεια με την γενικευμένη αίσθηση της αμεσότητας χωρίς ωστόσο το αντίκρισμα αυτής της πρακτικής να υπονομεύει ή ακόμα περισσότερο να αμφισβητεί τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της οικονομικής βάσης.

Η κοινωνία της γνώσης δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μία οικονομική κατασκευή που επιλέγει να μαζικοποιηθεί σε βαθμό τέτοιο που η αδυναμία κριτικής αποδοχής ή απόρριψης να είναι πρακτικά αδύνατη

Η κοινωνία μετατρέπεται σε πεδίο οικονομικών εξειδικεύσεων, διασπείροντας και κατακερματίζοντας την έννοια και τις πολλαπλές μορφοποιήσεις της αναγκαίας συλλογικότητας  που αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξή της. Με άλλα λόγια, η θέσμιση της κοινωνίας δεν αποτελεί προϊόν της ίδιας της κοινωνίας (επομένως των μελών της) αλλά αποκτά νομιμοποίηση ως σύνολο μέσα από την αναγνώριση των οικονομικών φορέων που λειτουργούν προς όφελος της αυτοαναπαραγωγής των. Το άτομο έχει μετατραπεί σε εμπόρευμα και φορείς αναγνώρισής του θεσμοθετούνται εκείνοι οι μηχανισμοί που την ίδια στιγμή το ορίζουν ως προϊόν. Η εκμηδένισή του είναι απόλυτη.

Τα πεδία κοινωνικής αναφοράς, αποδεκτά ή μη αποδεκτά από το θεσμικό πλαίσιο, οριοθετούνται από την οικονομική προτεραιότητα η οποία ωστόσο αρνείται πεισματικά να ταυτιστεί με το κοινωνικό πλαίσιο αναγκαιοτήτων διαμορφώνοντας πολλαπλές μορφές ετεροτήτων και σχέσεων εξάρτησης, οι οποίες εκπροσωπούν τις αναγκαιότητες με τρόπο αναντίστοιχο των ατομικών και συλλογικών συμφερόντων. Αυτονομούνται από το κοινωνικό πλαίσιο και μετατρέποντας τους δημοκρατικούς θεσμούς σε ιμάντες μεταβίβασης των κατευθυντήριων επιλογών τους, ορίζουν την έννοια, το περιεχόμενο και τους πολλαπλούς ρόλους που καλείται το άτομο να υιοθετήσει.

Επομένως, η κοινωνία της γνώσης δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μία οικονομική κατασκευή που επιλέγει να μαζικοποιηθεί σε βαθμό τέτοιο που η αδυναμία κριτικής αποδοχής ή απόρριψης να είναι πρακτικά αδύνατη. Η ορθολογικότητα της κατασκευής απευθύνεται ταυτόχρονα σε δύο αποδέκτες, το άτομο (χωριστά ως υπόσταση) και το άτομο-κοινωνικοί ρόλοι (οι οποίοι υπάγονται σε ένα δεδομένο θεσμικό πλαίσιο αναφοράς).

Η σύγχυση μεταξύ των δύο παράλληλων ρόλων είναι μηδενιστική για την προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης (εννοώντας τη δυνατότητα ατόμων και κατ΄επέκταση συλλογικοτήτων να συνειδητοποιήσουν το πρωτείο της υπόστασης τους ως  πρόταγμα της κοινωνικής αυτοθέσμισης χωρίς παράλληλη αναφορά σε δομές εξουσίας που λειτουργούν ενάντιά τους).

Στο ερώτημα που τέθηκε εξ αρχής, εντάσσεται και η αποδοχή εκ μέρους των ατόμων των κανονιστικών αρχών του θεσμικού πλαισίου ως εκ των προτέρων αληθείς και πανταχού παρούσες στην κοινωνική κινητικότητα. Ποιος όρισε ωστόσο τις κανονιστικές αρχές ως απαραβίαστες και δεδομένες; Εκεί, οι αντινομίες του θεσμικού πλαισίου αφήνουν ελεύθερο πεδίο αναφορών. Όλες ωστόσο οι αναφορές αποδοχής των κανονιστικών αρχών της κοινωνίας υπάγονται στο όνομα του συνολικού οφέλους.

Την στιγμή κατά την οποία άτομα και συλλογικότητες, εκμηδενίζοντας τις δυνατότητες αυτενέργειας τους, μετατρέπονται σε προϊόντα μίας χρήσης ποιος ορίζει το περιεχόμενο και πώς νοηματοδοτείται η έννοια του συνολικού οφέλους; Στο αδιέξοδο και τις αντινομίες του οικονομικού συστήματος η καθετοποιημένα δομημένη  κοινωνία (τα μέλη της χωριστά πολύ περισσότερο) αναζήτησε απαντήσεις έξωθεν της ρεαλιστικής απεικόνισης των πραγμάτων. Απαντήσεις που νομοτελειακά οδήγησαν σε ακρότητες και νέα αδιέξοδα.

Η διαμόρφωση του πεδίου συνδιαλλαγής για την κοινωνική χειραφέτηση πρέπει να είναι ζήτημα της ίδιας της κοινωνίας που αποκτά συνείδηση της αυτοτέλειας της διαμορφώνοντας τους όρους υπέρβασης των οικονομικών αντινομιών χωρίς να διαρραγεί η δομική συνέχεια της οικονομικής λειτουργίας. Αντιθέτως, θα νοηματοδοτηθεί η επαναξιολόγηση και αναδιατύπωση του περιεχομένου ενός δημοκρατικού προτάγματος στο βαθμό κατά τον οποίο ανατραπεί η χαοτική διάσταση της οικονομικής βάσης και υπαχθεί στις αναγκαιότητες του κοινωνικού συνόλου. Όταν δηλαδή το άτομο αυτοπροσδιοριστεί ως πρωτείο της κοινωνίας και όχι ως προϊόν της οικονομικής της βάσης.

*Φιλόλογος-Δημοσιογράφος, μέλος της Δημοκρατικής Ευθύνης