Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Κάποιοι πλουτίζουν από τις ψευδείς ειδήσεις

Συνέντευξη του Στέλιου Κούλογλου στον Σπύρο Σεραφείμ*

O όρος «ψευδείς ειδήσεις» δεν χρήζει ιδιαίτερης ερμηνείας, όλοι καταλαβαίνουμε τι σημαίνει. Αυτό το οποίο δεν είναι γνωστό ανάμεσα στα υπόλοιπα, είναι οι μηχανισμοί λειτουργίας τους και ποιοι είναι οι τρόποι εξαπάτησης του κοινού.

Καταρχήν ψεύτικες ειδήσεις είχαμε από την εποχή της ανακάλυψης της τυπογραφίας, από την εποχή του Γουτεμβέργιου, δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Σε όλη τη ιστορία των μέσων ενημέρωσης – και του γραπτού Τύπου και του ραδιοτηλεοπτικού – είχαμε ψευδείς ειδήσεις. Το καινούργιο στοιχείο, είναι ότι τώρα αυτό μπορεί να το κάνει ο καθένας και άρα είναι πιο δύσκολο να ελεγχθεί. Επίσης, γίνεται σε μαζική κλίμακα. Οι δημοσιογράφοι συχνά κάνουν προπαγάνδα ή και λένε ψέματα, αλλά υπάρχουν κάποιοι μηχανισμοί ελέγχου εάν παραβούν τους  κανόνες δεοντολογίας. Μπορεί ν’ αποκαλυφθεί πιο εύκολα ποιος είπε το ψέμα. Στην περίπτωση των ψεμάτων μέσα από τα social media αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο γιατί συχνά είναι αδύνατο να ανιχνεύσει κανείς την πηγή.

Σας θυμίζω ότι στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στις ΗΠΑ για την προεδρία πριν από έξι μήνες, κάποιοι πιτσιρικάδες στην ΠΓΔΜ σε μια μικρή πόλη, πλούτισαν φτιάχνοντας ιστοσελίδες που διέδιδαν ψεύτικες ειδήσεις. Αυτές οι ειδήσεις άρεσαν όμως στους οπαδούς του Τραμπ κι έτσι μέσα από τις διαφημίσεις στα σάιτ τους, έβγαλαν αρκετά χρήματα – δηλαδή, δέκα χιλιάδες ευρώ ή δολάρια που είναι ένα πολύ καλό χαρτζιλίκι με τις συνθήκες και το επίπεδο ζωής στην ΠΓΔΜ.

Επίσης, ενώ, ψεύτικες ειδήσεις παλιότερα αναφέρονταν συχνά σε μία-δύο εφημερίδες ή σε ένα τηλεοπτικό δίκτυο, τώρα έχουμε το φαινόμενο, μια ψεύτικη είδηση να διαχέεται σε πολύ μεγάλο κοινό σε όλο το διαδίκτυο. Π.χ. ακόμη και σήμερα οι περισσότεροι Αμερικανοί πιστεύουν –ή ένα μεγάλο μέρος των οπαδών του Τραμπ πιστεύει- ότι ο Πάπας υποστήριξε τον Τραμπ να εκλεγεί πρόεδρος, ενώ στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δε συνέβη ποτέ.


Βεβαίως, σας λέω και πάλι ότι αυτό δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο. Πιθανόν να θυμάστε ότι, π.χ. ο πρώτος πόλεμος του Περσικού κόλπου είχε στηριχτεί σε μια σειρά από χοντροκομμένα ψέματα, τα οποία είχε εκ των υστέρων αποκαλυφθεί ότι τα χρησιμοποίησε τότε ο μπαμπάς-Μπους για να περάσει στο Κογκρέσο την έγκριση του πολέμου. Όπως π.χ., η νοσοκόμα απ’ το Κουβέιτ που κατέθεσε στο Κογκρέσο για τις βιαιοπραγίες των ιρακινών στρατιωτών και συγκίνησε τους βουλευτές που ψήφισαν υπέρ, ενώ στην πραγματικότητα, ήταν, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, η κόρη του πρέσβη του Κουβέιτ στις ΗΠΑ. Σήμερα είναι πάρα πολύ δύσκολο να αποδείξει κανείς από πού προέρχεται η ψεύτικη είδηση και επομένως είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπιστεί, να υπάρξουν κυρώσεις για τον υπεύθυνο και να δημιουργηθεί μία συλλογική συνείδηση ότι, «πιάσαμε ένα ψέμα, από εδώ και πέρα δεν πρέπει να ξαναγίνει το ίδιο».

Πηγή πλουτισμού

Αντίθετα, ψεύτικες ειδήσεις είναι και πηγή πλουτισμού, τώρα περισσότερο από άλλοτε. Σας θυμίζω ότι στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στις ΗΠΑ για την προεδρία πριν από έξι μήνες, κάποιοι πιτσιρικάδες στην ΠΓΔΜ σε μια μικρή πόλη, πλούτισαν φτιάχνοντας ιστοσελίδες που διέδιδαν ψεύτικες ειδήσεις. Αυτές οι ειδήσεις άρεσαν όμως στους οπαδούς του Τραμπ κι έτσι μέσα από τις διαφημίσεις στα σάιτ τους, έβγαλαν αρκετά χρήματα – δηλαδή, δέκα χιλιάδες ευρώ ή δολάρια που είναι ένα πολύ καλό χαρτζιλίκι με τις συνθήκες και το επίπεδο ζωής στην ΠΓΔΜ.

Σ’ αυτό βοηθάει βέβαια κι ο αλγόριθμος που έχει η Google ή το Facebook, αντίστοιχα. Έτσι;


Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα του ίντερνετ. Ότι, η ψεύτικη είδηση ή η είδηση που έχει τα περισσότερα like  και τα περισσότερα share στο Facebook ή η είδηση με τις περισσότερες προβολές στην αναζήτηση της Google, θεωρείται ότι είναι η πιο έγκυρη είδηση, ενώ, στην πραγματικότητα, είναι η πιο ακραία. Το ίντερνετ γενικά ευνοεί το ακραίο, όχι το ισορροπημένο. Αυτό είναι και το μεγάλο του πρόβλημα, το οποίο δεν έχει λυθεί μέχρι τώρα και γι’ αυτό το λόγο το ίντερνετ έχει πάρει λάθος δρόμο, παρά τα αναμφισβήτητα θετικά του στοιχεία. Αν δηλαδή εγώ πω ότι ο δημοσιογράφος Σεραφείμ βγήκε γυμνός και περπάτησε στην Ομόνοια και γράψω μια ψεύτικη είδηση, αυτή θα είναι τόσο εξωφρενική που θα μπουν να τη δουν. Ενώ αντίθετα, αν έλεγα ότι ο Σεραφείμ κάνει μια εκπομπή στον 24,7 θα έμπαιναν σίγουρα λιγότεροι. Η ψεύτικη είδηση όμως θα ήταν πρώτη στις αναζητήσεις στο λήμμα «Σεραφείμ», άρα αυτό που θα έμενε για τον Σεραφείμ θα ήταν ότι περπάτησε γυμνός στην Ομόνοια. Αυτό είναι το μεγάλο θέμα: δεν υπάρχουν μηχανισμοί εξισορρόπησης των ψεύτικων ειδήσεων. Αντίθετα, οι αλγόριθμοι τείνουν προς την επιβεβαίωση των ψεύτικων ειδήσεων, τουλάχιστον σε ό, τι αφορά τα like, τα share κλπ.

Το ένα κομμάτι αφορά στην παραπληροφόρηση. Κατ’ επέκταση όμως, οι ψευδείς ειδήσεις μπορούν να βλάψουν την ίδια τη δημοκρατία;


Ασφαλώς μπορούν να βλάψουν τη δημοκρατία διότι οι άνθρωποι ενημερώνονται λανθασμένα. Δεν έχουν την πραγματική εικόνα για την κατάσταση και συχνά αυτό διαμορφώνει και την πολιτική τους συμπεριφορά, αλλά και την ψήφο τους. Πάλι, αναφέρομαι στις ΗΠΑ, που είναι το μεγάλο αρνητικό παράδειγμα: οι άνθρωποι ψήφισαν εκεί, πιστεύοντας ότι ο Ομπάμα σχεδιάζει να δώσει τις συντάξεις των Αμερικανών στους Σύριους πρόσφυγες. Αυτή ήταν μια ψευδής είδηση, η οποία είχε διαδοθεί ευρύτατα. Αυτό διευκόλυνε την αντιμεταναστευτική, αντιπροσφυγική πολιτική του Τραμπ και τα κηρύγματα του. Και έτσι, ενισχύθηκε και βγήκε τελικά πρόεδρος στις ΗΠΑ. Αν δεν υπήρχε όλη αυτή η ιστορία με τα social media ή υπήρχε ένας μηχανισμός ελέγχου των ψευδών ειδήσεων, φυσικά δε θα τον πίστευαν. Άρα, ενδεχομένως, κάποιοι από αυτούς να μην τον είχαν ψηφίσει.

Διοργάνωσα στις Βρυξέλλες, ένα διεθνές συνέδριο για τα Fake News με τη συνεργασία κι άλλων ευρωβουλευτών της ομάδας της Αριστεράς. Σε αυτό είχα καλέσει κι έναν Αμερικανό, που ειδικευόταν στις ψευδείς ειδήσεις κι ο οποίος έλεγε κάποια στιγμή ότι, «λυπάμαι πάρα πολύ, αλλά μπορεί εγώ να εξέλεξα τον Τραμπ, πρόεδρο».

Στις ΗΠΑ ψήφισαν πιστεύοντας ότι ο Ομπάμα
σχεδιάζει να δώσει τις συντάξεις των Αμερικανών
στους Σύριους πρόσφυγες

Από αυτές τις συζητήσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έχει προκύψει τελικά κάτι θετικό; Υπάρχουν ιδέες και προτάσεις για την αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου;

Υπάρχουν ιδέες και προτάσεις. Καταρχήν, πιεσμένη από το σκάνδαλο, η διοίκηση του Facebook ανακοίνωσε ότι θα βάλει κάποιους μηχανισμούς ελέγχου και ξεκίνησε συνεργασία με κάποια σοβαρά δημοσιογραφικά έντυπα, ώστε να υπάρξει κάποια επισήμανση των ψευδών ειδήσεων. Δεν ξέρω πόσο αποτελεσματικά είναι όλα αυτά. Υπάρχουν κάποιες κινήσεις, πρωτοβουλίες. Μια από αυτές την είχαμε καλέσει στις Βρυξέλλες: μια ισπανική πρωτοβουλία εθελοντών Ισπανών δημοσιογράφων, οι οποίοι κάνουν ακριβώς επισήμανση, αποκρυπτογράφηση και ενημέρωση για τις ψευδείς ειδήσεις. Αλλά νομίζω ότι το θέμα είναι γενικότερο, είναι θέμα εκπαίδευσης. Δηλαδή όπως παλιότερα, μαθαίναμε την αλφαβήτα, γραφή και ανάγνωση, τώρα πρέπει να μαθαίνουμε ψηφιακή γραφή και ανάγνωση. Πρέπει να μαθαίνουμε να ξεχωρίζουμε την ψεύτικη είδηση από την πραγματική ή την ψεύτικη εικόνα από την πραγματική.

Πείραμα

Κάλεσα, σ’ αυτό το συνέδριο στις Βρυξέλλες, ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα, που γίνεται στη Γαλλία σε δύο δημοτικά σχολεία από πρωτοπόρους δασκάλους, οι οποίοι ακριβώς μαθαίνουν στα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία, μέσα από διάφορα παιχνίδια, να ξεχωρίζουν τις ψεύτικες απ’ τις κανονικές ειδήσεις και κυρίως ν’ αναπτύσσουν το κριτικό τους πνεύμα. Να μην πιστεύουν οτιδήποτε τους σερβίρουν τα μέσα ενημέρωσης. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό κι αυτό πρέπει να κάνουμε. Να δημιουργούμε πολίτες με κριτικό πνεύμα, πιο έξυπνους, Να κάνουμε το μυαλό τους να δουλεύει και συγχρόνως, να τους προφυλάσσουμε από τις ανεξέλεγκτες, ψεύτικες ειδήσεις. Αυτή είναι, νομίζω, η μακροπρόθεσμη λύση στο πρόβλημα.

Τα Fake News έβγαλαν πρόεδρο τον Τραμπ. Τι χειρότερο μπορούμε να περιμένουμε από αυτή τη μάστιγα;
Δεν ξέρουμε αν έβγαλαν πρόεδρο, κανείς δε μπορεί να το πει αυτό, αλλά σίγουρα συνέβαλαν σ’ όλο αυτό το κλίμα που έβγαλε τον Τραμπ κι ενδεχομένως παρέσυραν και ψηφοφόρους. Οι αιτίες της εκλογής του Τραμπ είναι φυσικά βαθύτερες και οφείλονται στο ολιγαρχικό σύστημα που έχει επικρατήσει στις ΗΠΑ και το οποίο προκαλεί οργή, αγανάκτηση και θυμό στον κόσμο και γι’ αυτό ψήφισε κάποιον που θεωρούσε ότι μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει το σύστημα. Αλλά μπορούμε να περιμένουμε και χειρότερα πράγματα. Από τη στιγμή που γίνεται ανεξέλεγκτη η χρήση των ψεύτικων ειδήσεων, μπορεί π.χ. μεθαύριο, να προκληθεί ένας πόλεμος και να πεθάνουν άνθρωποι από ψεύτικες ειδήσεις.


Αυτό και πάλι γινόταν και παλιότερα. Σας θυμίζω μια φοβερή ταινία του 1997, που στην Ελλάδα βγήκε με τον τίτλο, «Ένας πρόεδρος, ένα ροζ σκάνδαλο κι ένας πόλεμος» με τον Ρόμπερτ ΝτεΝίρο και τον Ντάστιν Χόφμαν. Σε αυτήν, ένας Αμερικανός πρόεδρος έχει ένα πρόβλημα με ένα ερωτικό σκάνδαλο που έχει βγει στη φόρα και για να το αντιμετωπίσει, κάνει έναν πόλεμο στην Αλβανία. Για να το κάνουν αυτό παραποιούν μια ψεύτικη εικόνα που δείχνει μια πρόσφυγα που τη βιάζουν και με βάση αυτήν, ο Αμερικανός πρόεδρος αποφασίζει να επιτεθεί εναντίον της Αλβανίας με στόχο να ξεχάσουν οι πολίτες το ερωτικό του σκάνδαλο. Η ταινία είναι βέβαια μια αναφορά στις επιθέσεις που έκανε ο Κλίντον στο τέλος της δεκαετίας του ’90 στη Βαγδάτη εν μέσω του σκανδάλου με τη Μόνικα Λουίνσκι. Τώρα, είδαμε το ίδιο μοτίβο να επαναλαμβάνεται με τον Τραμπ, ο οποίος έκανε δυο-τρεις επιθέσεις  στο κενό, χωρίς συνέχεια, επειδή ακριβώς βρισκόταν σε δύσκολη θέση με τις αποκαλύψεις για τις σχέσεις που είχε με τους Ρώσους στην προεκλογική περίοδο. Έτσι έκανε μια επίθεση στο Αφγανιστάν, όπου έριξε τη βόμβα όλων των βομβών, μία στη Συρία με αφορμή μία χημική επίθεση που δεν ξέρει κανείς ποιος την έκανε. Αλλά επειδή κάθε φορά οι Αμερικανοί πολίτες συσπειρώνονται γύρω από τη σημαία, είναι πολύ εύκολο να τους χειραγωγήσει κανείς.

Μπορούμε να περιμένουμε και χειρότερα πράγματα. Από τη στιγμή που γίνεται ανεξέλεγκτη η χρήση των ψεύτικων ειδήσεων, μπορεί ακόμα και να προκληθεί ένας πόλεμος

Να μιλήσουμε και για τη δική σας ταινία, το «Πεθαίνοντας στο Γέλιο», η οποία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και αντίστοιχα στον Κινηματογράφο Τριανόν. Το χιούμορ είναι τελικά, ένα όπλο πολιτικής δράσης;


Ασφαλώς και είναι σημαντικό όπλο πολιτικής δράσης το χιούμορ, και αποτελεσματικό. Την ταινία μου αυτή, που προβάλλεται αυτή τη στιγμή σε διάφορα μέρη σε όλη την Ελλάδα, την ξεκίνησα λέγοντας, πώς είναι δυνατόν, επειδή οι τύποι του Charlie Hebdo έκαναν πλάκα, να χάσουν τη ζωή τους γι’ αυτό; Και η απάντηση σ’ αυτό είναι επειδή το χιούμορ έχει πολλή δύναμη.

Όπλο το χιούμορ

Όπως έλεγε ο ιδρυτής του Charlie Hebdo, «το χιούμορ είναι μια γροθιά στο πρόσωπο». Εξάλλου, μην ξεχνάμε, το ίδιο φαινόμενο έχουμε από την εποχή του Αριστοφάνη. Ο Αριστοφάνης με το χιούμορ κάνει πολιτική, σατιρίζει τα κακώς κείμενα της αρχαίας Αθήνας. Στην εξέλιξη των αιώνων αυτό επαναλαμβάνεται. Είναι σημαντικό όπλο το χιούμορ.
Στο ντοκιμαντέρ, παρουσιάζω τέσσερις ιστορίες. Τρεις αστείες και μία τραγική, που είναι η ιστορία του Charlie Hebdo. Στις αστείες ιστορίες υπάρχει μία φάρσα που οργανώσαμε μαζί με μια ομάδα Αμερικανών ακτιβιστών μέσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μια αντιπολεμική φάρσα που είχε πολύ μεγάλο αντίκτυπο με πρωτοσέλιδο την άλλη μέρα στο Βέλγιο, που δε θα είχε αν εγώ απλώς συγκαλούσα μια καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου για να μιλήσω εναντίον του πολέμου στη Συρία και την ανάγκη ειρήνευσης για να τελειώσει το κύμα των προσφύγων. Κανείς δε θα ερχόταν γιατί αυτό έχει ειπωθεί ξανά και ξανά από την αριστερά που πιστεύει ότι δεν πρέπει να συνεχιστεί ο πόλεμος. Αλλά εκεί, σ’ αυτήν την περίπτωση πέτυχε απόλυτα το στόχο της.

Ανάμεσα στα υπόλοιπα, να πούμε ότι στην ταινία υπάρχει ένας ευρωβουλευτής, τρελός, ο οποίος παίζει γκολφ στο γραφείο του με το σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας, ενώ μιλάει επίσης, στην τελευταία του τηλεοπτική συνέντευξη πριν τη δολοφονία του, ο διευθυντής του σατιρικού περιοδικού Charlie Hebdo.

Ναι, είχα την τύχη, να μιλήσω με τον Σαρμπ που ήταν ο διευθυντής του Charlie Hebdo κι ένας από αυτούς που έχασαν τη ζωή τους στην επίθεση τον Ιανουάριο του 2015. Συζητήσαμε ακριβώς – επειδή και τότε δεχόταν απειλές – το θέμα της λογοκρισίας, της ελευθερίας, πώς αντιμετωπίζει τις απειλές των ισλαμιστών. Αυτή η συνέντευξη ήταν μαγνητοσκοπημένη, δεν παίχτηκε ποτέ γιατί στη συνέχεια άλλαξαν τα πράγματα, ήταν η εποχή που έκλεισε η ΕΡΤ και δε μπόρεσα να την παίξω στη εκπομπή μου και ξέμεινε. Με βάση αυτή τη «μαγιά» έχτισα μία από τις τέσσερις ιστορίες του ντοκιμαντέρ. Είχα όμως και την τύχη να μιλήσω με τον μοναδικό επιζώντα δημοσιογράφο από την επίθεση, ο οποίος δεν είχε μιλήσει ξανά και περιέγραψε τι συνέβη. Ήταν ο μόνος που, την ώρα που μπήκαν αυτοί οι δύο με τα Καλάσνικοφ, από ένστικτο έπεσε και κρύφτηκε κάτω από ένα γραφείο και δεν τον είδαν μέσα στον πανικό.

*Από το TVXS