
Αν κάτι έβαλαν στο περιθώριο οι ιταλικές βουλευτικές εκλογές είναι τη διαίρεση Αριστερά / Δεξιά, η οποία φαίνεται να βρίσκεται πλέον σε χειμερία νάρκη. Οι λαϊκιστές νίκησαν παντού, οι φιλελεύθεροι όλων των αποχρώσεων κατατροπώθηκαν, σε βαθμό που σε άρθρο του το ημι-δημοσιογραφικό «Politico» να κάνει λόγο για «λαϊκιστική επανάσταση». Οι Βρυξέλλες ανέμεναν την ικανοποιητική εκλογική επίδοση της μπερλουσκονικής φιλοευρωπαϊκής Δεξιάς και μια μετεκλογική συμμαχία της με το Δημοκρατικό Κόμμα του Ματέο Ρέντσι που θα έσωζε την κατάσταση. Τους προέκυψαν νικητές αφενός ο ακροδεξιός ηγέτης της αντιμεταναστευτικής Λέγκας Ματέο Σαλβίνι, που στις προεκλογικές του ομιλίες κρατούσε στο χέρι τη Βίβλο επιδεικνύοντάς τη στους οπαδούς του, αλλά και ο τριαντάρης «πεντάστερος» ηγέτης Λουίτζι ντι Μάιο, ο αντικαταστάτης του Γκρίλο, που για ορισμένους συμβολίζει και έναν αγώνα κατά της πολιτικής «γεροντοκρατίας».
Οι λέξεις «σύνορα» και «προστασία», που στη ρητορική των λαϊκιστών ιδεολογικοποιούνται και γίνονται εθνικισμός και προστατευτισμός, είναι το εδραίο αίτημα αυτών των λαϊκιστικών κινητοποιήσεων, των οποίων η ιταλική περίπτωση είναι η τελευταία χαοτική και επικίνδυνη εκδήλωση. Εθνική ταυτότητα και εθνική κυριαρχία, αυτός φαίνεται να είναι ο βασικός άξονάς τους, και, με την έννοια αυτή, ακριβέστερο θα ήταν να αποκαλούσαμε αυτούς τους νέους λαϊκισμούς νεοεθνικισμούς. Με άλλα λόγια, υπεράσπιση της «εθνικής ταυτότητας» (που κάποιες φορές παίρνει και τη μορφή της υπεράσπισης μιας «χριστιανικής ταυτότητας» της Ευρώπης), αρθρωμένης με έναν λαϊκιστικό εθνικοκυριαρχισμό. Η ανατροπή των σχέσεων τοπικού – εθνικού – υπερεθνικού, οι νέες γαιοπολιτικές (αν-)ισορροπίες που «εγκαθιδρύονται», βρίσκονται στην καρδιά των σημερινών εθνικολαϊκιστικών κινητοποιήσεων. Η Ευρώπη και η μετανάστευση ανάγονται σε εχθρούς, γιατί αποτελούν τα ορατά, και υποδεικνυόμενα από τους νέους δημαγωγούς, κακόβουλα οχήματα αυτής της μεγάλης ανατροπής. Γι’ αυτό και περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά οι σημερινοί εθνικολαϊκισμοί είναι γεωπολιτικοί λαϊκισμοί, ακριβέστερα: ακροδεξιοί εθνικολαϊκισμοί.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τη δραματική υποχώρηση, λίγο-πολύ παντού, της Αριστεράς μπροστά σε αυτό το νέο λαϊκιστικό και εθνικιστικό κύμα, ας επιτραπεί, εδώ, να παραθέσουμε ατόφια τη σχετική παρατήρηση του πολιτικού επιστήμονα Λοράν Μπουβέ, όπως αυτή διατυπώθηκε μία ημέρα μετά το αποτέλεσμα των ιταλικών εκλογών, και που συνοψίζει ορισμένες βασικές αιτίες της: «Οι ευρωπαϊκές αριστερές υφίστανται εδώ και χρόνια, όλο και συχνότερα, τα αποτελέσματα του αχαλίνωτου οικονομισμού που συνδυάζεται με έναν ατομικιστικό πολιτισμικό φιλελευθερισμό, για τον οποίο πίστεψαν ότι αυτός θα αρκούσε να αντισταθμίσει την εκ μέρους τους μη κατανόηση της ιστορικής εξέλιξης που διανύουμε (συνοπτικά: χρηματιστικοποίηση και ψηφιοποίηση του καπιταλισμού, αποδόμηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, άνθηση των ταυτοτήτων).Στην Κεντροαριστερά, τις συνέπειες ενός σοσιαλ-φιλελευθερισμού ο οποίος ξέχασε τις λαϊκές τάξεις, θεωρώντας ότι τα ατομικιστικά “κοινωνιακά” μέτρα μπορούν να ανοίξουν έναν χειραφετητικό ορίζοντα.
Στην “αριστερά της Αριστεράς”, τις συνδυαζόμενες συνέπειες μιας μεταμαρξιστικής αυταπάτης η οποία συνεχίζει να επικαλείται για την επίλυση όλων των προβλημάτων μια γραφειοκρατικοποιημένη δημόσια δύναμη, η οποία ποτέ δεν έτυχε αντικείμενο ενός νέου προβληματισμού και μιας θυματικής αντίληψης για τους “κυριαρχούμενους” κάθε είδους, η οποία υποκατέστησε ταυτοχρόνως και την ταξική πάλη και τον διεθνισμό.
Η “εποχή της ιδεολογίας” (Κλοντ Λεφόρ) χτυπάει μεν κόκκινο, αλλά υπό νέα και προφανώς πρωτοφανή μορφή. Εναντι ενός φιλελευθερισμού που έγινε με τη σειρά του ιδεολογία, έπειτα από τη μάχη του κατά του ολοκληρωτισμού του 20ού αιώνα, αναδύονται σήμερα ταυτοτικές ιδεολογικές μορφές, εκ των οποίων η πλέον πλήρης, αλλά σίγουρα όχι η μοναδική, είναι ο ισλαμισμός.
Χωρίς την κατανόηση αυτής της τεκτονικής αλλαγής που αδράχνει τις σημερινές κοινωνίες δεν μπορεί να υπάρξει πλέον εφικτή Αριστερά. Και αυτή η πρωτοφανής πολιτική ανισορροπία μέσα στην Ιστορία δεν προοιωνίζεται τίποτε καλό. Περί αυτού, έχουμε πλέον καθημερινά παραδείγματα».
Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.
