Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

«Μας βαραίνουν οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν»

Tου Μενέλαου Γκίβαλου*

  • *Σεφέρης, Μυθιστόρημα ΙΘ’

Η επέτειος της ίδρυσης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τα 44 χρόνια που κύλησαν από τότε μας επιτρέπουν να αποτιμήσουμε μέσα από μια κριτική – αναστοχαστική πορεία όχι μόνον την πορεία ανόδου και πτώσης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. αλλά και ολόκληρης της μεταπολιτευτικής περιόδου, μέχρι τη σημερινή φάση κρίσης του πολιτικού συστήματος της χώρας μας.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αποτέλεσε το πιο διαυγές το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, το αυθεντικότερο κομματικό, κοινωνικό και ιδεολογικό-πολιτικό «εργαστήρι» για την ανάλυση και κατανόηση ολόκληρης αυτής της περιόδου. Γι’ αυτό και η ιστορική εξέλιξη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. αντικατοπτρίζει και αποκαλύπτει την ίδια την ιστορική πορεία της μεταπολίτευσης.

Οι ραγδαίες ανακατατάξεις της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου αποτέλεσαν μια «ιστορική ρεβάνς» των κρίσιμων – δομικού χαρακτήρα- αντιφάσεων που «εγκλωβίσθηκαν» στη δεκαετία του 1960. Στρατηγικού και εθνικού τύπου αιτήματα όπως η ανάγκη για μια νέα σύγχρονη παραγωγική και κοινωνική οργάνωση, η εκδημοκρατικοποίηση και διεύρυνση των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών και δικαιωμάτων, η ανάδειξη μιας σύγχρονης, προοδευτικής – αριστερής πολιτικο-ιδεολογικής κουλτούρας, αποτέλεσαν συλλογικά κοινωνικο-πολιτικά αιτήματα που υπερέβαιναν το παραδοσιακό συντηρητικό πλαίσιο και τον αριστερό δογματισμό.

Αυτή την ιστορική διαδρομή συνέλαβαν και εξέφρασαν ο Α. Παπανδρέου και το ΠΑ.ΣΟ.Κ., γεγονός που οδήγησε στη μεγάλη νίκη του 1981.

Όμως αυτή η ιστορική, κοινωνική δυναμική περιέκλειε σημαντικές αντιφάσεις, που σ’ ένα μεγάλο βαθμό εκφράσθηκαν στο ίδιο το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Κατά την πρώτη περίοδο, αυτήν της δεκαετίας του ’70 και των αρχών του ’80, οι αντιθέσεις και οι αντιφάσεις αυτές μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να ενοποιηθούν ή να αμβλυνθούν σε πολιτικο-ιδεολογικό επίπεδο. Όμως ο δομικός χαρακτήρας τους αναδύθηκε αργότερα, ιδιαίτερα μετά το 1985. Σημαντικές θεσμικού και κοινωνικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις συντελέστηκαν – ιδιαίτερα κατά την πρώτη τετραετία διακυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.- στην υγεία, την παιδεία, στις εργασιακές σχέσεις, στην αποκέντρωση της εξουσίας, την τοπική αυτοδιοίκηση, στα συνεταιριστικά κινήματα.

Η κοινωνία απέκτησε όντως θεσμικά ερείσματα και επιτεύχθηκε σημαντική ενίσχυση των λαϊκών τάξεων. Όμως ούτε η αναγκαία παραγωγική ανασυγκρότηση συντελέστηκε ούτε η πελατειακή δομή αποδυναμώθηκε.

Αντίθετα μετά το 1985 παρατηρούμε τη σταδιακή ενσωμάτωση του κόμματος στην κρατική – κυβερνητική δομή και την άμβλυνση των ιδεολογικών – αξιακών προταγμάτων της πρώτης περιόδου. Παράλληλα η κρατικοποίηση και η κομματικοποίηση των φορέων αντιπροσώπευσης στην τοπική αυτοδιοίκηση οδήγησαν στην κοινωνικοπολιτική καθήλωση και στην ενσωμάτωση στις δομές της διαχείρισης.

Ο νεοφιλελεύθερος εκσυγχρονισμός

Ήδη από τη δεκαετία του 1980 το νεοφιλελεύθερο πρότυπο, με επί κεφαλής το περίφημο «δίδυμο» Θάτσερ – Ρέιγκαν άρχισε να διευρύνει την κυριαρχία του. Οι μηχανισμοί της Αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού αποδυνάμωσαν σταδιακά τα κράτη – έθνη και τις εθνικές κοινωνικές τομές.

Όμως η μείζων ιστορική τομή συντελέσθηκε με την πτώση του τείχους του Βερολίνου σε συμβολικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο και στη συνέχεια με τη συνθήκη του Μάαστριχτ που αποτέλεσε την επίσημη συμβολαιογραφική πράξη νομιμοποίησης και αναγνώρισης της απόλυτης κυριαρχίας του νεοφιλελεύθερου κοσμοείδωλου, δηλ. μίας ολιστικού τύπου προσέγγισης που αφορούσε όχι μόνο την οικονομία αλλά και τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, τον (υπάλληλο) ρόλο της Δημοκρατίας, τα δικαιώματα, ακόμα και τον τρόπο σκέψης των πολιτών.

Στην Ελλάδα ο επίσημος εκπρόσωπος του νεοφιλελεύθερου προτύπου ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εφάρμοσε με τόσο βίαιο τρόπο τις πολιτικές του ακραίου ανταγωνισμού και των ιδιωτικοποιήσεων, ώστε εκρίθη από το ίδιο το σύστημα αναποτελεσματικός και επιζήμιος.

Επισημαίνουμε ότι το διάστημα 1993-1996, όταν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. επανήλθε με τον Α. Παπανδρέου, αποτέλεσε απλώς ένα αναγκαίο διάλειμμα, προκειμένου να «νομιμοποιηθεί» το «σχήμα» που θα αναλάμβανε να συνεχίσει την πορεία του νεοφιλελεύθερου «οχήματος».

Θα επισημάνουμε ότι ο Κ. Σημίτης και το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα δεν συνιστούν μια μεταρρυθμιστική/ ορθολογιστική τομή στο εσωτερικό του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Αντίθετα αποτέλεσαν οργανική συνέχεια και μετεξέλιξη (προσαρμοσμένη στις ιστορικές ανάγκες) της νεοφιλελεύθερης Ν.Δ. του «μοντέλου» Μητσοτάκη. Ο Κ. Σημίτης δεν υπήρξε στην πράξη διάδοχος του Ανδρέα Παπανδρέου αλλά παρέλαβε την νεοφιλελεύθερη «σκυτάλη» από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και την διαχειρίστηκε με επιτυχία…

Η επικράτηση του νεοφιλελεύθερου προτύπου με εκσυγχρονιστικό μανδύα συνιστά μεθοδολογικά μια αλλαγή Παραδείγματος (κατά τον Τόμας Κουν). Κι’ αυτό γιατί το νεοφιλελεύθερο παράδειγμα αντιπαρατίθεται στον πυρήνα του όχι μόνο με τη μαρξική Αριστερά και τη κλασική σοσιαλδημοκρατία αλλά και με βασικές αρχές του αστικού νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού προτύπου.

Το «όχημα» για τη ριζική αυτή αλλαγή που οδήγησε στην ανάδυση, την κυριαρχία και τη νομιμοποίηση του νεοφιλελεύθερου κοσμοειδώλου ήταν το εκσυγχρονιστικό ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Η επιλογή αυτή παρουσίασε πολλά πλεονεκτήματα. Μπορούσε να ενσωματώσει μεγάλα τμήματα της κοινωνίας στο νέο ανταγωνιστικό πρότυπο, έλεγχε σχεδόν πλήρως τα συνδικάτα και μπορούσε να αποπολιτικοποιήσει και να ουδετεροποιήσει πίσω από τον οικονομικο-τεχνοκρατικό μανδύα κρίσιμες ταξικού χαρακτήρα επιλογές και σκληρά αντικοινωνικά μέτρα. Άλλωστε, την ίδια μέθοδο και ανάλογη μεταμφίεση χρησιμοποίησε ένα μεγάλο τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Κατά την εκσυγχρονιστική περίοδο τα συστημικά συμφέροντα, οι δομές της διαπλοκής, τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα, οι εργολάβοι και οι προμηθευτές, οι διαχειριστές των ευρωπαϊκών κονδυλίων και προγραμμάτων απέκτησαν σχεδόν απόλυτη εξουσία, όχι μόνο ελέγχοντας τις οικονομικές εξελίξεις αλλά και καθορίζοντας τις κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις και επιλογές.

Η διαπλοκή αναδύθηκε και αναδείχθηκε έκτοτε ως πολιτική εξουσία, ως άτυπο κόμμα με ισχυρές επιρροές στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, αποκτώντας παράλληλα επίλεκτους θύλακες πρόσβασης στην ίδια τη δικαστική εξουσία.

Ο νεοφιλελεύθερος εκσυγχρονισμός δεν αποτέλεσε συγκυριακό φαινόμενο. Η πολιτική ομάδα που τον διαχειρίστηκε είναι ο πυρήνας που οδήγησε την Ελλάδα στο «σιδερένιο κλουβί» του ΔΝΤ και στην αποικιοποίηση της χώρας. Ο ίδιος αυτός πυρήνας διαχειρίστηκε τα μνημόνια και εφάρμοσε πιστά τις καταστροφικές μνημονιακές πολιτικές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και σήμερα πρόσωπα όπως ο Γ. Στουρνάρας κατέχουν καίριες θέσεις και λειτουργούν ως εκπρόσωποι των δανειστών.

Ακραίο νεοφιλελεύθερο κέντρο

«Δειλοί, μοιραίοι κι’ άβουλοι αντάμα…» : Ο Κ. Σημίτης τραυμάτισε βαριά το ΠΑ.ΣΟ.Κ., ο Γ. Παπανδρέου το παρέδωσε ημιθανές στις διαθέσεις των δανειστών και του ΔΝΤ κι ο Ε. Βενιζέλος το εξόντωσε οριστικά την περίοδο 2012-2014.

Σήμερα το ΠΑ.ΣΟ.Κ. (και οι μεταμφιέσεις του) έχει ενσωματωθεί στο νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο, έχει απωλέσει όλα τα θεμελιώδη προτάγματα της 3ης του Σεπτέμβρη και έχει απομείνει ένα άδειο κέλυφος, χωρίς πολιτικο-ιδεολογική ταυτότητα, χωρίς αυτόνομη πολιτική υπόσταση, χωρίς κοινωνικό λόγο, έρμαιο στη διάθεση των συστημικών διαπλεκομένων συμφερόντων.

Τοποθετείται πλέον από την άποψη της πολιτικής που ακολουθεί αλλά και της «ταυτότητάς» του στο χώρο του ακραίου – νεοφιλελεύθερου- κέντρου, αποτελώντας οργανικό παραπλήρωμα του νεοφιλελεύθερου τόξου. Γι’ αυτό και η πρόσδεσή του στις επιλογές της νεοφιλελεύθερης -ακροδεξιάς Ν.Δ. αποτελεί τη δεσπόζουσα – και πρακτικώς τη μοναδική- επιλογή της ηγεσίας του στην προσχηματική διατύπωση της θεωρίας των ίσων αποστάσεων.

Σε κάθε περίπτωση η ηγεσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. θεωρεί ως θεμελιώδη όρο της επιβίωσης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. την κατάρρευση και καταστροφή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Θεωρεί ότι η κοινωνία και οι κομματικές – ιδεολογικές επιλογές ερμηνεύονται με τη θεωρία της πλημμυρίδας και της αμπώτιδος, γι’ αυτό και προσδοκά την επάνοδο των εξαπατηθέντων από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ψηφοφόρων…

Γι’ αυτό και η ακραία, ολομέτωπη επίθεση κατά του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και του Αλ. Τσίπρα που εκδηλώνεται συχνά με ανοίκειες, προπετείς και χυδαίες εκφορές. Οι ευτελείς και χυδαίες πολιτικές στάσεις και επιλογές είναι φυσικό να εκφρασθούν με ένα χυδαίο και ευτελή «πολιτικό» λόγο.

Για όλους αυτούς τους λόγους μόνο αισθήματα θλίψης, απογοήτευσης αλλά και οργής διακατέχουν όλους εκείνους, τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, που πίστεψαν στις αρχές, στις αξίες, στα οράματα που εκπροσώπησε το ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Η 3η του Σεπτέμβρη έρχεται πια, τα τελευταία ιδιαίτερα χρόνια, όχι μόνο για να θυμίζει ένα δοξασμένο παρελθόν αλλά και να διαπιστώνει ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. από «υπερήφανο άτι» του λαού έχει μετατραπεί σήμερα σε «ύαινα» της νεοφιλελεύθερης αγοράς.

*Ο Μενέλαος Γκίβαλος είναι αν.καθηγητής Πολιτικών Επιστημών Πανεπιστημίου Αθηνών

ΑΠΕ ΜΠΕ